Ο Mr T άργησε στη συνέντευξη επειδή προσευχόταν. Δεν το είπε σαν δικαιολογία ούτε σαν συγγνώμη. Το είπε όπως μιλά σε όλη τη συνέντευξη: με τον Θεό πρώτο, τη μητέρα του κάπου ακριβώς δίπλα και τη δόξα πολύ πιο κάτω από όσο θα περίμενε κανείς από έναν άνθρωπο που έγινε παγκόσμιο σύμβολο των ’80s.
Η αφορμή είναι το νέο ντοκιμαντέρ του Netflix, Untold Mr T: I Pity the Fool, που κάνει πρεμιέρα στις 8 Σεπτεμβρίου. Ο ίδιος, όμως, δεν εμφανίζεται ως παλιό είδωλο που επιστρέφει για λίγη νοσταλγία. Στη μεγάλη συνέντευξή του στον Guardian μιλά για τη φτώχεια, τον ρατσισμό, τις χρυσές αλυσίδες, το Rocky III, το The A-Team, την πίστη του και τη βιομηχανία που, όπως λέει, προτίμησε πολλές φορές την καρικατούρα από τον άνθρωπο.
Ο Mr T γεννήθηκε ως Lawrence Tureaud στο South Side του Σικάγου. Μεγάλωσε φτωχικά, σε μια οικογένεια με δώδεκα παιδιά, με τη μητέρα του, Willie, να κρατά το σπίτι όρθιο κάνοντας σκληρές δουλειές. Στα 18 του άλλαξε το όνομά του σε Mr T. Όχι για να βρει μια εντυπωσιακή σκηνική ταυτότητα, αλλά για να απαιτήσει σεβασμό. Είχε δει λευκούς άνδρες να αποκαλούν «boy» τον πατέρα του, τον θείο του και τον αδελφό του. Ήθελε η πρώτη λέξη που θα άκουγε από τους άλλους να είναι «Mr».
Από εκεί αρχίζει να φαίνεται αλλιώς και η περσόνα του. Το κούρεμα, οι αλυσίδες, οι επτά κρίκοι στα αυτιά, το σώμα, η φωνή, η απειλή, η υπερβολή δεν ήταν απλή τηλεοπτική μασκαράτα. Ήταν τρόπος να τραβήξει πρώτα το βλέμμα και μετά να περάσει το μήνυμα. Οι χρυσές αλυσίδες, λέει, ήταν η δική του αντιστροφή της Ιστορίας: οι πρόγονοί του είχαν φορέσει αλυσίδες από σίδερο· εκείνος θα φορούσε αλυσίδες από χρυσό.
Πριν γίνει διάσημος, δούλεψε ως πορτιέρης και σωματοφύλακας. Προστάτευσε σταρ, κέρδισε τηλεοπτικό διαγωνισμό για τον πιο σκληρό πορτιέρη της Αμερικής και έτσι έφτασε στον Σιλβέστερ Σταλόνε. Το Rocky III, το 1982, τον έκανε γνωστό ως Clubber Lang και του έδωσε τη φράση που θα τον ακολουθούσε για πάντα: «I pity the fool». Έναν χρόνο αργότερα, το The A-Team τον έκανε παγκόσμιο πρόσωπο ως B.A. Baracus, τον μηχανικό, εκρηκτικό, χρυσοφορεμένο πολεμιστή με το κούρεμα εμπνευσμένο από τους Μαντίνκα και την αντοχή ανθρώπινου τείχους.
Αυτή θα μπορούσε να είναι μια εύκολη ιστορία ανόδου: ένα παιδί από τη φτώχεια γίνεται τηλεοπτικό σύμβολο, μπαίνει σε διαφημίσεις, σε παιχνίδια, σε κουτιά δημητριακών, σε παιδικά δωμάτια, σε όλο το εμπόριο της ποπ κουλτούρας. Ο Mr T, όμως, δεν λέει έτσι τη ζωή του. Για εκείνον, η επιτυχία είχε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: να αγοράσει στη μητέρα του ένα σπίτι και όμορφα φορέματα. Όταν το έκανε, λέει, το παιχνίδι είχε τελειώσει.
Γι’ αυτό το πορτρέτο του έχει σήμερα ενδιαφέρον. Ο Mr T έγινε σύμβολο μιας σχεδόν καρτουνίστικης αρρενωπότητας, αλλά μιλά σαν άνθρωπος που δεν πίστεψε ποτέ ότι το καρτούν ήταν όλη η αλήθεια. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία, υπηρέτησε στον στρατό, δούλεψε με άστεγους, κήρυξε σε κέντρα υποστήριξης, συμμετείχε σε φιλανθρωπικές δράσεις και κράτησε τη μητέρα του ως ηθικό κέντρο της ζωής του. Το σώμα του πουλήθηκε ως θέαμα, αλλά ο ίδιος επιμένει ότι το μήνυμά του βρισκόταν αλλού.
Με το ντοκιμαντέρ εμφανίζεται θυμωμένος, παρότι υποτίθεται ότι τον τιμά. Θεωρεί ότι το Untold Mr T: I Pity the Fool επιμένει υπερβολικά στη βία και στην εικόνα του σκληρού άνδρα, αφήνοντας λίγο χώρο στην πίστη, στην κοινότητα και στη δουλειά με ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Δεν αρνείται τη σκληρή πλευρά της ζωής του. Αρνείται, όμως, να μείνει κλεισμένος μόνο εκεί. Δεν θέλει να τον θυμούνται ως έναν τύπο με αλυσίδες. Θέλει να θυμούνται γιατί τις φόρεσε.
Η ζωή του είχε και πραγματικές δοκιμασίες. Στη δεκαετία του ’90 διαγνώστηκε με λέμφωμα Τ-κυττάρων. Το 2005, μετά τον τυφώνα Κατρίνα, σταμάτησε να φορά συστηματικά τα χρυσά του, επειδή θεώρησε προσβλητικό να επιδεικνύει πλούτο την ώρα που τόσοι άνθρωποι είχαν χάσει τα πάντα. Σήμερα λέει ότι δεν τα χρειάζεται πια. Τα χρυσά έκαναν τη δουλειά τους: τράβηξαν την προσοχή.
Ίσως γι’ αυτό ο Mr T φαίνεται σήμερα πιο ενδιαφέρων από όσο ήταν στην απόλυτη ακμή του. Δεν είναι μόνο ένα ρετρό είδωλο των ’80s ούτε μια αστεία φιγούρα με διάσημη ατάκα. Είναι ένας άνθρωπος που έφτιαξε μια πελώρια μάσκα δύναμης για να επιβιώσει, να ακουστεί, να προστατεύσει τη μητέρα του, να μιλήσει για αξιοπρέπεια και, όταν ένιωσε ότι είχε κάνει αυτό που ήθελε, να απομακρυνθεί πριν η μηχανή τον καταπιεί εντελώς.
Στο τέλος της συνέντευξης, λέει ότι είναι πλήρης. Δεν κυνηγά ρόλους, δεν κυνηγά χρήματα, δεν ζητά μια επιστροφή μόνο και μόνο για να ξαναφανεί. Αυτό που ήθελε να κάνει, το έκανε.
Αγόρασε στη μητέρα του το σπίτι που της είχε υποσχεθεί. Έφτιαξε μια εικόνα τόσο δυνατή ώστε να μη σβήσει ποτέ. Και τώρα, πίσω από τα χρυσά που δεν φορά πια, μένει κάτι πιο απλό και πιο επίμονο: ένας άνδρας που δεν άφησε το Χόλιγουντ να του πει ποιος ήταν.
Με στοιχεία από Guardian