Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με την εντονότερη έκθεση εργαζομένων σε ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, καθώς η πίεση χρόνου και ο υπερβολικός φόρτος επιβαρύνουν την ψυχική υγεία στην εργασία. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά πλέον δεσμευτική πρόληψη απέναντι στο στρες, την εξουθένωση, την παρενόχληση και την αλγοριθμική επιτήρηση.
Η πίεση χρόνου, ο υπερβολικός φόρτος και η διαρκής διαθεσιμότητα μετατρέπουν την ψυχική εξάντληση σε καθημερινότητα για πολλούς εργαζόμενους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά ειδική νομοθεσία για το στρες, την παρενόχληση και την αλγοριθμική διοίκηση, ενώ η ελληνική περίπτωση αποκαλύπτει πόσο πίσω μένει η πρόληψη.
Η εργασία δεν εξαντλεί πια μόνο το σώμα. Εξαντλεί τον χρόνο, διαβρώνει την ιδιωτική ζωή, μεταφέρει την πίεση από το γραφείο στο σπίτι και συχνά μετατρέπει τη διαρκή διαθεσιμότητα σε άγραφο όρο απασχόλησης. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως ατομική αδυναμία ή ως ένα ζήτημα που λύνεται με σεμινάρια «ευεξίας».
Η ψυχική υγεία στην εργασία περνά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ατζέντας για την υγεία και ασφάλεια. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή νέα, δεσμευτική νομοθεσία για τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους: για εκείνες τις συνθήκες οργάνωσης και διοίκησης της δουλειάς που μπορούν να οδηγήσουν σε άγχος, εξουθένωση, κατάθλιψη, απομόνωση ή σωματική επιβάρυνση.
Το αίτημα αφορά τακτικές αξιολογήσεις κινδύνου, ουσιαστικά μέτρα κατά του υπερβολικού φόρτου εργασίας και της εντατικοποίησης, πολιτικές κατά της παρενόχλησης και του bullying, καθώς και δικλίδες απέναντι στη διαχείριση μέσω αλγορίθμων, στην ψηφιακή παρακολούθηση και στην τεχνητή νοημοσύνη που αποφασίζει ή επηρεάζει τον ρυθμό της εργασίας.
Η Ελλάδα στην «κόκκινη ζώνη»
Η Ελλάδα δεν εμφανίζεται στην ευρωπαϊκή συζήτηση ως μια ουδέτερη περίπτωση. Καταγράφεται μεταξύ των χωρών όπου οι εργαζόμενοι δηλώνουν σε υψηλό βαθμό ότι εκτίθενται σε πίεση χρόνου και υπερβολικό φόρτο - δύο από τους πιο συχνούς ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στους χώρους εργασίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος βιώνει την ίδια ένταση ούτε ότι η πίεση ισοδυναμεί αυτομάτως με κλινικό πρόβλημα ψυχικής υγείας. Δείχνει όμως κάτι πιο πολιτικό: σε μια μεγάλη μερίδα της αγοράς εργασίας, η ένταση δεν είναι εξαίρεση αλλά κανονικότητα.
Όταν οι προθεσμίες είναι μόνιμα ασφυκτικές, όταν οι ομάδες είναι υποστελεχωμένες, όταν τα μηνύματα συνεχίζονται μετά το σχόλασμα και όταν η ανασφάλεια της εργασίας κάνει δύσκολη ακόμη και την άρνηση μιας επιπλέον απαίτησης, το πρόβλημα δεν βρίσκεται απλώς στην προσωπική «ανθεκτικότητα» του εργαζομένου. Βρίσκεται στον τρόπο που είναι δομημένη η εργασία.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία συμπεριλαμβάνει στους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους την υπερβολική ένταση, τον περιορισμένο έλεγχο πάνω στην εργασία, την κακή επικοινωνία, την εργασιακή ανασφάλεια, τη βία και την παρενόχληση. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για κάτι άυλο ή δευτερεύον. Πρόκειται για εργασιακές συνθήκες που μπορούν να εντοπιστούν, να αξιολογηθούν και να προληφθούν.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το 29% των εργαζομένων δήλωσε το 2025 ότι βίωσε άγχος, κατάθλιψη ή ανησυχία που προκλήθηκε ή επιδεινώθηκε από την εργασία. Παράλληλα, σχεδόν ένας στους δύο εργαζόμενους εκτίθεται σε παράγοντες που ενδέχεται να πλήξουν την ψυχική του υγεία.
Η συζήτηση αυτή μετακινεί το βάρος από τον εργαζόμενο στον εργοδότη και στους θεσμούς. Η εξουθένωση δεν μπορεί να απαντιέται μόνο με ατομικές τεχνικές διαχείρισης άγχους, δωρεάν συνεδρίες συμβουλευτικής ή εταιρικές δράσεις wellness. Όλα αυτά μπορεί να είναι χρήσιμα, αλλά δεν αλλάζουν από μόνα τους μια θέση εργασίας με ανέφικτο φόρτο, διαρκείς υπερωρίες, περιορισμένη αυτονομία και ανύπαρκτη προστασία από αυθαιρεσία.
Η θέση των ευρωπαϊκών οργανισμών είναι σαφής: οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι αποτελούν πλευρά του σχεδιασμού, της οργάνωσης και της διαχείρισης της εργασίας, αλλά και του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στον χώρο εργασίας. Μπορούν να οδηγήσουν όχι μόνο σε ψυχολογική αλλά και σε σωματική βλάβη.
Από το στρες στην υποχρέωση πρόληψης
Η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν ζητά απλώς μεγαλύτερη ευαισθησία, αλλά να γίνουν συγκεκριμένες και ελέγξιμες οι υποχρεώσεις των εργοδοτών.
Αν προχωρήσει σε νομοθετική πρόταση, η νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση μπορεί να απαιτεί από τις επιχειρήσεις να ενσωματώνουν τους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους στις αξιολογήσεις επαγγελματικού κινδύνου, όπως ήδη οφείλουν να κάνουν για κινδύνους που αφορούν τον εξοπλισμό, την εργονομία ή την έκθεση σε επικίνδυνες ουσίες.
Στην πράξη, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο εργοδότης θα πρέπει να τεκμηριώνει αν ο όγκος δουλειάς είναι συμβατός με το διαθέσιμο προσωπικό, αν οι στόχοι είναι εφικτοί, αν η εργασία εκτός ωραρίου έχει γίνει μόνιμος κανόνας, αν υπάρχουν δίαυλοι ασφαλούς καταγγελίας παρενόχλησης και αν ένα νέο σύστημα ψηφιακής αξιολόγησης ή παρακολούθησης πιέζει παράλογα τους εργαζόμενους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αλγοριθμική διοίκηση: εφαρμογές και ψηφιακά συστήματα που κατανέμουν βάρδιες, μετρούν χρόνο, αξιολογούν αποδοτικότητα ή επιβάλλουν στόχους. Η τεχνολογία δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Γίνεται, όμως, όταν λειτουργεί ως μηχανισμός διαρκούς επιτήρησης ή όταν μεταφέρει αποφάσεις που επηρεάζουν εισόδημα, ωράριο και αξιολόγηση σε αδιαφανείς αυτοματοποιημένες διαδικασίες.