Η σελίδα Humans of New York ανήκει στον φωτογράφο και blogger Brandon Stanton και έχει πάνω από 15 εκατ. followers. O δημιουργός της ο οποίος ξεκίνησε να δημοσιεύει πορτρέτα ανθρώπων που συναντούσε στο δρόμο μαζί με τη μικρή τους ιστορία, σήμερα θεωρείται ως ένας από τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους του διαδικτύου. Το πρότζεκτ του είναι διάσημο σε όλο τον κόσμο και ο ίδιος πριν από λίγες μέρες ανακοίνωσε πως "Οι άνθρωποι της Νέας Υόρκης" θα δώσουν για λίγο καιρό τη θέση τους στους πρωταγωνιστές της ανθρωπιστικής κρίσης που εκτυλίσσεται στη Μεσόγειο και την Ευρώπη. Αντί λοιπόν για αμερικανούς, η σελίδα δημοσιεύει ιστορίες προσφύγων και ξεκίνησε με αυτή του Muhammad ο οποίος ξεκίνησε από τη Συρία με προορισμό την Ευρώπη και μέσω ενός σκάφους διακινητών πραγματοποίησε το ταξίδι από την Τουρκία για την Ελλάδα. Η βάρκα τους έφτασε μέσα από δυνατή κακοκαιρία στην Ελλάδα και εκεί ξεκινά το κομμάτι της αφήγησης που περιλαμβάνει την καταγγελία για τον βασανισμό τους στη χώρα μας. Σήμερα βρίσκεται ασφαλής και νόμιμα στην Αυστρία.

Ξαφνικά δύο τζιπ της αστυνομίας έφτασαν προς το μέρος μας και φρέναραν απότομα. Έκαναν σαν να ήμασταν δολοφόνοι και έψαχναν για εμάς. Έστρεψαν τα όπλα τους πάνω μας και φώναζαν: «Ψηλά τα χέρια». Τους είπα: «Σας παρακαλώ, απλά ξεφύγαμε από τον πόλεμο, δεν είμαστε εγκληματίες!» και μου φώναξαν «Σκάσε, μαλάκα». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη λέξη: « Μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα». Συνεχώς μας αποκαλούσαν έτσι.

 

 

 

ο νησί που αποβιβαστήκαμε ονομάζονταν Σαμοθράκη. Ήμασταν τόσο ευγνώμονες που είχαμε φτάσει εκεί. Νομίζαμε ότι είχαμε φτάσει στην ασφάλεια. Αρχίσαμε να περπατάμε προς το αστυνομικό τμήμα για να εγγραφούμε ως πρόσφυγες. Ζητήσαμε ακόμη και από έναν άνθρωπο που συναντήσαμε στο δρόμο να καλέσει την αστυνομία για εμάς. Είπα στους άλλους πρόσφυγες να με αφήσουν να μιλήσω γι 'αυτούς, μια και μιλούσα αγγλικά. Ξαφνικά δύο τζιπ της αστυνομίας έφτασαν προς το μέρος μας και φρέναραν απότομα. Έκαναν σαν να ήμασταν δολοφόνοι και έψαχναν για εμάς. Έστρεψαν τα όπλα τους πάνω μας και φώναζαν: «Ψηλά τα χέρια». Tους είπα: «Σας παρακαλώ, απλά ξεφύγαμε από τον πόλεμο, δεν είμαστε εγκληματίες!» και μου φώναξαν «Σκάσε, μαλάκα». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη λέξη: « Μαλάκα, μαλάκα, μαλάκα». Συνεχώς μας αποκαλούσαν έτσι.

 

Στη συνέχεια ο Muhammad περιγράφει πως τους οδήγησαν στη φυλακή: "Τα ρούχα μας ήταν βρεγμένα και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να τρέμουμε. Δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Εξακολουθώ να αισθάνομαι το κρύο στα κόκαλά μου. Για τρεις μέρες δεν είχαμε φαγητό ή νερό. Είπα στους αστυνόμους: «Δεν χρειαζόμαστε τροφή, αλλά σας παρακαλώ δώστε μας νερό.» Παρακάλεσα τον διοικητή να πιούμε λίγο και εκείνος είπε πάλι : «Σκάσε, μαλάκα!« Θα θυμάμαι το πρόσωπο αυτού του ανθρώπου για το υπόλοιπο της ζωής μου. Είχε ένα κενό στα δόντια του, από το οποίο έφτυνε προς το μέρος μας όταν μιλούσε.

 

Επέλεξε να παρακολουθεί επτά ανθρώπους να υποφέρουν από δίψα για τρεις μέρες, ενώ τον παρακαλούσαν για το νερό. Σωθήκαμε όταν τελικά μας έβαλαν σε μια βάρκα και μας έστειλαν σε έναν καταυλισμό στην ηπειρωτική χώρα. Για δώδεκα ημέρες μείναμε εκεί και μετά συνεχίσαμε περπατώντας προς τα βόρεια.

 

 

 

Περπατούσαμε για τρεις εβδομάδες. Δεν έφαγα παρά μόνο μερικά φύλλα, όπως ένα ζώο. Πίναμε νερό από βρώμικα ποτάμια. Τα πόδια μου ήταν τόσο πρησμένα που είχα βγάλει τα παπούτσια μου. Όταν φτάσαμε στα σύνορα, ένας Αλβανός αστυνομικός μας βρήκε και ρώτησε αν ήμασταν πρόσφυγες. Όταν του είπαμε «ναι», μου είπε ότι θα μας βοηθήσει. Μας είπε να κρυφτούμε στο δάσος μέχρι το σούρουπο. Εγώ δεν τον εμπιστευόμουν, αλλά ήμουν πολύ κουρασμένος για να τρέξω. Όταν ήρθε το βράδυ, μας φόρτωσε σε ένα αυτοκίνητό και στη συνέχεια, μας οδήγησε στο σπίτι του όπου μείναμε για μία εβδομάδα. Μας αγόρασε καινούρια ρούχα. Μας τάιζε κάθε βράδυ. Μου είπε: «Μην ντρέπεστε. Έχω ζήσει και εγώ πόλεμο  Τώρα είστε η οικογένειά μου και αυτό είναι το σπίτι σας. »