«Ζω για την τέχνη μου. Αυτό είναι πραγματικά όλο». Η Γιαγιόι Κουσάμα ήταν 96 ετών όταν έδωσε αυτή την απάντηση, τον Σεπτέμβριο του 2025. Δεν ξεχώριζε, έλεγε, την καθημερινή ζωή από τη δουλειά της. Οι εικόνες και οι σκέψεις εμφανίζονταν ασταμάτητα στη συνείδησή της και εκείνη δεν μπορούσε παρά να τις μεταφέρει στην τέχνη.
Η γραπτή συνέντευξη πραγματοποιήθηκε από εκπροσώπους της Fondation Beyeler στη Βασιλεία, του Museum Ludwig στην Κολωνία και του Stedelijk Museum στο Άμστερνταμ, των τριών μουσείων που οργάνωσαν τη μεγάλη ευρωπαϊκή αναδρομική της. Δεν δημοσιεύτηκε τότε. Το ARTnews τη φέρνει τώρα στο φως, μετά τον θάνατο της Κουσάμα και καθώς η έκθεση άνοιξε, στις 11 Σεπτεμβρίου, στον τελευταίο της σταθμό, το Άμστερνταμ.
Η χρονική στιγμή αλλάζει αναπόφευκτα τον τρόπο με τον οποίο διαβάζονται οι απαντήσεις της. Η Κουσάμα γνωρίζει ότι βρίσκεται στο τέλος της ζωής της. Δεν μιλά όμως σαν καλλιτέχνις που τακτοποιεί την κληρονομιά της. Αναγνωρίζει ότι ο χρόνος που της απομένει λιγοστεύει και στην ίδια φράση λέει ότι εξακολουθεί να αναζητά με επείγουσα ανάγκη κάτι νέο, να προσπαθεί να φτάσει σε περιοχές της τέχνης που δεν έχει ακόμη εξερευνήσει.
Η επιμονή αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην περίπτωση μιας καλλιτέχνιδας που είχε ήδη κερδίσει σχεδόν κάθε μορφή δημόσιας αναγνώρισης. Η Κουσάμα υπήρξε μία από τις ελάχιστες μορφές της μεταπολεμικής τέχνης που πέρασαν από τον στενό κόσμο των μουσείων και των γκαλερί στη μαζική κουλτούρα. Τα Infinity Mirror Rooms έγιναν κάποια στιγμή τόσο αναγνωρίσιμα όσο και η ίδια: δωμάτια με καθρέφτες, φως και επαναλαμβανόμενες μορφές, μέσα στα οποία το σώμα του θεατή μοιάζει να χάνεται σε έναν χώρο χωρίς τέλος.
Το πρώτο, το Infinity Mirror Room—Phalli’s Field, δημιουργήθηκε το 1965. Η παγκόσμια έκρηξη, όμως, ήρθε σχεδόν μισό αιώνα αργότερα. Η αναδρομική της Tate Modern το 2012 συνέπεσε σχεδόν τέλεια με την πρώτη μεγάλη άνοδο του Instagram. Ξαφνικά, οι χώροι που η Κουσάμα είχε δημιουργήσει μέσα από μια πολύ προσωπική ιδέα για την εξαφάνιση του εαυτού μέσα στο άπειρο έγιναν και ιδανικές μηχανές παραγωγής εικόνων για τα κοινωνικά δίκτυα.
Οι ουρές μεγάλωσαν, τα Infinity Rooms ταξίδεψαν σε μουσεία σε όλο τον κόσμο και η Κουσάμα μετατράπηκε από μεγάλη καλλιτέχνιδα της πρωτοπορίας σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Η περιοδεύουσα έκθεση των Infinity Rooms που ξεκίνησε το 2017 από το Hirshhorn Museum στην Ουάσινγκτον και πέρασε από πόλεις όπως το Σιάτλ, το Λος Άντζελες και το Τορόντο διεύρυνε ακόμη περισσότερο αυτή τη φήμη.
Η επιτυχία είχε όμως και ένα παράδοξο αποτέλεσμα: ένα μόνο κομμάτι της δουλειάς της άρχισε να επισκιάζει όλα τα υπόλοιπα. Η έκθεση Yayoi Kusama: 1945 to Now, που παρουσιάστηκε στο M+ του Χονγκ Κονγκ το 2022, επιχείρησε ακριβώς να ξανανοίξει το έργο της προς όλες τις κατευθύνσεις του — από τα πρώιμα Infinity Net και τα happenings της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του 1960 μέχρι τη μόδα, τη γλυπτική, τη ζωγραφική και τα μεταγενέστερα έργα.
Στον πυρήνα βρισκόταν ξανά μια από τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες της Κουσάμα: το self-obliteration, η εξαφάνιση του εγώ μέσα σε κάτι μεγαλύτερο. Για την ίδια δεν ήταν διακοσμητικό μοτίβο ούτε αισθητική υπογραφή. Ήταν ένας τρόπος να σκεφτεί τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, το σύμπαν και τους άλλους: το πεπερασμένο άτομο χάνεται μέσα σε ένα ατελείωτο πεδίο και μέσα από αυτή την εξαφάνιση μπορεί να προκύψει μια διαφορετική ιδέα ισότητας, αγάπης και σύνδεσης.
Στην τελευταία αυτή συνέντευξη επιστρέφει ξανά στην ίδια περιοχή, αλλά με πολύ λιγότερη θεωρία. Η δημιουργία, λέει, ήταν πάντοτε για εκείνη αναζήτηση της αλήθειας. Από τα πέντε της χρόνια ζωγράφιζε και στα δέκα ήθελε ήδη με ένταση να γίνει ζωγράφος. Η μετάβαση αργότερα από τη ζωγραφική στη γλυπτική, στον κινηματογράφο, στη λογοτεχνία και στις εγκαταστάσεις δεν ήταν, όπως τη θυμάται, ένα σχεδιασμένο πρόγραμμα. Συνέβαινε οργανικά, ακολουθώντας κάθε καινούργιο πράγμα που την τραβούσε.
Όταν ερωτάται για το πώς κινήθηκε μέσα σε έναν κόσμο τέχνης που κυριαρχούνταν από άνδρες, δεν υιοθετεί τη γλώσσα με την οποία θα διαβαζόταν σήμερα η εμπειρία της. Λέει ότι δεν σκεφτόταν με όρους άνδρα και γυναίκας. Θυμάται όμως τον αγώνα: ζωγράφιζε μέρα και νύχτα, προσπαθώντας με όλη της τη δύναμη να επιβιώσει ως καλλιτέχνις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και αυτή η ερώτηση, που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε έναν αναδρομικό απολογισμό, την επιστρέφει στο μέλλον. Έχει πια, λέει, χτίσει τον δικό της τρόπο ζωής. Ξέρει ότι ο χρόνος τελειώνει. Και εξακολουθεί να ψάχνει.
Η αναδρομική που βρίσκεται τώρα στο Stedelijk ακολουθεί αυτήν ακριβώς τη μεγάλη διαδρομή. Ξεκίνησε στη Fondation Beyeler, πέρασε από το Museum Ludwig και φτάνει στο Άμστερνταμ έχοντας ήδη αποκτήσει, μετά τον θάνατο της Κουσάμα, διαφορετικό βάρος. Δεν παρουσιάζει απλώς τα πιο αναγνωρίσιμα μοτίβα της, αλλά ένα έργο που εκτείνεται σε περισσότερες από επτά δεκαετίες και πέρασε από ζωγραφική, γλυπτική, περφόρμανς, κινηματογράφο, μόδα, εγκαταστάσεις και λογοτεχνία.
Η ιστορία δεν τελειώνει ούτε εκεί. Την ερχόμενη άνοιξη, η γκαλερί David Zwirner θα παρουσιάσει στη Νέα Υόρκη μια έκθεση με τα τελευταία έργα της Κουσάμα. Έργα που δημιουργήθηκαν στην περίοδο κατά την οποία η ίδια είχε σχεδόν εξαφανιστεί από τη δημόσια ζωή, ενώ η εικόνα της βρισκόταν παντού.
Η τελευταία αδημοσίευτη συνέντευξη δεν λύνει αυτό το παράδοξο. Το κάνει όμως πιο καθαρό. Πίσω από τη γυναίκα με την κόκκινη περούκα, τις κολοκύθες, τα πουά και τα δωμάτια που έγιναν μέρος της παγκόσμιας εικονογραφίας των social media, η Κουσάμα εξακολουθούσε μέχρι πολύ αργά να περιγράφει τον εαυτό της με έναν σχεδόν απελπιστικά απλό τρόπο: ως έναν άνθρωπο που έπρεπε ακόμη να κάνει τέχνη.
Με στοιχεία από ARTnews