Ο Τουγκάι Σαράτς ξέρει από μέσα τι σημαίνει να προσπαθείς να σκοτώσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου στο όνομα της πίστης.
Ως έφηβος στο Βερολίνο, πέρασε χρόνια μέσα σε ριζοσπαστικούς ισλαμιστικούς κύκλους. Προσευχόταν, συναναστρεφόταν ανθρώπους της σαλαφιστικής σκηνής, μπήκε σε ισλαμιστικά φόρουμ, γνώριζε ανθρώπους που έφυγαν για τη Συρία. Ο στόχος του, όπως λέει σήμερα, ήταν απλός και τρομακτικός: να γίνει στρέιτ.
«Ως ριζοσπάστης ισλαμιστής, ο στόχος μου ήταν πάντα να γίνω στρέιτ. Αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Ευτυχώς, απλώς παρέμεινα γκέι».
Σήμερα ο Σαράτς είναι ανοιχτά γκέι μουσουλμάνος, σύμβουλος και υπεύθυνος για ΛΟΑΤΚΙ+ θέματα στο φιλελεύθερο τέμενος Ιμπν Ρουσντ–Γκαίτε του Βερολίνου. Πηγαίνει σε σχολεία και κάνει εργαστήρια για τον σαλαφισμό, τον αντισημιτισμό, το κουίρ Ισλάμ και τα δικαιώματα των γυναικών. Μιλά με κουίρ μουσουλμάνους και πρώην μουσουλμάνους, με ανθρώπους που θέλουν να κρατήσουν μαζί την πίστη και την ταυτότητά τους, αλλά και με ανθρώπους που απομακρύνθηκαν από τη θρησκεία επειδή πληγώθηκαν στο όνομά της.
Μετά την επίθεση στο Christopher Street Day του Βερολίνου, η φωνή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Εκείνη την ημέρα, ο Σαράτς βρισκόταν στο CSD με τον σύζυγό του και την αδελφή του, κοντά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, όταν η εκδήλωση διακόπηκε και ο χώρος εκκενώθηκε. Αργότερα έμαθαν ότι κάποιος είχε πέσει με αυτοκίνητο πάνω σε πλήθος.
Για τον ίδιο, η σκέψη πήγε σχεδόν αμέσως στους ανθρώπους με τους οποίους δουλεύει: κουίρ μουσουλμάνους πρόσφυγες, ανθρώπους που είχαν φύγει από τις οικογένειές τους ή από τις χώρες τους για να σωθούν από τη βία, τη θρησκευτική καταπίεση και την ομοφοβία. Πολλοί από αυτούς βρίσκονταν στο Pride, είχαν νιώσει ασφαλείς, είχαν γιορτάσει. Και ξαφνικά αυτή η στιγμή ασφάλειας καταστράφηκε από μια ιδεολογία από την οποία αρκετοί είχαν ήδη διαφύγει.
Αυτό είναι το δύσκολο σημείο από το οποίο μιλά ο Σαράτς. Από τη μία, λέει, ο ισλαμισμός πρέπει να κατονομάζεται καθαρά. Όχι να κρύβεται, όχι να σχετικοποιείται, όχι να αφήνεται στην Ακροδεξιά ως αποκλειστικό της θέμα. Από την άλλη, επιμένει ότι η συζήτηση αυτή δεν μπορεί να μετατραπεί σε συλλογικό μίσος κατά των μουσουλμάνων.
Μετά από τέτοιες επιθέσεις, λέει, η πόλωση είναι σχεδόν αναμενόμενη. Κάποιοι φοβούνται να μιλήσουν για τον ισλαμισμό μήπως τροφοδοτήσουν ρατσιστικές ατζέντες. Ο ίδιος καταλαβαίνει τον φόβο, αλλά τον θεωρεί λάθος πολιτικά. Αν οι δημοκρατικοί άνθρωποι που υπερασπίζονται το Σύνταγμα και τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μιλήσουν, τότε το πεδίο αφήνεται στην AfD και στους ακροδεξιούς.
Ο Σαράτς δέχεται απειλές θανάτου από ισλαμιστές. Δέχεται όμως και επιθέσεις από ακροδεξιούς, επειδή επιμένει να δείχνει ότι η ομοφυλοφιλία και η μουσουλμανική πίστη μπορούν να συνυπάρχουν. Αυτή είναι η θέση που τον κάνει ενοχλητικό και στις δύο πλευρές. Δεν προσφέρει στην Ακροδεξιά τον «καλό πρώην μουσουλμάνο» που θα επιβεβαιώσει ότι το Ισλάμ είναι ασύμβατο με την κουίρ ζωή. Δεν προσφέρει ούτε στους συντηρητικούς μουσουλμάνους το βολικό σχήμα ότι η κουίρ ταυτότητα είναι ξένο σώμα μέσα στην πίστη.
Για εκείνον, το πρόβλημα είναι και εκπαιδευτικό. Στα σχολεία, λέει, η κατάσταση είναι συχνά πολύ δύσκολη. Εκπαιδευτικοί και κοινωνικοί λειτουργοί διστάζουν να μιλήσουν για ριζοσπαστικές αντιλήψεις επειδή φοβούνται ότι δεν ξέρουν αρκετά για το Ισλάμ ή ότι θα πουν κάτι άστοχο και ρατσιστικό. Έτσι, συχνά σιωπούν.
Ο Σαράτς υποστηρίζει ότι δεν χρειάζονται όλοι οι εκπαιδευτικοί θεολογική κατάρτιση για να αντιδράσουν. Μπορούν να στηριχθούν στο Σύνταγμα, στην Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην κοινή δημοκρατική βάση. Δεν είναι απαραίτητο να μπουν σε μάχη ερμηνειών του Κορανίου για να πουν ότι η βία, ο αντισημιτισμός, η μισογυνία και η κουιροφοβία δεν είναι αποδεκτές.
Το μεγάλο πρόβλημα, λέει, είναι ότι το σχολείο προσπαθεί να απαντήσει σε κάτι που τα παιδιά καταναλώνουν καθημερινά για ώρες στην οθόνη. Για τον Σαράτς, το TikTok έχει γίνει «μηχανή ριζοσπαστικοποίησης», όχι μόνο για ισλαμιστές, αλλά και για ακροδεξιούς. Τα βίντεο είναι σύντομα, αστεία, φτιαγμένα ακριβώς για την προσοχή των εφήβων. Απαντούν σε κάθε μικρό ερώτημα της καθημερινότητας, ακόμη και στο πώς πρέπει κάποιος να πιει ένα ποτήρι νερό: με ποιο χέρι, με ποια φράση, σε πόσες γουλιές.
Η πλειονότητα των μουσουλμάνων δεν ζει έτσι, τονίζει. Όμως για αρκετά παιδιά και εφήβους, τέτοιο περιεχόμενο διαμορφώνει την εικόνα ενός «αυστηρού» Ισλάμ που αρχίζουν να σέβονται ή να φοβούνται. Στα σχολεία, όταν ρωτά ποιος γνωρίζει ορισμένους σαλαφιστές δημιουργούς περιεχομένου, συχνά σηκώνονται πολλά χέρια. ακόμη και από παιδιά που δεν είναι μουσουλμάνοι. Κάποιος μπορεί να μπει από ένα αστείο βίντεο και να μείνει για το υπόλοιπο ιδεολογικό πακέτο.
Στα εργαστήριά του, ο Σαράτς συναντά συχνά αντι-κουίρ επιχειρήματα που παρουσιάζονται ως θρησκευτικά. Η ιστορία του λαού του Λωτ, γνωστή και από την Παλαιά Διαθήκη, χρησιμοποιείται συχνά ως δήθεν απόδειξη ότι το Ισλάμ καταδικάζει την ομοφυλοφιλία. Ο ίδιος προσπαθεί να ανοίξει το κείμενο ξανά: ρωτά τους μαθητές αν έχουν διαβάσει πραγματικά την ιστορία, αν καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για αφήγηση βίας και εξαναγκασμού, όχι για συναινετικό σεξ ή αγάπη ανάμεσα σε δύο άνδρες. Λεσβίες γυναίκες και άλλοι κουίρ άνθρωποι δεν αναφέρονται καν εκεί.
Δεν προσπαθεί να κάνει τα παιδιά «φιλελεύθερους μουσουλμάνους». Προσπαθεί να τους δείξει ότι η θρησκεία δεν είναι ένα μόνο πράγμα και ότι η ερμηνεία μπορεί να γίνει εργαλείο φόβου ή ελευθερίας. Αυτό το ξέρει επειδή το έζησε.
Η δική του ριζοσπαστικοποίηση, λέει, είχε βαθιά σχέση με τον πατέρα του. Ο πατέρας του δεν ήξερε ότι ο γιος του ήταν γκέι, αλλά του έμαθε ότι η ομοφυλοφιλία είναι κάτι φρικτό, αηδιαστικό και άρρωστο. Όταν ο πατέρας πέθανε, ο Σαράτς ήταν 13 ετών. Μετά τον θάνατό του άρχισε να ριζοσπαστικοποιείται, πιστεύοντας ότι έτσι θα τον έκανε περήφανο.
Για έξι χρόνια έμεινε μέσα σε αυτή τη σκηνή. Προσευχόταν πέντε φορές την ημέρα, έκανε προσωπικές ικεσίες, ζητούσε από τον Θεό να αλλάξει. Οι σαλαφιστές, λέει, κήρυτταν ότι ο Θεός δεν λέει ποτέ «όχι». Όμως τίποτα δεν άλλαζε. Η απογοήτευση άνοιξε μέσα του μια πρώτη ρωγμή: ή ο Θεός δεν είχε πρόβλημα με την ομοφυλοφιλία του, ή δεν υπήρχε κανείς να τον ακούσει.
Η μεγάλη στροφή ήρθε το 2017, λίγους μήνες μετά την ίδρυση του τεμένους Ιμπν Ρουσντ–Γκαίτε από τη θεία του, τη Σεϊράν Ατές. Ο Σαράτς άκουσε εκεί μια επιστημονική διάλεξη για το Ισλάμ και την ομοφυλοφιλία. Αυτό ήταν το τελικό σημείο αλλαγής. Σημαντικό, λέει, ήταν και ότι η οικογένειά του δεν τον εγκατέλειψε. Η μητέρα του και η θεία του άκουγαν τις ακραίες απόψεις του και του αντιμιλούσαν με σεβασμό. Δεν τον άφησαν, αλλά ούτε τον χάιδεψαν.
Σήμερα, στο ίδιο τέμενος, ο Σαράτς δέχεται ανθρώπους που θέλουν να κρατήσουν μαζί την πίστη και την κουίρ ταυτότητά τους. Δέχεται όμως και πρώην μουσουλμάνους που δεν θέλουν καμία σχέση με μια θρησκεία στο όνομα της οποίας χτυπήθηκαν, εξαναγκάστηκαν, απειλήθηκαν ή εξορίστηκαν από την οικογένειά τους. Δεν βλέπει τη δουλειά του ως ιεραποστολή. Τη βλέπει ως κοινότητα και φροντίδα.
Οι ιστορίες που ακούει είναι συχνά σκληρές. Μιλά για ανθρώπους που υπέστησαν εξορκισμούς, για νέους που τους έδεσαν στο κρεβάτι ενώ ιμάμηδες διάβαζαν προσευχές για να διώξουν δήθεν ένα δαιμόνιο, για λεσβίες που κλειδώθηκαν από τις οικογένειές τους, για ανθρώπους που εξαναγκάστηκαν σε θεραπείες μεταστροφής ώστε να γίνουν στρέιτ. Ξέρει επίσης ότι υπάρχουν πολλές μουσουλμανικές οικογένειες που αντιδρούν με αγάπη στο άνοιγμα των παιδιών τους. Και αυτή η διάκριση, για εκείνον, είναι απαραίτητη.
Η κουιροφοβία, λέει, δεν είναι αποκλειστικό πρόβλημα του Ισλάμ. Υπάρχει σε όλες τις αβρααμικές θρησκείες. Βλέπει όμως ότι στον χριστιανισμό και στον ιουδαϊσμό υπάρχουν πλέον περισσότερες ανοιχτές δημόσιες συζητήσεις, ενώ στις μεγάλες μουσουλμανικές ενώσεις της Γερμανίας το θέμα συχνά απορρίπτεται ως πρόκληση ή προσβολή. Αυτό τον οδηγεί σε μια πιο γενική κριτική: οι θρησκευτικές κοινότητες, χριστιανικές και μουσουλμανικές, έχουν υπερβολική θεσμική ισχύ στη Γερμανία.
Γι’ αυτό ζητά μια πιο καθαρά κοσμική εκπαιδευτική προσέγγιση. Όχι ομολογιακή θρησκευτική εκπαίδευση που μαθαίνει στα παιδιά να γίνουν «καλοί χριστιανοί» ή «καλοί μουσουλμάνοι», αλλά θρησκειολογία, ηθική, επιστημονική κατανόηση των θρησκειών και συζήτηση για τη ριζοσπαστικοποίηση μέσα σε αυτές.
Το πιο ενδιαφέρον στον Σαράτς είναι ότι δεν χωρά εύκολα σε κανένα έτοιμο στρατόπεδο. Είναι μουσουλμάνος και γκέι. Μιλά σκληρά για τον ισλαμισμό και αρνείται την ισλαμοφοβία. Υπερασπίζεται το δικαίωμα των κουίρ ανθρώπων να μείνουν μέσα στην πίστη τους, αλλά υπερασπίζεται εξίσου όσους έφυγαν από αυτήν για να σωθούν. Δέχεται απειλές από φανατικούς και επιθέσεις από δεξιούς. Και επιμένει ότι οι μουσουλμάνοι που είναι δημοκρατικοί, φιλικοί προς τους κουίρ ανθρώπους και πιστοί στο Σύνταγμα δεν είναι αόρατοι· απλώς δεν ακούγονται αρκετά.
Μετά την επίθεση στο CSD, το μήνυμά του είναι να μη σπάσει η κοινότητα σε στρατόπεδα. Να κατονομαστεί ο ισλαμισμός, να κατονομαστεί η Ακροδεξιά, να αναγνωριστούν τα προβλήματα χωρίς να γίνουν καύσιμο για ρατσισμό. Ίσως, λέει, αυτή η στιγμή να μπορεί να ενώσει ανθρώπους που μέχρι χθες μάλωναν μεταξύ τους.
Ο Τουγκάι Σαράτς δεν μιλά σαν θεωρητικός της συμφιλίωσης. Μιλά σαν κάποιος που χρειάστηκε να επιβιώσει από την ίδια την ιδέα ότι ήταν λάθος.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση του ακούγεται τόσο απλή και τόσο μεγάλη: προσευχήθηκε να γίνει άλλος, δεν έγινε, και τελικά έσωσε τον εαυτό του ακριβώς επειδή παρέμεινε αυτός που ήταν.
Με στοιχεία από Tagesspiegel, Ibn Rushd-Goethe Moschee, Querverlag και Die Welt