Πριν επιστρέψει στη Ρώμη ως μεγάλη έκθεση, ο Ποντόρμο είχε ήδη επιστρέψει πολλές φορές μέσα από τις εικόνες των άλλων. Ο Παζολίνι τον κοίταξε στο La ricotta, στήνοντας σαν ζωντανό πίνακα το σώμα του Χριστού και τα σώματα των φτωχών κομπάρσων. Ο Μπιλ Βαϊόλα τον ξανακοίταξε στο The Greeting, παίρνοντας από τη «Visitazione» την ένταση μιας συνάντησης και απλώνοντάς την στον αργό χρόνο της βιντεοτέχνης. Κάτι στα σώματα του Ποντόρμο, στην παράξενη εγγύτητα και στην ασταθή τους χάρη, εξακολουθούσε να καλεί τους νεότερους καλλιτέχνες.
Από τις 9 Οκτωβρίου 2026 έως τις 7 Φεβρουαρίου 2027, οι Scuderie del Quirinale στη Ρώμη παρουσιάζουν την πρώτη μεγάλη μονογραφική έκθεση αφιερωμένη στον Τζάκοπο Καρούτσι, γνωστό ως Ποντόρμο, έναν από τους πιο ανήσυχους ζωγράφους του φλωρεντινού 16ου αιώνα. Η έκθεση διοργανώνεται σε συνεργασία με τις Gallerie degli Uffizi και θα συγκεντρώσει πίνακες, σχέδια και έργα σε χαρτί από σημαντικές συλλογές της Ιταλίας και του εξωτερικού, από το Λούβρο και τη National Gallery έως το British Museum, το Metropolitan Museum of Art, την National Gallery of Art της Ουάσινγκτον, το Art Institute of Chicago και το Getty Museum.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν μεγάλο παλιό δάσκαλο που βγαίνει ξανά στο φως. Ο Ποντόρμο υπήρξε από τους ζωγράφους που έκαναν την Αναγέννηση να χάσει, υπέροχα, την ισορροπία της. Αν η προηγούμενη γενιά αναζητούσε αρμονία, μέτρο και καθαρότητα, εκείνος άνοιξε έναν κόσμο όπου το χρώμα γίνεται ανήσυχο, τα σώματα μοιάζουν να αιωρούνται και η συγκίνηση δεν χωρά εύκολα σε μια ήρεμη σύνθεση. Αυτή η ρωγμή είναι που τον έκανε τόσο γόνιμο για τον 20ό αιώνα.
Στο κέντρο της έκθεσης βρίσκεται η περίφημη «Visitazione», που έρχεται από την εκκλησία του San Michele Arcangelo στο Carmignano, κοντά στο Πράτο. Είναι ένας από τους πίνακες όπου ο Ποντόρμο σπάει την ηρεμία της Αναγέννησης χωρίς να εγκαταλείπει την ομορφιά της. Τα χρώματα είναι σχεδόν ηλεκτρικά, τα σώματα στέκονται κοντά αλλά όχι ήσυχα, τα βλέμματα δημιουργούν μια ένταση που μοιάζει πιο σύγχρονη από την εποχή της. Η σκηνή είναι βιβλική, αλλά αυτό που μένει δεν είναι μόνο το θρησκευτικό επεισόδιο. Είναι η στιγμή μιας αναγνώρισης ανάμεσα σε γυναίκες, μια συνάντηση που δείχνει απλή και ταυτόχρονα ανεξήγητα φορτισμένη.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο είδε, δεκαετίες αργότερα, ο Μπιλ Βαϊόλα. Το The Greeting, που παρουσιάστηκε το 1995 στο αμερικανικό περίπτερο της Μπιενάλε της Βενετίας, βασίστηκε στη «Visitazione» χωρίς να την αντιγράψει. Μια σύντομη συνάντηση τριών γυναικών, που στην πραγματικότητα κρατά περίπου 45 δευτερόλεπτα, απλώνεται σε δέκα λεπτά αργής κίνησης. Η χειρονομία, η αμηχανία, το βλέμμα και η καθυστέρηση γίνονται το πραγματικό θέμα. Ο Βαϊόλα δεν παίρνει από τον Ποντόρμο μόνο τη σύνθεση. Παίρνει την ιδέα ότι μια συνάντηση μπορεί να είναι σχεδόν μυστήριο.
Από τις 11 Οκτωβρίου, το έργο του Βαϊόλα θα παρουσιαστεί στη Santa Maria Antiqua, στον χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς, ως παράλληλος διάλογος με την έκθεση των Scuderie. Έτσι, ο Ποντόρμο δεν εμφανίζεται μόνο ως παλιός δάσκαλος, αλλά ως εικόνα που συνέχισε να γεννά άλλες εικόνες: από το θρησκευτικό tableau του Παζολίνι μέχρι τη βραδύτητα της βίντεο εγκατάστασης. Η Ρώμη, με αυτόν τον διπλό άξονα, δεν δείχνει μόνο τον ζωγράφο· δείχνει και τη μεταγενέστερη ζωή του βλέμματός του.
Στο La ricotta του 1963, ο Παζολίνι είχε χρησιμοποιήσει τον Ποντόρμο και τον Ρόσο Φιορεντίνο σε έγχρωμα tableaux vivants μέσα σε μια κατά βάση ασπρόμαυρη ταινία. Δεν τον ενδιέφερε μόνο η αναφορά στην ιστορία της τέχνης. Τον ενδιέφερε το πώς η ιερή εικόνα μπορούσε να ακουμπήσει την υλική, σχεδόν ταπεινωμένη ζωή των «τελευταίων»: των σωμάτων που δουλεύουν, πεινούν, εκτίθενται και μένουν έξω από τη μεγάλη αφήγηση. Εκεί ο μανιερισμός δεν είναι διακοσμητική μνήμη, αλλά εργαλείο για να φανεί η απόσταση ανάμεσα στο ιερό και στο φτηνό, ανάμεσα στην εικόνα και στο σώμα που τη σηκώνει.
Γι’ αυτό η έκθεση της Ρώμης έχει ενδιαφέρον πέρα από το αυστηρά μουσειακό της βάρος. Ο Ποντόρμο επιστρέφει όχι ως ήσυχος ζωγράφος του παρελθόντος, αλλά ως μια εικόνα που δεν έμεινε ποτέ ακίνητη. Στα έργα του υπάρχει πάντα κάτι λίγο ασταθές: ένα χρώμα που δεν υπακούει, ένα σώμα που μοιάζει να αιωρείται, μια συνάντηση που δεν έχει τελειώσει ακόμη.
Ίσως γι’ αυτό τον χρειάστηκαν τόσο διαφορετικοί καλλιτέχνες: γιατί μέσα στην παλιά του ζωγραφική υπήρχε ήδη ένας τρόπος να κοιτάς το σώμα σαν να βρίσκεται στο όριο μιας αποκάλυψης.
Με στοιχεία από Scuderie del Quirinale, Finestre sull’Arte