Σε ένα μικρό παρεκκλήσι στο κέντρο του Παρισιού, ο Κιθ Χάρινγκ βρίσκεται εκεί όπου ίσως δεν θα τον περίμενε κανείς: πάνω σε ένα εκκλησιαστικό τρίπτυχο για τη ζωή του Χριστού.
Το “The Life of Christ”, έργο σε μπρούντζο με πατίνα λευκού χρυσού, είναι το τελευταίο έργο που δημιούργησε ο Αμερικανός καλλιτέχνης λίγο πριν πεθάνει από AIDS, το 1990, σε ηλικία μόλις 31 ετών. Σήμερα βρίσκεται στο παρεκκλήσι Saint-Vincent-de-Paul, μέσα στην εκκλησία Saint-Eustache, απέναντι από το Forum des Halles, στην καρδιά του Παρισιού.
Για χρόνια, πολλοί επισκέπτες περνούσαν από την εκκλησία χωρίς να το προσέξουν. Το παρεκκλήσι ήταν κακοφωτισμένο, οι τοίχοι σκονισμένοι, το έργο σχεδόν χαμένο μέσα στο ίδιο του το περιβάλλον. Η πρόσφατη αποκατάσταση του χώρου, που παρουσιάστηκε στις 25 Ιουνίου, δύο ημέρες πριν από την πορεία Pride του Παρισιού, αλλάζει αυτή τη σχέση. Το έργο του Χάρινγκ ξαναβρίσκει το φως του.
Η αποκατάσταση δεν αφορούσε τόσο το ίδιο το τρίπτυχο, που βρισκόταν σε καλή κατάσταση, όσο το «σκηνικό» που το περιβάλλει: τις τοιχογραφίες του 17ου αιώνα και την αρχιτεκτονική του παρεκκλησιού. Το έργο, ουσιαστικά, δεν χρειαζόταν σωτηρία. Χρειαζόταν χώρο για να φανεί.
Αυτό κάνει την ιστορία ακόμη πιο φορτισμένη. Ο Χάρινγκ, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους queer καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, ο άνθρωπος που έφερε τη γλώσσα του δρόμου, του μετρό, της club κουλτούρας και της πολιτικής αφίσας στο κέντρο της σύγχρονης τέχνης, βρίσκεται εδώ μέσα σε έναν καθολικό ναό. Και όχι ως παραφωνία. Ως μνήμη.
Το τρίπτυχο σχεδιάστηκε λίγο πριν από τον θάνατό του. Ο Χάρινγκ, αν και άθεος, εμπνεύστηκε από τη μορφή των ορθόδοξων εικόνων και δημιούργησε μια θρησκευτική σύνθεση με τη δική του αδιαμφισβήτητη γραμμή: αγγέλους, ένα μωρό, μια μορφή με πολλά χέρια, σώματα που πάλλονται ανάμεσα στο παιδικό σχέδιο και στο σύμβολο.
Δεν πρόλαβε να δει το έργο ολοκληρωμένο στην τελική του μορφή, χυμένο σε μπρούντζο και καλυμμένο με πατίνα λευκού χρυσού. Πέθανε στις 16 Φεβρουαρίου 1990. Λίγους μήνες αργότερα, την ημέρα που θα γινόταν 32 ετών, ένα από τα αντίτυπα παρουσιάστηκε στον καθεδρικό ναό Saint John the Divine στη Νέα Υόρκη, σε τελετή στη μνήμη του.
Η διαδρομή του έργου μέχρι το Saint-Eustache είναι μέρος της μεταθανάτιας ιστορίας του Χάρινγκ. Ένα αντίτυπο μπήκε στις συλλογές της Πόλης του Παρισιού τη δεκαετία του 1990 και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην εκκλησία, ως φόρος τιμής όχι μόνο στον ίδιο, αλλά και στη σχέση του χώρου με την ιστορία του AIDS.
Γιατί το Saint-Eustache δεν είναι μια οποιαδήποτε εκκλησία σε αυτή την αφήγηση. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, η γοτθική εκκλησία των Halles έγινε ένας από τους σημαντικούς χώρους στήριξης ανθρώπων που ζούσαν με HIV/AIDS στο Παρίσι. Την εποχή που η επιδημία σάρωνε τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι, την εποχή που η Εκκλησία συχνά καταδίκαζε την ομοφυλοφιλία και αρνούνταν την ορατότητα των ασθενών, η ενορία του Saint-Eustache άνοιξε τις πόρτες της.
Ο πατέρας Ζεράρ Μπενετό, τότε ιερέας της εκκλησίας, υποδέχθηκε ανθρώπους που αλλού ένιωθαν πνευματικά εγκαταλελειμμένοι. Τελούσε κηδείες ανθρώπων που πέθαιναν από AIDS, σε μια περίοδο όπου πολλές εκκλησίες δυσκολεύονταν ακόμη να δουν τους ασθενείς όχι ως σκάνδαλο, αλλά ως ανθρώπους που χρειάζονταν φροντίδα, τελετουργία και αξιοπρέπεια.
Αυτό το ιστορικό βάρος κάνει το τρίπτυχο του Χάρινγκ κάτι περισσότερο από ένα σπάνιο έργο σε απρόσμενο χώρο. Το “The Life of Christ” γίνεται σχεδόν σημείο συνάντησης ανάμεσα σε δύο ιστορίες: την ιστορία ενός queer καλλιτέχνη που πέθανε μέσα στην κρίση του AIDS και την ιστορία μιας εκκλησίας που επέλεξε να σταθεί δίπλα σε ανθρώπους που πολλοί άλλοι άφηναν έξω.
Η ίδια η παρουσία του έργου μέσα στο παρεκκλήσι λειτουργεί σαν αντίφαση που δεν χρειάζεται να λυθεί. Ο Χάρινγκ δεν γίνεται θρησκευτικός καλλιτέχνης με την παραδοσιακή έννοια. Ούτε η εκκλησία γίνεται ξαφνικά queer ουτοπία. Αυτό που συμβαίνει είναι πιο ενδιαφέρον: ένας χώρος πίστης, μνήμης και κοινωνικής φροντίδας δέχεται στο κέντρο του ένα έργο που κουβαλά την επιθυμία του Χάρινγκ να ανοίξει την τέχνη σε όλους.
Η εκκλησία Saint-Eustache έχει συχνά χαρακτηριστεί «εκκλησία των καλλιτεχνών». Η σχέση της με τη σύγχρονη τέχνη δεν σταμάτησε στον Χάρινγκ. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, φιλοξένησε έργα, εγκαταστάσεις και παρεμβάσεις καλλιτεχνών, ενώ η ενορία συνέχισε το κοινωνικό της έργο, από τη διανομή γευμάτων έως ομάδες στήριξης και συζητήσεις γύρω από σύγχρονες μορφές ευαλωτότητας.
Η αποκατάσταση του παρεκκλησιού Saint-Vincent-de-Paul, με χρηματοδότηση του World Monuments Fund, δεν είναι λοιπόν μόνο μια πράξη συντήρησης. Είναι μια πράξη ανάδειξης. Φέρνει στο προσκήνιο ένα έργο που ήταν πάντα εκεί, αλλά δεν φαινόταν αρκετά. Και μαζί του φέρνει στο φως μια ιστορία τέχνης, AIDS, πίστης, φροντίδας και queer μνήμης.
Στο τέλος, το πιο συγκινητικό σε αυτή την υπόθεση δεν είναι ότι ένας Χάρινγκ βρίσκεται σε μια εκκλησία. Είναι ότι βρίσκεται σε αυτή την εκκλησία. Σε έναν χώρο που, σε μια εποχή μαζικής απώλειας και φόβου, δεν γύρισε την πλάτη στους ανθρώπους του AIDS.
Τώρα, όποιος μπαίνει στο Saint-Eustache για να περάσει προς τον χώρο υποδοχής της εκκλησίας, θα χρειαστεί να περάσει μπροστά από τις χορευτικές, φωτεινές μορφές του Χάρινγκ. Σαν να θυμίζουν ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να σταθεί εκεί όπου οι θεσμοί, κάποιες φορές, άργησαν να φτάσουν: δίπλα στο σώμα που πονά, στο σώμα που αγαπά, στο σώμα που πεθαίνει και ζητά να μη σβηστεί.
με στοιχεία από Le Monde