Πρώτα βλέπεις το φιλί.
Μια ντραγκ κουίν φυσά ένα φιλί στον δρόμο, στη Νέα Υόρκη, στην πορεία Pride του 1990. Το στόμα ανοίγει σαν να στέλνει κάτι στον αέρα που δεν είναι απλώς τρυφερότητα. Είναι πείσμα. Είναι σκηνή. Είναι επιβίωση με κραγιόν. Γύρω της υπάρχουν σώματα που δεν έχουν καμία διάθεση να μειώσουν την έντασή τους για να γίνουν αποδεκτά. Σώματα που χορεύουν, περπατούν, φωνάζουν, φιλιούνται, κουβαλούν πανό, φοράνε στολές, γυαλιά, δέρμα, φτερά, θυμό, χιούμορ, ιστορία.
Και μετά θυμάσαι ότι αυτά τα σώματα δεν χόρευαν απλώς.
Μετρούσαν απουσίες.
Το νέο δίτομο βιβλίο του Vincent Cianni, Archive/Journal: 1985-1995/2001, που κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Daylight Books, φέρνει στο φως φωτογραφίες και ημερολόγια που έμεναν για δεκαετίες στο αρχείο του.
Δεν πρόκειται για μια εξωτερική καταγραφή της κρίσης του AIDS, ούτε για μια μεταγενέστερη, μουσειακή απόπειρα να τακτοποιηθεί μια τραγωδία σε όμορφες εικόνες και σωστές χρονολογίες. Ο Τσιάνι δεν φωτογράφιζε μια κρίση από απόσταση. Φωτογράφιζε τη ζωή του την ώρα που η ζωή του γινόταν Ιστορία.Αυτό αλλάζει τα πάντα.
Γιατί το βλέμμα του δεν είναι το βλέμμα κάποιου που πλησίασε μια κοινότητα σαν εξωτερικός παρατηρητής. Είναι το βλέμμα κάποιου που ανήκει. Που αγαπά. Που φοβάται. Που κάνει τεστ. Που γράφει ημερολόγιο για να μη διαλυθεί. Που βλέπει φίλους, εραστές και συντρόφους να αρρωσταίνουν, να μάχονται, να οργανώνονται, να πεθαίνουν, να επιμένουν.
Που καταλαβαίνει πολύ νωρίς ότι το προσωπικό αρχείο δεν είναι ποτέ απλώς προσωπικό όταν γύρω σου μια ολόκληρη γενιά αναγκάζεται να αποδείξει ότι οι ζωές της άξιζαν να σωθούν.
Η ιστορία του Τσιάνι αρχίζει το 1985, τη χρονιά όπου το AIDS έγινε παγκόσμιο πρωτοσέλιδο μετά τη δημοσιοποίηση ότι ο Ροκ Χάντσον έπασχε από την ασθένεια. Εκείνη τη στιγμή, η σιωπή γύρω από την επιδημία δεν ήταν απλώς άγνοια. Ήταν κοινωνικός μηχανισμός. Ήταν ντροπή, ομοφοβία, θρησκευτική τιμωρία, πολιτική εγκατάλειψη.
Σε αρκετές αμερικανικές πολιτείες, οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα του ίδιου φύλου παρέμεναν ποινικοποιημένες, ενώ δημόσιες φωνές της θρησκευτικής Δεξιάς παρουσίαζαν το AIDS σαν θεϊκή τιμωρία και όχι σαν υγειονομική και πολιτική καταστροφή.
Ο Τσιάνι ήταν τότε 23 ετών, ένας νέος φωτογράφος που ήδη έβλεπε το ντοκουμέντο ως πράξη κοινωνικής εμπλοκής. Όμως το AIDS δεν του επέτρεψε να κρατήσει την απόσταση του φωτογράφου. Η ασθένεια μπήκε στη ζωή του, στους φίλους του, στους εραστές του, στο σώμα της κοινότητάς του.
Η γραμμή ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο θέμα έσβησε. Η κάμερα έγινε ημερολόγιο. Και το ημερολόγιο έγινε ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για πράγματα που δεν μπορούσαν ακόμη να ειπωθούν χωρίς να σπάσουν.
Μαζί με τον σύντροφό του, Σκοτ, ο Τσιάνι άρχισε να κρατά σημειώσεις από τη στιγμή που αποφάσισαν να κάνουν τεστ για HIV. Το αποτέλεσμα του Σκοτ βγήκε θετικό. Το δικό του, προς το παρόν, αρνητικό. Αυτή η μικρή φράση, «προς το παρόν», κουβαλά όλη την αγωνία μιας εποχής. Δεν υπάρχει καθαρή ασφάλεια. Υπάρχει μόνο χρόνος που κερδίζεται, χρόνος που χάνεται, χρόνος που περιμένει έξω από την πόρτα.
Ο πρώτος τόμος του βιβλίου, Archive: 1985-1995, είναι δημόσιος, ηλεκτρισμένος, γεμάτος δρόμο. Ο Τσιάνι βγαίνει στη Νέα Υόρκη και φωτογραφίζει Pride, πορείες, συλλογικά σώματα, ανθρώπους που δεν θέλουν πια να σιωπήσουν. Οι εικόνες είναι γεμάτες χαρά, αλλά ποτέ αθώα χαρά.
Είναι η χαρά ανθρώπων που ξέρουν ότι η χαρά τους είναι πολιτική πράξη. Η χαρά ανθρώπων που δεν βγήκαν στον δρόμο επειδή όλα πήγαιναν καλά, αλλά επειδή πολλά πήγαιναν φρικτά.
Εκεί, μέσα στην ένταση των δρόμων, εμφανίζονται Church Ladies for Choice, Lesbians for Patsy Cline, Radical Faeries, Dykes on Bikes, ντραγκ κουίν, βετεράνοι, χορευτές, καουμπόηδες, η Μάρσα Π. Τζόνσον, η Σίλβια Ριβέρα, η ACT UP, πανό, πρόσωπα, γέλια, συνθήματα. Δεν είναι ένα ενιαίο, καθαρό, ευανάγνωστο κουίρ σώμα. Είναι μια πόλη από σώματα. Μια κοινότητα που δεν ζητά να φανεί αξιοπρεπής για να γίνει αποδεκτή. Ζητά να ζήσει.
Και αυτή είναι η βασική ηθική των φωτογραφιών: δεν μετατρέπουν το AIDS σε εικόνα θυματοποίησης. Δεν φωτογραφίζουν μόνο τον πόνο, ούτε μόνο την ομορφιά της αντίστασης. Κρατούν μαζί τα ασυμφιλίωτα. Το φιλί και το φέρετρο. Την ντραγκ υπερβολή και το νοσοκομείο. Το Pride και το τεστ. Την πλατεία και το υπνοδωμάτιο. Τη δημόσια κραυγή και το ιδιωτικό τρέμουλο.
Ο Τσιάνι δεν ενδιαφέρεται να δείξει μια κοινότητα αγιοποιημένη από τον θάνατο. Δείχνει ανθρώπους ζωντανούς. Πρόστυχους, αστείους, κουρασμένους, στολισμένους, θυμωμένους, γελοίους, υπέροχους, ερωτικούς, φοβισμένους, πολιτικούς. Δείχνει το κουίρ σώμα όχι σαν σύμβολο, αλλά σαν οργανισμό που επιμένει. Και σε αυτό το σημείο οι φωτογραφίες του αποκτούν μια σπάνια δύναμη: αρνούνται να αφήσουν την κρίση του AIDS να γίνει μόνο μαύρο πλαίσιο.
Γιατί εκείνη η εποχή δεν ήταν μόνο θάνατος. Ήταν και φιλί. Ήταν και μουσική. Ήταν και δρόμος. Ήταν και αστείο μέσα στη φρίκη. Ήταν και επιθυμία. Ήταν και αδιανόητη επινόηση μορφών φροντίδας. Ήταν άνθρωποι που έπρεπε να γίνουν ο ένας οικογένεια του άλλου, επειδή οι κανονικές οικογένειες, οι θεσμοί, το κράτος, η εκκλησία και τα μέσα συχνά τους άφηναν να πεθάνουν μόνοι ή ντροπιασμένοι.
Το αρχείο του Τσιάνι γι’ αυτό δεν είναι απλώς φωτογραφικό. Είναι αρχείο τρόπων επιβίωσης.
Στον πρώτο τόμο, οι εικόνες συνοδεύονται από ένα εκτενές ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο: ακτιβισμός, νόμοι, εγκλήματα, επιστήμη, υγεία, ΜΜΕ, ποπ κουλτούρα, αθλητισμός, τέχνη. Ο Τσιάνι δημιουργεί επίσης κολάζ ειδικά για το βιβλίο, διασώζοντας στιγμές από εφημερίδες, περιοδικά, έργα αντίστασης της Gran Fury και καλέσματα της ACT UP. Δεν το κάνει για να εξηγήσει ψυχρά την εποχή. Το κάνει για να δείξει ότι κανένα πρόσωπο δεν ζούσε μόνο του την κρίση. Κάθε σώμα ήταν μέσα σε ένα πλέγμα από νόμους, ρητορική μίσους, ιατρική καθυστέρηση, ακτιβισμό, φόβο, ελπίδα, κοινότητα.
Αυτό είναι κρίσιμο. Η ασθένεια δεν ήταν ποτέ μόνο βιολογική. Ήταν και πολιτική. Το σώμα δεν δεχόταν επίθεση μόνο από τον ιό, αλλά και από την εγκατάλειψη, την προκατάληψη, την καθυστέρηση, την ηθικολογία, την αδιαφορία. Η κουίρ κοινότητα δεν έπρεπε απλώς να αντέξει το πένθος. Έπρεπε να οργανώσει το πένθος της σε δημόσια δύναμη.
Γι’ αυτό η φράση «Silence = Death» δεν ήταν σύνθημα με ωραία γραφιστική. Ήταν κυριολεξία.
Ο δεύτερος τόμος, Journal: 1985-2001, χαμηλώνει τον ήχο. Εκεί το πλήθος υποχωρεί και μπαίνει το δωμάτιο. Τα προσωπικά γραπτά, οι ιδιωτικές φωτογραφίες, οι απώλειες, ο Σκοτ, οι φίλοι, οι εραστές, το σώμα του ίδιου του Τσιάνι, όλα επιστρέφουν όχι ως ιστορικό υλικό αλλά ως πληγή που δεν είχε ησυχάσει ποτέ πραγματικά.
Ο ίδιος έχει πει ότι η επιστροφή στα ημερολόγιά του ήταν «σκέτη γαμημένη κόλαση». Η φράση είναι σημαντική γιατί χαλάει αμέσως κάθε καθωσπρέπει ιδέα περί αρχειακής εργασίας. Δεν πρόκειται για κάποιον που άνοιξε συρτάρια και ταξινόμησε το παρελθόν του με ήρεμη ωριμότητα. Πρόκειται για κάποιον που αναγκάστηκε να ξαναμπεί σε δωμάτια όπου είχε αφήσει ανθρώπους, φωνές, αποτελέσματα εξετάσεων, νύχτες, φόβους, θανάτους, ενοχές, επιθυμίες.
Το γράψιμο τότε τον βοηθούσε να επεξεργαστεί το τραύμα καθημερινά, να το βάλει στο χαρτί, να το καταλάβει, ίσως να το αφήσει για λίγο κάτω. Η επιστροφή σε αυτά τα γραπτά, δεκαετίες μετά, δεν ήταν μνήμη. Ήταν επανέκθεση.
Εδώ το βιβλίο γίνεται πιο σκληρό ακριβώς επειδή γίνεται πιο ήσυχο. Η δημόσια ιστορία του AIDS έχει συχνά εικόνες που αναγνωρίζουμε: πορείες, αφίσες, ακτιβιστές ξαπλωμένους στον δρόμο, συνθήματα, πολιτική οργή. Το ιδιωτικό αρχείο είναι άλλο πράγμα. Εκεί δεν υπάρχει πάντα σύνθημα να σε κρατήσει.
Υπάρχει το πρόσωπο ενός ανθρώπου που αγαπάς. Η σημείωση σε ένα τετράδιο. Η εξάντληση. Η ενοχή του επιζώντα. Η επιθυμία που δεν εξαφανίζεται επειδή υπάρχει φόβος. Το σώμα που γίνεται ημερομηνία, αποτέλεσμα, σύμπτωμα, μνήμη.
Το Journal δείχνει ότι το AIDS δεν «χτύπησε» απλώς μια κοινότητα. Μπήκε στις συνήθειες, στη γλώσσα, στον έρωτα, στη φροντίδα, στο σεξ, στη φιλία, στον τρόπο που οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας το σώμα του άλλου. Η ασθένεια δεν ήταν μόνο αυτό που συνέβαινε στο νοσοκομείο.
Ήταν αυτό που συνέβαινε ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αποφάσιζαν να κάνουν τεστ. Ανάμεσα σε δύο εραστές που δεν ήξεραν πόσο χρόνο έχουν. Ανάμεσα σε φίλους που έπρεπε να μάθουν πώς να γίνονται νοσηλευτές, οικογένεια, μάρτυρες, σύντροφοι μέχρι το τέλος.
Η απόφαση του Τσιάνι να επιστρέψει σε αυτό το υλικό ήρθε το 2020, με την άφιξη της πανδημίας του Covid-19. Τότε, διδάσκοντας διαδικτυακά στο Parsons School of Design, βρέθηκε ξανά απέναντι σε έναν κόσμο γεμάτο παραπληροφόρηση, ασθένεια, αναπηρία, θάνατο, πολιτική σύγχυση. Το παρελθόν δεν επέστρεψε επειδή έμοιαζε απλώς με το παρόν. Επέστρεψε επειδή φάνηκε πως οι κοινωνίες ξεχνούν πολύ εύκολα τι σημαίνει να αφήνεις τους ευάλωτους να πληρώνουν πρώτοι το κόστος μιας κρίσης.
Αυτό κάνει το Archive/Journal τόσο επίκαιρο χωρίς να χρειάζεται να φωνάξει την επικαιρότητά του. Δεν λέει «το AIDS τότε, ο Covid τώρα». Δεν κάνει εύκολη αντιστοίχιση. Δείχνει όμως το νήμα: τον φόβο, την άγνοια, την ανάγκη για κοινότητα, την πολιτική διαχείριση της ασθένειας, τη βία της παραπληροφόρησης, την αγωνία του σώματος όταν το σώμα γίνεται πεδίο δημόσιου λόγου και ιδιωτικού τρόμου.
Και κυρίως δείχνει ότι το αρχείο δεν είναι νεκρό. Περιμένει. Κάποιες φορές για δεκαετίες. Μέχρι να υπάρξει μια άλλη κρίση που θα του πει: τώρα.
Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος όταν κοιτάμε εικόνες από την κρίση του AIDS σήμερα. Να τις δούμε σαν μακρινό πένθος. Σαν ηρωικό παρελθόν. Σαν μια εποχή που έκλεισε, με τους νεκρούς της, τους ακτιβιστές της, τις αφίσες της, τους μεγάλους συμβολισμούς της. Αυτό θα ήταν άδικο και, κυρίως, βολικό.
Ο Τσιάνι δεν μας αφήνει αυτή την άνεση.
Οι φωτογραφίες του δεν λένε «κοιτάξτε πόσο υπέφεραν». Λένε: κοιτάξτε πώς έζησαν. Κοιτάξτε πώς οργάνωσαν την οργή τους. Κοιτάξτε πώς ερωτεύτηκαν, πώς ντύθηκαν, πώς βγήκαν στον δρόμο, πώς έγραψαν, πώς κράτησαν ημερολόγιο, πώς έκαναν πένθος χωρίς να αφήσουν το πένθος να γίνει η μόνη τους ταυτότητα. Κοιτάξτε τι σημαίνει μια κοινότητα να καταλαβαίνει ότι κανείς δεν θα τη σώσει αν δεν αναγκάσει τον κόσμο να την ακούσει.
Η φράση του Τσιάνι ότι «το να είσαι queer είναι από μόνο του μια πράξη πολιτικής αντίστασης» δεν ακούγεται εδώ σαν ωραίο μότο. Ακούγεται σαν συμπέρασμα πληρωμένο με σώματα. Για μια γενιά, το κουίρ δεν ήταν απλώς ταυτότητα ή κουλτούρα. Ήταν τρόπος να υπάρξεις μέσα σε έναν κόσμο που σε ήθελε σιωπηλό, ντροπιασμένο ή νεκρό.
Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Αφορά και τις νεότερες γενιές, όχι επειδή πρέπει να τους παραδοθεί ένα μάθημα σεβασμού, αλλά επειδή χρειάζεται να δουν από πού έρχεται μεγάλο μέρος της ελευθερίας που σήμερα θεωρείται δεδομένη ή lifestyle. Η κουίρ ορατότητα δεν εμφανίστηκε μόνη της. Χτίστηκε από ανθρώπους που έβαλαν το σώμα τους στον δρόμο, το όνομά τους σε πανό, τη ζωή τους σε ημερολόγια, τη φωνή τους σε συνελεύσεις, τον θυμό τους σε εικόνες.
Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο μάθημα του Archive/Journal: ότι η μνήμη δεν είναι ευγένεια προς τους νεκρούς. Είναι ευθύνη προς τους ζωντανούς.
Γιατί αν ξεχαστεί η κρίση του AIDS ως πολιτική ιστορία, τότε γίνεται απλώς τραγωδία. Αν ξεχαστούν οι φίλοι, οι εραστές, οι σύντροφοι, οι ντραγκ κουίν, οι ακτιβιστές, οι άνθρωποι που έγραψαν και φωτογραφήθηκαν και βγήκαν στους δρόμους, τότε μένουν μόνο αριθμοί. Και οι αριθμοί, όσο φρικτοί κι αν είναι, δεν μπορούν να κρατήσουν το χέρι κανενός.
Ο Vincent Cianni κάνει κάτι πιο δύσκολο. Ανοίγει το αρχείο του όχι για να το καθαρίσει, αλλά για να το αφήσει να μιλήσει με όλη του την αταξία: δημόσια χαρά, ιδιωτικό πένθος, πολιτική οργή, σώματα σε κίνηση, σώματα που χάνονται, γραπτά που δεν γράφτηκαν για να γίνουν λογοτεχνία αλλά για να κρατήσουν κάποιον όρθιο άλλη μια μέρα.
Στο τέλος, αυτό που μένει από το Archive/Journal δεν είναι η εικόνα μιας γενιάς που χάθηκε. Είναι η εικόνα μιας γενιάς που αρνήθηκε να χαθεί σιωπηλά. Που έκανε την απώλεια δρόμο. Που έκανε το ημερολόγιο μαρτυρία. Που έκανε την κάμερα τρόπο να αγαπάς τους ανθρώπους πριν σου τους πάρει η Ιστορία.
Και γι’ αυτό, όταν κοιτάς τη ντραγκ κουίν που φυσά φιλί στην πορεία Pride, δεν βλέπεις μόνο μια στιγμή χαράς από το 1990.
Βλέπεις ένα φιλί που περνά πάνω από τους νεκρούς και φτάνει ακόμη μέχρι εδώ.