Ο Άνταμ ξέρει ακριβώς πώς πρέπει να μοιάζει ένας καλός άντρας το 2026. Ακούει τις γυναίκες, γνωρίζει πολύ καλά το προνόμιό του ως λευκός cis άντρας, δουλεύει σε μια γκαλερί όπου εργάζονται μόνο γυναίκες, κυκλοφορεί με MUBI tote bag και έχει στον τοίχο του την «Cléo από τις 5 ως τις 7» της Ανιές Βαρντά. Αγοράζει βιβλία της Μάγια Αγγέλου και τα διαβάζει σε ανεξάρτητα καφέ μετά τη γιόγκα, ακούει Haim όταν τρέχει και έχει δώσει στον σκύλο του το όνομα της αγαπημένης του αδελφής του συγκροτήματος. Είναι, με άλλα λόγια, ένας άντρας που έχει μάθει άψογα να εκπέμπει όλα τα σωστά πολιτισμικά σήματα.
Στο «Everybody Wants to F*ck Me», το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τζόναθαν Σέι, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, τον Άνταμ υποδύεται ο Τάρον Έτζερτον. Και η ταινία ξεκαθαρίζει πολύ γρήγορα ότι αυτή η προσεκτικά κατασκευασμένη προοδευτική ταυτότητα δεν τον κάνει απαραίτητα καλύτερο άνθρωπο. Ο Άνταμ ξέρει επίσης πώς να χρησιμοποιεί την εικόνα του για να προσεγγίζει γυναίκες, να τις κάνει να αισθάνονται ασφαλείς, να κοιμάται μαζί τους και λίγο αργότερα να απομακρύνεται επιστρατεύοντας περίτεχνες εξηγήσεις για το «headspace» στο οποίο βρίσκεται.
Στην αρχή, η ταινία στήνει σχεδόν ένα τέλειο σύγχρονο meet-cute. Ο Άνταμ γνωρίζει μια νεαρή γυναίκα, την οποία υποδύεται η Μία ΜακΚένα-Μπρους του «How to Have Sex». Χορεύουν με Troye Sivan, μιλούν για το «Before Sunset», καταλήγουν στο κρεβάτι και εκείνος της δηλώνει, ενώ κάνουν σεξ, ότι έχει πάθει εμμονή μαζί της. Το επόμενο πρωί, όμως, ακόμη και μια κούπα ακουμπισμένη στο κομοδίνο χωρίς σουβέρ μοιάζει αρκετή για να αρχίσει να απομακρύνεται. Η καλύτερή του φίλη έχει ήδη βρει όνομα γι’ αυτό: «ρομαντική τρομοκρατία».
Ύστερα εμφανίζεται η Σοφία της Τζέσικα Χένγουικ. Εκείνη καταλαβαίνει αμέσως το παιχνίδι του, κοροϊδεύει το dating profile του και τα αμέτρητα matches που έχει αφήσει στο read. Μετά από μια νύχτα μαζί της, όμως, κάτι αλλάζει. Ξαφνικά οι γυναίκες τον κοιτούν παντού: στο μετρό, στη δουλειά, στον δρόμο. Η προσοχή που ο ίδιος είχε μάθει να κυνηγά γίνεται ακραία, ανεξέλεγκτη και τελικά απειλητική. Ακόμη και ο σκύλος του αρχίζει να τον κοιτάζει περίεργα.
Εδώ η rom-com αρχίζει να γλιστρά προς το stalker thriller και το horror. Η αρχική ιδέα του Σέι ήταν να πάρει κάτι που θυμίζει συμβατική ρομαντική κωμωδία και να το σπρώξει σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος. Το βλέμμα που ο Άνταμ αναζητούσε διαρκώς στρέφεται τώρα εναντίον του αυτό που ο σκηνοθέτης αποκαλεί «the gaze on steroids». Σε μια από τις σκηνές, ένα πλήθος γυναικών τον κυνηγά στον δρόμο.
Το εύρημα θα μπορούσε πολύ εύκολα να καταλήξει σε ένα δίωρο meme για άντρες που έχουν μάθει να λένε όλα τα «σωστά» πράγματα. Ο Σέι όμως ενδιαφέρεται για κάτι πιο άβολο. Ο Άνταμ δεν είναι ένας συντηρητικός που μεταμφιέστηκε πρόχειρα σε φεμινιστή. Πιθανότατα πιστεύει αρκετά από όσα λέει. Το πρόβλημα είναι ότι έχει μάθει παράλληλα να χρησιμοποιεί αυτή τη γλώσσα ως κοινωνικό και ερωτικό κεφάλαιο. Η ενόχληση βρίσκεται ακριβώς στο ότι ο Άνταμ παραμένει αναγνωρίσιμος.
Ο ίδιος ο Σέι δεν κρύβει ότι ένα κομμάτι του Άνταμ προέρχεται από τον ίδιο. Η ιδέα γεννήθηκε όταν η stand-up κωμικός Μέρι Μπεθ Μπαρόουν τον έβαλε κάποτε σε παράστασή της στο Soho Theatre και πρόβαλε πίσω της το Hinge profile και τα μηνύματά του. Ανάμεσά τους υπήρχαν εκείνα τα μεγάλα μηνύματα που στέλνει κάποιος μετά από ένα ραντεβού για να εξηγήσει ότι «δεν βρίσκεται σε καλό headspace». Οι γυναίκες στο κοινό γελούσαν και φώναζαν· οι άντρες, όπως θυμάται ο ίδιος, έμοιαζαν να σκέφτονται: «Ωχ, αυτό το κάνω κι εγώ».
Ακόμη και η arthouse αισθητική του Άνταμ έχει αυτοβιογραφική ρίζα. Ο Σέι είχε κάποτε στο σπίτι του αφίσα του «The Worst Person in the World», μέχρι που μια φίλη τού είπε να την κατεβάσει επειδή έμοιαζε υπερβολικά με δήλωση προς τις γυναίκες ότι είναι ο τύπος άντρα που αγαπά το φεμινιστικό και arthouse σινεμά. Ο σκηνοθέτης παραδέχεται ότι κατά 90% είχε την αφίσα επειδή αγαπούσε πραγματικά την ταινία και κατά 10% ήξερε ακριβώς τι σήμα εξέπεμπε.
Αυτό το 10% είναι ίσως ο πραγματικός χώρος του «Everybody Wants to F*ck Me». Όχι ο άντρας που προσποιείται χονδροειδώς ότι είναι κάτι άλλο, αλλά η πολύ πιο σύγχρονη γκρίζα ζώνη όπου γούστο, πολιτική ευαισθησία, γλώσσα και ειλικρινής πεποίθηση συνυπάρχουν με την επίγνωση ότι όλα αυτά κάνουν κάποιον πιο ελκυστικό. Ο «nice guy» δεν λέει ψέματα για τα πάντα. Απλώς έχει καταλάβει ότι και η προοδευτικότητα μπορεί να γίνει performance.
Ο Έτζερτον είναι κρίσιμος γι’ αυτή την ισορροπία. Ο Σέι τον επέλεξε επειδή χρειαζόταν έναν ηθοποιό που να μπορεί να κρατήσει τον θεατή κοντά σε έναν χαρακτήρα ο οποίος είναι ταυτόχρονα γοητευτικός και απωθητικός. Ο Άνταμ δεν πρέπει να μοιάζει με τέρας από την αρχή. Πρέπει να μπορείς να καταλάβεις γιατί κάποια θα τον πίστευε, γιατί κάποια θα τον έβρισκε ασφαλή, γιατί κάποια θα τον ακολουθούσε σπίτι του — και γιατί το επόμενο πρωί αυτή η ασφάλεια θα μπορούσε να εξαφανιστεί με μια ψυχρή, καλοδιατυπωμένη φράση.
Δίπλα του βρίσκονται η Τζέσικα Χένγουικ, η Τσάρλι Κλάιβ και η Μία ΜακΚένα-Μπρους, ενώ την παραγωγή υπογράφουν η STUDIOCANAL, η Film4, η Parkville Pictures και η LuckyChap της Μάργκο Ρόμπι. Η παρουσία της LuckyChap έχει ενδιαφέρον, γιατί φέρνει την ταινία κοντά στην περιοχή του «Promising Young Woman», μόνο που εδώ το πεδίο είναι πιο ύπουλο: όχι η εκδίκηση απέναντι στον ανοιχτά βίαιο άντρα, αλλά η αποσυναρμολόγηση του άντρα που έχει μάθει να εμφανίζεται ως σύμμαχος.
Η ταινία κινείται συνειδητά μέσα σε ένα είδος που έχει πλέον σχεδόν κορεστεί. Από το «Get Out» και μετά, το social thriller έχει γίνει ένας από τους αγαπημένους τρόπους του κινηματογράφου να μετατρέπει κοινωνικά φαινόμενα σε μηχανισμούς horror. Το «Everybody Wants to F*ck Me» μπαίνει σε αυτή την περιοχή με περισσότερη κωμωδία και με έναν ήρωα που δεν χρειάζεται μάσκα. Η μάσκα του είναι ακριβώς η πολιτισμένη του συμπεριφορά.
Αυτή είναι ίσως και η πιο εύστοχη πολιτισμική ιδέα της ταινίας. Για χρόνια, το στερεότυπο του επικίνδυνου άντρα ήταν σχετικά εύκολο να αναγνωριστεί: επιθετικός, χυδαίος, απροκάλυπτα μισογύνης.
Ο Άνταμ ανήκει σε μια πολύ νεότερη εκδοχή του ανδρικού archetype. Ξέρει Βαρντά, ξέρει τη συναίνεση, ξέρει το privilege, ξέρει το therapy-speak και ξέρει ποιο playlist πρέπει να παίζει. Το horror αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι το να γνωρίζει κάποιος όλες τις σωστές λέξεις δεν σημαίνει ότι έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει τους άλλους.
Με στοιχεία από Variety, Screen Daily