Ακόμη και ο σερ Άντονι Χόπκινς αμφιβάλλει καμιά φορά για τον εαυτό του. Ακούγοντας τις συνθέσεις του για το «Life Is A Dream», το άλμπουμ που κυκλοφορεί στις 21 Αυγούστου από την Decca Classics, λέει πως υπάρχει μέσα του μια φωνή που του ψιθυρίζει ότι δεν μπορεί να τα έγραψε ο ίδιος. Το ονομάζει, με τη σημερινή λέξη, impostor syndrome.
Το «Life Is A Dream» περιλαμβάνει 12 συνθέσεις που ο Χόπκινς έγραψε σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, μέσα σε έξι δεκαετίες. Η Philharmonia Orchestra τις ηχογράφησε τον Απρίλιο στο Alexandra Palace του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Γκουστάβο Ντουνταμέλ. Για έναν ηθοποιό που έγινε παγκόσμιο πρόσωπο μέσα από το σινεμά, η κυκλοφορία αυτή ανοίγει μια άλλη, λιγότερο γνωστή διαδρομή: τη μουσική που έγραφε παράλληλα με την καριέρα του.
«Η πρώτη μου αγάπη, ή μάλλον η πρώτη μου κλίση, ήταν η μουσική», λέει ο 88χρονος Χόπκινς. Άρχισε να παίζει πιάνο στα 4 του και έγραψε το πρώτο του κομμάτι, ένα βαλς, το 1960, όταν ήταν 22 ετών. Σε αντίθεση με την υποκριτική, που τη βλέπει ως πειθαρχία, η μουσική τού δίνει μεγαλύτερη ελευθερία: έναν χώρο όπου δεν χρειάζεται να υπηρετήσει έναν ρόλο, αλλά να αφήσει τη μνήμη και το ένστικτο να κινηθούν.
Το άλμπουμ επιστρέφει στα παιδικά του χρόνια στην Ουαλία, στην οικογένεια, στην ενηλικίωση, στη νοσταλγία και στη θνητότητα. Το «1947: Suite for Solo Piano and Orchestra: II. Bracken Road» αντλεί από ένα καλοκαίρι στη Νότια Ουαλία και κουβαλά, όπως λέει ο ίδιος, τη μελαγχολία της παιδικής μνήμης. Το «Stella Aria», αφιερωμένο στη σύζυγό του Στέλλα Χόπκινς, μιλά για τη μοναξιά που υπάρχει σε όλους, αλλά και για τη διαδρομή προς μια πιο καθαρή ευτυχία.
Ο Χόπκινς δεν εμφανίζεται τώρα ξαφνικά ως άνθρωπος της μουσικής. Είχε γράψει μουσική για ταινίες στις οποίες συμμετείχε ή τις οποίες σκηνοθέτησε, από το «Shadowlands» μέχρι τα «August», «Slipstream» και «Elyse». Όμως το «Life Is A Dream» συγκεντρώνει αυτή την παράλληλη ζωή σε ένα ενιαίο σώμα, με τη σφραγίδα μιας μεγάλης ορχήστρας και ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους μαέστρους της εποχής.
Τον δρόμο προς τον Ντουνταμέλ τον άνοιξε, απροσδόκητα, ο Μπράντλεϊ Κούπερ, όταν άκουσε παλιότερη εκτέλεση έργου του Χόπκινς από τη City of Birmingham Symphony Orchestra υπό τον Michael Seal και τον έφερε σε επαφή με τον μαέστρο. Ο Ντουνταμέλ δέχτηκε αμέσως και μιλά για μια μουσική που έχει την ίδια φαντασία, ανθρωπιά και συναισθηματική αλήθεια που χαρακτηρίζουν τον Χόπκινς στη σκηνή και στην οθόνη.
Για τον ίδιο τον Χόπκινς, το άλμπουμ δεν μοιάζει με καθυστερημένο επίλογο, αλλά με ακόμη ένα άνοιγμα. Μετά την κυκλοφορία του, σκέφτεται ήδη μια ζωντανή παρουσίαση.
Στην κορυφή της λίστας του βρίσκεται το Carnegie Hall, ένας χώρος που κουβαλά από παιδί στη φαντασία του, μετά την ταινία «Carnegie Hall» του 1947 και τη μητρική φράση που δεν ξέχασε ποτέ: ότι μια μέρα θα παίξει κι εκείνος εκεί.
με στοιχεία από AP