Στην αρχή δεν βλέπεις ούρα.
Βλέπεις ένα χρυσοκόκκινο φως, σχεδόν εκκλησιαστικό, ένα σταυρωμένο σώμα που μοιάζει να αιωρείται μέσα σε ένα υγρό πεδίο, φυσαλίδες, βάθος, μια λάμψη που θα μπορούσε να ανήκει σε βωμό ή σε παλιό θρησκευτικό πίνακα. Αν δεν ήξερες τον τίτλο, ίσως να μην έβλεπες βλασφημία. Ίσως να έβλεπες μια εικόνα παράξενης λατρείας.
Και μετά μαθαίνεις τον τίτλο: Piss Christ.
Η φωτογραφία που έφτιαξε ο Άντρες Σεράνο το 1987 δείχνει έναν μικρό σταυρό βυθισμένο σε δοχείο με ούρα. Αυτό αρκούσε για να περάσει το έργο στην ιστορία ως μία από τις πιο διαβόητες εικόνες της σύγχρονης τέχνης. Αλλά το πραγματικό ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο σοκ του υλικού. Βρίσκεται στο πώς μια εικόνα, που αρχικά πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, μετατράπηκε σε πολιτική βόμβα. Πώς ένας σταυρός μέσα σε ένα υγρό έγινε πεδίο μάχης για την τέχνη, τη θρησκεία, τα λεφτά των φορολογουμένων και τελικά την ίδια την ιδέα της Αμερικής.
Αυτό ξαναπιάνει το νέο βιβλίο του Άιζακ Μπάτλερ, The Perfect Moment: God, Sex, Art, and the Birth of America’s Culture Wars, επιστρέφοντας στη στιγμή όπου το Piss Christ και λίγο αργότερα οι φωτογραφίες του Ρόμπερτ Μέιπλθορπ έγιναν σύμβολα ενός πολέμου που η χώρα δεν έχει σταματήσει να ζει. Οι σημερινοί πολιτισμικοί πόλεμοι δεν άρχισαν φυσικά από μία φωτογραφία. Αλλά το Piss Christ τους έδωσε κάτι πολύτιμο: μια εικόνα απλή, συμπυκνωμένη, εύκολη να γίνει αφίσα θυμού.
Το παράδοξο είναι ότι ο Σεράνο δεν φαίνεται να ξεκίνησε με πρόθεση να προκαλέσει έναν πολιτικό σεισμό. Δεν ήταν, τουλάχιστον όπως περιγράφεται, ένας καλλιτέχνης που έστησε το έργο ως αντικληρικό σύνθημα ή ως φτηνή βλασφημία. Μεγαλωμένος καθολικός, συλλέκτης θρησκευτικών αντικειμένων, άνθρωπος που χρησιμοποιούσε σταυρούς, Μαντόνες και εκκλησιαστικά σύμβολα ως υλικό εικόνας, δεν έμοιαζε τόσο με κάποιον που θέλει να καταστρέψει τη θρησκευτική εικόνα όσο με κάποιον που δοκιμάζει τι μπορεί να κάνει η εικόνα όταν βρεθεί μέσα σε άλλο υλικό.
Πριν από το Piss Christ, ο Σεράνο δούλευε ήδη με σωματικά υγρά σαν να ήταν χρώματα: αίμα, γάλα, σπέρμα, ούρα. Δεν τον ενδιέφερε απαραίτητα η καταγγελία. Τον ενδιέφερε η μεταμόρφωση. Πώς το αίμα μπορεί να διαβαστεί σαν ζωγραφική επιφάνεια. Πώς το γάλα μπορεί να γίνει άσπρο πεδίο. Πώς τα ούρα μπορούν, φωτογραφημένα με τον σωστό τρόπο, να γίνουν χρυσός, βάθος, φως.
Αυτή είναι και η ειρωνεία του Piss Christ: το υλικό που υποτίθεται ότι το βεβηλώνει είναι και αυτό που του δίνει την οπτική του δύναμη. Τα ούρα δεν εμφανίζονται ως βρόμικο υγρό. Γίνονται σχεδόν ιερό φως. Το έργο σε αναγκάζει να παραδεχτείς ότι η αηδία μπορεί να περάσει μέσα από την ομορφιά πριν προλάβεις να την απορρίψεις.
Όταν η φωτογραφία παρουσιάστηκε πρώτη φορά, δεν έγινε χαμός. Δεν πουλήθηκε ιδιαίτερα, δεν προκάλεσε άμεσο εθνικό σκάνδαλο, δεν γκρέμισε μουσεία. Αυτό ήρθε αργότερα, όταν ο Σεράνο πήρε υποτροφία μέσω του Southeastern Center for Contemporary Art, μέρος της οποίας είχε προέλθει από το National Endowment for the Arts, τον αμερικανικό κρατικό φορέα χρηματοδότησης των τεχνών.
Εκεί ακριβώς μπήκε το φιτίλι. Όχι απλώς «σταυρός μέσα σε ούρα». Αλλά «σταυρός μέσα σε ούρα με δημόσιο χρήμα».
Αυτό κατάλαβε ο Ντόναλντ Γουάιλντμον, ιδρυτής της American Family Association, ένας άνθρωπος που είχε χτίσει πολιτική δύναμη γύρω από εκστρατείες κατά της «απρέπειας» στην τηλεόραση, στα περιοδικά, στον δημόσιο πολιτισμό. Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που εξόργισε το Piss Christ δεν θα πήγαιναν ποτέ να το δουν σε μουσείο. Δεν χρειαζόταν. Η εικόνα λειτουργούσε καλύτερα ως αφήγηση προσβολής: οι πιστοί πληρώνουν, οι ελίτ γελούν, το κράτος χρηματοδοτεί τη βλασφημία.
Από εκεί και πέρα, το έργο έπαψε να ανήκει μόνο στην ιστορία της τέχνης. Πέρασε στη σκηνή της πολιτικής.
Ο γερουσιαστής Αλφόνς Ντ’ Αμάτο το κατήγγειλε από το βήμα της Γερουσίας. Ο Τζέσι Χελμς, παλιός εχθρός του National Endowment for the Arts, βρήκε στο έργο ένα ιδανικό παράδειγμα παρακμής. Ο Πατ Μπιουκάναν το χρησιμοποίησε ως σύμπτωμα μιας χώρας που, στα μάτια της Δεξιάς, έχανε την πολιτισμική της ψυχή. Το Piss Christ έγινε τέλειο αντικείμενο θυμού γιατί χωρούσε τα πάντα: Θεό, σεξ, τέχνη, δημόσια χρηματοδότηση, «ελίτ», προσβολή, φορολογούμενους, ηθικό πανικό.
Και μετά ήρθε ο Μέιπλθορπ.
Λίγες εβδομάδες μετά την έκρηξη γύρω από τον Σεράνο, η Corcoran Gallery of Art στην Ουάσινγκτον ακύρωσε την έκθεση The Perfect Moment του Ρόμπερτ Μέιπλθορπ. Ο Μέιπλθορπ ήταν ήδη νεκρός από AIDS. Η έκθεση περιλάμβανε πορτρέτα, λουλούδια, σώματα, αλλά και φωτογραφίες από την γκέι BDSM σκηνή, εικόνες που οι αντίπαλοι της κρατικής χρηματοδότησης των τεχνών μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ακόμη πιο αποτελεσματικά από το Piss Christ. Δεν ήταν πια μόνο ο Χριστός μέσα σε ένα υγρό. Ήταν γκέι σεξ, AIDS, σώματα, σαδομαζοχισμός, οι πιο αμφιλεγόμενες εικόνες του αρχείου Μέιπλθορπ, μουσείο, δημόσιο χρήμα, λογοκρισία.
Η Corcoran πίστεψε ότι ακυρώνοντας την έκθεση θα γλίτωνε το σκάνδαλο. Αντίθετα, έγινε το σύμβολο της υποχώρησης. Καλλιτέχνες και οργανισμοί κατηγόρησαν το μουσείο για λογοκρισία. Διαδηλωτές πρόβαλαν τις εικόνες του Μέιπλθορπ στην πρόσοψη του κτιρίου. Η έκθεση τελικά παρουσιάστηκε αλλού, με τεράστια προσέλευση. Όσο περισσότερο επιχειρούσαν να εξαφανίσουν τις εικόνες, τόσο περισσότερο αυτές επέστρεφαν ως γεγονός.
Το μάθημα ήταν σαφές: αν δεχόσουν κρατική χρηματοδότηση, κανείς δεν μπορούσε πια να σου πει με βεβαιότητα πού τελείωνε η τέχνη και πού άρχιζε η «απρέπεια». Το όριο ήταν αόρατο, αλλά το κόστος μπορούσε να γίνει πραγματικό. Οι μικρότεροι οργανισμοί, οι εναλλακτικοί χώροι, τα περιφερειακά κέντρα τέχνης, όλα όσα δεν είχαν την οικονομική ασφάλεια του MoMA ή του Met, κατάλαβαν το μήνυμα. Η δημόσια χρηματοδότηση μπορούσε να γίνει μοχλός πειθαρχίας.
Το παράδοξο είναι ότι τόσο ο Σεράνο όσο και ο Μέιπλθορπ δεν ήταν ακριβώς οι πολιτικοί καλλιτέχνες που φανταζόταν η Δεξιά. Ο Σεράνο δεν ήταν καθαρός προβοκάτορας. Ο Μέιπλθορπ, ακόμη κι όταν φωτογράφιζε ακραίες σεξουαλικές πρακτικές, ενδιαφερόταν σχεδόν ψυχρά για σύνθεση, φως, φόρμα, τεχνική ακρίβεια. Οι αντίπαλοί τους έβλεπαν περιεχόμενο. Οι υπερασπιστές τους μιλούσαν για μορφή. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα γεννήθηκε ο πόλεμος.
Τι είναι τελικά μια εικόνα; Αυτό που δείχνει, αυτό που θέλησε ο καλλιτέχνης, αυτό που βλέπει ο θεατής ή αυτό που μια κοινωνία αποφασίζει ότι δεν αντέχει;
Το Piss Christ έγινε τόσο εκρηκτικό γιατί κάθε πλευρά μπορούσε να το χρησιμοποιήσει διαφορετικά. Για τους συντηρητικούς, ήταν απόδειξη ότι ο δημόσιος πολιτισμός είχε πέσει στα χέρια μιας βλάσφημης ελίτ. Για τον κόσμο της τέχνης, ήταν απόδειξη ότι η πολιτική εξουσία ήθελε να ελέγξει την ελευθερία της έκφρασης. Για τους μουσειακούς θεσμούς, ήταν προειδοποίηση. Για τους καλλιτέχνες, ήταν συναγερμός. Για τους πολιτικούς, ήταν δώρο.
Και για τον Σεράνο; Ίσως ήταν απλώς μια εικόνα που ξέφυγε από το εργαστήριο όπου φτιάχτηκε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο είναι αθώο. Κανένα έργο που αγγίζει τον σταυρό, το σώμα, τα υγρά, τη θρησκευτική μνήμη και τη δημόσια έκθεση δεν είναι αθώο. Αλλά η ιστορία του δείχνει κάτι πιο σύνθετο από το απλό «ο καλλιτέχνης προκάλεσε και οι πιστοί αντέδρασαν». Δείχνει πώς η πολιτική χρειάζεται εικόνες για να οργανώσει τον θυμό της. Πώς ένα έργο τέχνης μπορεί να γίνει χρήσιμο ακριβώς τη στιγμή που αποσπάται από τις προθέσεις του δημιουργού του. Πώς μια φωτογραφία μπορεί να γίνει σύμβολο όχι επειδή την καταλαβαίνουν πολλοί, αλλά επειδή μπορούν πολλοί να τη μισήσουν γρήγορα.
Στην πραγματικότητα, οι αμερικανικοί πολιτισμικοί πόλεμοι γύρω από την τέχνη δεν αφορούσαν ποτέ μόνο την τέχνη. Αφορούσαν το ποιος έχει δικαίωμα να ορίζει την κανονικότητα. Ποιος πληρώνει για τι. Ποια σώματα μπορούν να εμφανίζονται δημόσια. Ποια θρησκευτικά σύμβολα επιτρέπεται να χρησιμοποιεί η τέχνη. Ποιος θεωρείται «μέσος Αμερικανός» και ποιος «ελίτ». Ποιος έχει δικαίωμα να προσβάλλεται και ποιος έχει δικαίωμα να προσβάλλει.
Γι’ αυτό και το Piss Christ παραμένει ενδιαφέρον, ακόμη κι αν το σημερινό ίντερνετ έχει κάνει το σοκ του σχεδόν γραφικό. Αν θέλει κανείς «απρέπεια», δεν χρειάζεται να πάει σε μουσείο. Αρκεί να ανοίξει μια οθόνη. Όμως η φωτογραφία του Σεράνο κρατά κάτι που δεν έχει ξεπεραστεί: τη στιγμή όπου μια κοινωνία αποφασίζει ότι μια εικόνα δεν είναι απλώς εικόνα, αλλά απόδειξη παρακμής, επίθεση, εχθρός.
Το έργο δεν μας λέει μόνο τι μπορεί να κάνει ένας καλλιτέχνης με έναν σταυρό και ένα δοχείο με ούρα. Μας λέει τι μπορεί να κάνει μια χώρα με μια εικόνα όταν χρειάζεται επειγόντως έναν εχθρό.
με στοιχεία από New Yorker