Ένα από τα πιο διάσημα ανδρικά σώματα της δυτικής τέχνης επιστρέφει στην Πομπηία όχι ως λευκό μάρμαρο, αλλά ως χάλκινη, χρωματισμένη ανακατασκευή. Ο «Κανόνας» του Πολυκλείτου, το χαμένο άγαλμα που συνέδεσε την ομορφιά με την αναλογία και την τελειότητα με τα μαθηματικά του σώματος, παρουσιάζεται ξανά στο Αρχαιολογικό Πάρκο της Πομπηίας, σε μια νέα επιστημονική απόπειρα να πλησιάσουμε όσο γίνεται περισσότερο την αρχική του μορφή.
Το έργο του μεγάλου Έλληνα γλύπτη δημιουργήθηκε γύρω στο 440 π.Χ. και, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, δεν ήταν μόνο άγαλμα αλλά και θεωρία. Ο Πολύκλειτος είχε γράψει ένα χαμένο σήμερα κείμενο, επίσης γνωστό ως «Κανών», όπου διατύπωνε τις αρχές της συμμετρίας, της ισορροπίας και των αναλογιών του ανθρώπινου σώματος. Το άγαλμα που συνδέθηκε με αυτή τη θεωρία έγινε για αιώνες υπόδειγμα ανδρικής ομορφιάς: ένας νέος άνδρας, γυμνός, μυώδης, σε στάση ελεγχόμενης κίνησης, με το βάρος του σώματος μοιρασμένο έτσι ώστε η ένταση και η ηρεμία να συνυπάρχουν.
Το αρχικό χάλκινο έργο δεν σώζεται. Όπως συνέβη με πολλά από τα μεγάλα γλυπτά της κλασικής Ελλάδας, το γνωρίζουμε μέσα από ρωμαϊκά αντίγραφα, κυρίως μαρμάρινα. Η Πομπηία έχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορία: το 1793 βρέθηκε εκεί ένα από τα πληρέστερα σωζόμενα αντίγραφα του έργου, το οποίο για περισσότερο από έναν αιώνα ταυτίστηκε από τους μελετητές με τον περίφημο «Δορυφόρο» του Πολυκλείτου.
Η νέα ανακατασκευή ξεκινά ακριβώς από αυτό το υλικό. Το σώμα βασίστηκε κυρίως στο μαρμάρινο αντίγραφο που είχε βρεθεί στην Πομπηία, ενώ για το κεφάλι χρησιμοποιήθηκε ως βασικό πρότυπο μια χάλκινη προτομή από το Ηράκλειο της Καμπανίας, το Herculaneum, την άλλη μεγάλη πόλη που θάφτηκε από την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. Στην έρευνα αξιοποιήθηκαν επίσης παλαιά εκμαγεία από τη νεαπολιτάνικη Fonderia Chiurazzi, ένα ιστορικό χυτήριο που ειδικευόταν στην παραγωγή αντιγράφων αρχαίων έργων.
Η επιλογή του χαλκού δεν είναι διακοσμητική. Ο Πολύκλειτος δούλευε σε χαλκό, όχι σε μάρμαρο, και η νέα ανακατασκευή θέλει να επιστρέψει το σώμα στο υλικό του. Οι τεχνίτες χρησιμοποίησαν τη μέθοδο του χαμένου κεριού: πρώτα φτιάχνεται το άγαλμα σε κερί, ύστερα καλύπτεται με πηλό, το κερί λιώνει μέσα στο καμίνι και το κενό γεμίζει με λιωμένο μέταλλο. Είναι μια αρχαία τεχνική που επιτρέπει στο νέο έργο να μην είναι απλώς αντίγραφο ενός αντιγράφου, αλλά και άσκηση πάνω στον τρόπο με τον οποίο σκεφτόταν και κατασκεύαζε η αρχαία γλυπτική.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, είναι το χρώμα. Η ανακατασκευή δεν ακολουθεί τη νεότερη φαντασίωση της λευκής αρχαιότητας. Τα μαλλιά έχουν σκούρους τόνους, τα μάτια καφέ χρωστικές, ενώ η επιδερμίδα παραπέμπει σε πρόσωπα που βλέπουμε στις τοιχογραφίες της Πομπηίας. Αυτό αλλάζει αμέσως τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στο σώμα: ο «τέλειος άνδρας» δεν είναι ένα ψυχρό, αφηρημένο λευκό ιδανικό, αλλά ένα μεσογειακό σώμα με μέταλλο, χρώμα, βλέμμα και υλικό βάρος.
Ο Γκάμπριελ Ζούχτριγκελ, διευθυντής του Αρχαιολογικού Πάρκου της Πομπηίας, έχει επισημάνει ότι όταν κοιτάζουμε μόνο λευκά μαρμάρινα αγάλματα χάνουμε την αρχαία εμπειρία του χρώματος και, μαζί της, μια πολύ ευρύτερη μεσογειακή αντίληψη της ομορφιάς. Για τον ίδιο, η μορφή αυτή θα μπορούσε να είναι ένας νέος άνδρας από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Συρία ή το Μαρόκο , ένας τρόπος να θυμηθούμε ότι ο ρωμαϊκός κόσμος δεν ήταν μια λευκή, ακίνητη αίθουσα μουσείου, αλλά ένας χώρος που απλωνόταν σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική.
Η νέα ανακατασκευή ανοίγει και ένα πιο ειδικό αρχαιολογικό ζήτημα. Εδώ και δεκαετίες, ο «Κανόνας» και ο «Δορυφόρος» αντιμετωπίζονταν συχνά ως δύο ονόματα για το ίδιο έργο. Η ομάδα της Πομπηίας, όμως, επανεξετάζει αυτή την ταύτιση. Ο Ζούχτριγκελ υποστηρίζει ότι οι αρχαίες πηγές, και ειδικά ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, δείχνουν προς δύο διαφορετικά έργα του Πολυκλείτου. Σε αυτή την ανάγνωση, το άγαλμα της Πομπηίας και τα συγγενικά του αντίγραφα πρέπει να θεωρηθούν «Κανόνας», όχι «Δορυφόρος».
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι μικρή λεπτομέρεια. Αν ο «Κανόνας» δεν είναι ο γνωστός δορυφόρος με το μακρύ δόρυ, αλλά διαφορετικός τύπος αγάλματος, τότε αλλάζει και το αντικείμενο που κρατούσε. Γι’ αυτό η νέα χάλκινη μορφή στην Πομπηία δεν φέρει το μακρύ δόρυ με το οποίο έχουμε συνηθίσει να φανταζόμαστε τον Δορυφόρο, αλλά ένα ακόντιο από ξύλο, δέρμα και μέταλλο. Η Πομπηία δεν παρουσιάζει απλώς ένα ωραίο αντίγραφο· προτείνει μια αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο διαβάζουμε ένα από τα πιο διάσημα σώματα της αρχαιότητας.
Η ανακατασκευή εκτίθεται στη Μεγάλη Παλαίστρα της Πομπηίας, έναν χώρο που από μόνος του φορτίζει το έργο. Η παλαίστρα ήταν τόπος άσκησης, νεότητας και σωματικής πειθαρχίας. Εκεί, το ανακατασκευασμένο σώμα του Πολυκλείτου δεν μοιάζει μόνο με αντικείμενο μελέτης αλλά με επιστροφή σε ένα περιβάλλον όπου το σώμα δεν ήταν ακόμη εικόνα αποκομμένη από τη χρήση του: ήταν άσκηση, αγώνας, μέτρο, επιθυμία, κοινωνικό πρότυπο.
Και κάπου εδώ η ιστορία ξεφεύγει από το στενό αρχαιολογικό εύρημα. Γιατί η Δύση έμαθε για αιώνες να βλέπει την αρχαία ελληνική ομορφιά μέσα από σώματα λευκά, σιωπηλά, ακίνητα, συχνά αποστειρωμένα από το χρώμα, το φύλο, την τάξη, την καταγωγή και το βλέμμα. Η νέα χάλκινη μορφή της Πομπηίας δεν ακυρώνει αυτή την ιστορία, αλλά την αναδιατυπώνει. Μας θυμίζει ότι η «τελειότητα» της αρχαιότητας ήταν πάντοτε μια κατασκευή: αντιγραφή, απώλεια, μετάφραση, παρεξήγηση, επιστημονική υπόθεση.
Ο «τέλειος άνδρας» της αρχαιότητας, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως βεβαιότητα αλλά ως ερώτημα. Ήταν ο Κανόνας ο ίδιος με τον Δορυφόρο; Κρατούσε δόρυ ή ακόντιο; Πόσο χρώμα είχε το σώμα του; Πόσο διαφορετικά θα είχαμε φανταστεί την αρχαία ομορφιά αν δεν την είχαμε κληρονομήσει κυρίως ως λευκό μάρμαρο;
Η Πομπηία δεν δίνει μία τελική απάντηση. Στήνει όμως ξανά μπροστά μας το σώμα που για αιώνες ονομάστηκε ιδανικό και μας ζητά να το κοιτάξουμε όχι σαν αιώνιο πρότυπο, αλλά σαν ζωντανό αρχαιολογικό πρόβλημα.
Με στοιχεία από The Times, Artnet News