Στις αίθουσες της Βόρειας Αμερικής, οι φαν του «Teenage Sex and Death at Camp Miasma» δεν πηγαίνουν απλώς να δουν μια ταινία. Πηγαίνουν σαν να μπαίνουν ήδη στον κόσμο της. Με ψεύτικο αίμα στα ρούχα, αυτοσχέδια μπλουζάκια «Welcome to Camp Miasma», νύχια βαμμένα σαν μικρά horror props, κοστούμια και εμφανίσεις εμπνευσμένες από τον Little Death, τον βουβό δολοφόνο της ταινίας που κρατά δόρυ και έχει στο κεφάλι του κάτι σαν αεραγωγό οροφής.
Έτσι, η νέα ταινία που υπογράφει το Jane Schoenbrun άρχισε να γίνεται κάτι παραπάνω από μια ακόμη παράξενη ταινία τρόμου με καλές κριτικές. Οι θεατές της οργανώνονται μόνοι τους: επιστρέφουν στις προβολές, πηγαίνουν σε παρέες, ανεβάζουν τις εμφανίσεις τους στα social media, αγοράζουν αντικείμενα και, σε κάποιες περιπτώσεις, χαράζουν την ταινία πάνω στο σώμα τους. Τα τατουάζ του «Camp Miasma» είναι ίσως το πιο καθαρό σημάδι. Όταν ένα φιλμ περνά από την οθόνη στο δέρμα, το καλτ έχει ήδη αρχίσει.
if it gets too real, you can always turn it off. @CampMiasmaFilm on me forever. it is that serious. @GillianA @sapphicspielbrg pic.twitter.com/LcXPHpsIkB
— bmc (@itsmilfoclock) August 16, 2026
Το «Teenage Sex and Death at Camp Miasma» μοιάζει φτιαγμένο για να γεννήσει τέτοιου είδους λατρεία. Στο κέντρο του βρίσκεται μια νεαρή δημιουργός ταινιών τρόμου, την οποία υποδύεται η Χάνα Άινμπιντερ. Θέλει να πείσει μια απομονωμένη πρώην σταρ ενός παλιού slasher franchise, την οποία παίζει η Τζίλιαν Άντερσον, να επιστρέψει για ένα reboot. Από εκεί ξεκινά μια ιστορία με σεξουαλική ένταση, αίμα, εμμονή, τρόμο και μια διαρκή συνομιλία με τις παλιές ταινίες κατασκήνωσης, εκεί όπου οι έφηβοι, η επιθυμία και ο θάνατος συναντιούνται πάντα πολύ νωρίς.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η ταινία μιλά για τη λατρεία των φαν και τώρα μοιάζει να φτιάχνει τη δική της. Μέσα στο φιλμ υπάρχει ένα φανταστικό καλτ franchise, το «Camp Miasma», που έχει σημαδέψει τους χαρακτήρες. Έξω από την ταινία, συμβαίνει κάτι παράξενα αντίστοιχο: οι θεατές στήνουν έναν πραγματικό μικρό κόσμο γύρω από αυτό το φανταστικό σύμπαν. Τον φτιάχνουν με ρούχα, φωτογραφίες, επαναληπτικές προβολές, αστεία, αναφορές και τελετουργίες αναγνώρισης.
Η διαδρομή μέχρι εκεί δεν ήταν αυτονόητη. Η ταινία κόστισε περίπου 10 εκατ. δολάρια και δυσκολεύτηκε να βρει χρηματοδότηση και διανομή πριν καταλήξει στη MUBI, με την Plan B στην παραγωγή. Η A24 ήταν ανάμεσα στα ονόματα που δεν προχώρησαν με το φιλμ, ενώ η MUBI, μετά και τη μεγάλη επιτυχία του «The Substance», έδειχνε πιο έτοιμη να στηρίξει ένα έργο που δεν μπαίνει εύκολα σε μία κατηγορία: arthouse και grindhouse, ταινία τρόμου και ερωτική ιστορία, queer επιθυμία και σχόλιο πάνω στην ίδια τη σινεφιλική λατρεία.
Η ταινία είχε ήδη κάνει θόρυβο στις Κάννες και στη συνέχεια βγήκε στις αίθουσες με έναν τρόπο που δεν μπορούσε να στηριχθεί σε μια συνηθισμένη καμπάνια ανεξάρτητου σινεμά. Η MUBI δεν περιορίστηκε σε αφίσες και trailer. Έστησε εμπειρίες γύρω από την ταινία: ένα «Bootcamp Miasma» σε γυμναστήριο τρόμου στο Λος Άντζελες, μια εγκατάσταση με τίτλο «Reframing the Slasher» στο Museum of the Moving Image στη Νέα Υόρκη και μια υπαίθρια προβολή σε συνεργασία με το Coolidge Corner Theatre, σε δασική περιοχή έξω από τη Βοστόνη. Εκεί, εκατοντάδες θεατές εμφανίστηκαν σαν να πήγαιναν πράγματι σε καλοκαιρινή κατασκήνωση.
Σε αυτό το σημείο, το «Camp Miasma» ξεφεύγει από την απλή ιστορία μιας ταινίας τρόμου που πήρε καλές κριτικές. Τα καλτ φιλμ δεν φτιάχνονται μόνο από τους δημιουργούς τους. Φτιάχνονται από το κοινό που τα υιοθετεί και τα χρησιμοποιεί. Από ανθρώπους που βρίσκουν σε μια εικόνα, έναν δολοφόνο, ένα αστείο, ένα τραύμα ή μια φράση έναν τρόπο να αναγνωριστούν μεταξύ τους. Στην περίπτωση του «Camp Miasma», αυτό το κοινό είναι νεότερο, πιο queer, πιο online, πιο πρόθυμο να μετατρέψει την αγάπη του σε εικόνα. Για αυτούς τους θεατές, μια ταινία δεν τελειώνει όταν ανάβουν τα φώτα στην αίθουσα. Συνεχίζεται στο feed, στο ρούχο, στο σώμα, στην παρέα.
Για το Jane Schoenbrun, αυτή η αντίδραση δεν έρχεται από το πουθενά. Από το «We’re All Going to the World’s Fair» μέχρι το «I Saw the TV Glow», οι ταινίες που έχει υπογράψει επιστρέφουν διαρκώς στο ίδιο ερώτημα: πώς οι άνθρωποι βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα από φανταστικά media, τηλεοπτικούς μύθους, ιστορίες τρόμου, online κοινότητες και εικόνες που μοιάζουν να τους μιλούν πριν ακόμη ξέρουν ποιοι είναι. Το «Camp Miasma» είναι η πιο εξωστρεφής εκδοχή αυτού του κόσμου: πιο αιματηρή, πιο σεξουαλική, πιο camp, πιο έτοιμη να φορεθεί.
Τα νούμερα δεν είναι τεράστια, αλλά δεν είναι και αμελητέα. Η ταινία άνοιξε σε περίπου 1.000 αίθουσες, είχε φτάσει τα 8,1 εκατ. δολάρια σε παγκόσμιες εισπράξεις και εμφανίζεται ψηλά στη συζήτηση του Letterboxd. Το σημαντικό, όμως, δεν είναι αν το «Camp Miasma» θα μετρηθεί με τους όρους ενός καλοκαιρινού hit. Το σημαντικό είναι ότι μοιάζει να έχει βρει αυτό που οι περισσότερες ταινίες κυνηγούν και ελάχιστες αποκτούν: ένα κοινό που θέλει να το κρατήσει ζωντανό.
Με αυτή την έννοια, το «Teenage Sex and Death at Camp Miasma» δεν γίνεται καλτ επειδή απέτυχε εμπορικά και το ανακάλυψαν αργότερα οι μυημένοι, όπως συνέβαινε συχνά με τα παλιά καλτ φιλμ.
Γίνεται καλτ σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, μπροστά στα μάτια μας, μέσα από μια γενιά που ξέρει να μετατρέπει την αγάπη της σε εικόνα, ειρωνεία, μεταμφίεση, εμμονή και κοινότητα. Δεν περιμένει να περάσουν δέκα χρόνια για να το ανακηρύξει κρυφό κλασικό. Το κάνει τώρα, στην αίθουσα, με ψεύτικο αίμα στα ρούχα και το κινητό στο χέρι.
Με στοιχεία από Vulture