Στην πιο παράξενη εικόνα της σειράς, ένα γυμνό σώμα έχει μπει σχεδόν ολόκληρο μέσα σε ένα βιομηχανικό πλυντήριο. Από έξω φαίνονται μόνο τα πόδια. Δεν ξέρεις αν ο άνθρωπος προσπαθεί να κρυφτεί, να εξαφανιστεί, να καθαριστεί ή να περάσει σε μια άλλη πραγματικότητα από την πόρτα ενός μηχανήματος.
Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Alfie Whiteman. Πρώην τερματοφύλακας της Τότεναμ.
Το A Loan, η πρώτη ατομική έκθεση και το συνοδευτικό φωτοβιβλίο του Whiteman, δεν μοιάζει με το έργο που θα περίμενε κανείς από έναν πρώην επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Δεν έχει αποδυτήρια, γήπεδα, προπονήσεις, θριαμβευτικές πόζες ή νοσταλγία για μια καριέρα που τελείωσε νωρίς. Έχει δάση, σκοτεινά δωμάτια, νερό, κόκκινο φως, μοναχικά γενέθλια, σώματα που κρύβονται, πρόσωπα πίσω από τζάμια, φιγούρες που μοιάζουν να έχουν χαθεί μέσα στην ίδια τους τη ζωή.
Ο Whiteman πέρασε περισσότερα από 15 χρόνια στην Τότεναμ και αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο το 2025, στα 26 του. Το A Loan γεννήθηκε λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2021, όταν είχε παραχωρηθεί με τη μορφή δανεισμού στη σουηδική Degerfors και βρέθηκε να ζει μακριά από το Λονδίνο, σε μια μικρή αγροτική περιοχή, μέσα στα δάση.
Εκεί, σε μια χώρα που δεν ήταν δική του και σε μια ζωή που δεν έμοιαζε πια αναγνωρίσιμη, άρχισε να φωτογραφίζει τον εαυτό του. Όχι σαν αθλητή, αλλά σαν άνθρωπο που δεν ξέρει ακριβώς τι του συμβαίνει. Ο ίδιος έχει περιγράψει εκείνη την περίοδο ως ένα σημείο πολλαπλής μετάβασης: βρισκόταν μακριά από το σπίτι του, αμφέβαλλε για το μέλλον του στην Τότεναμ και ένιωθε πως η ζωή του είχε κολλήσει σε ένα σταυροδρόμι χωρίς σαφή κατεύθυνση.
Στην αρχή, όπως λέει, φωτογράφιζε «τον καταραμένο ήλιο που έδυε» από μια ξύλινη προβλήτα όπου περνούσε χρόνο. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι ο κόσμος είχε ήδη αρκετές ωραίες φωτογραφίες ηλιοβασιλέματος. Αυτό που τον ενδιέφερε δεν ήταν το τοπίο. Ήταν το αίσθημα που είχε όταν καθόταν μόνος του εκεί, μέσα σε μια καταιγίδα, και αναρωτήθηκε: «Τι κάνω εδώ; Τι θλιβερή εικόνα θα ήταν αυτή».
Και τότε την τράβηξε.
Από εκεί ξεκίνησε μια περίοδος αυτοπορτρέτων που έφτασε σε περισσότερες από 600 εικόνες. Ο Whiteman δεν σκόπευε αρχικά να τις δείξει σε κανέναν. Ήταν μια ιδιωτική άσκηση επιβίωσης, ένας τρόπος να μετατρέψει τη μοναξιά σε σκηνή.
Οι εικόνες του έχουν κάτι από Gregory Crewdson, Jeff Wall, Alex Prager και Nadia Lee Cohen, καλλιτέχνες που ο ίδιος αναφέρει ως επιρροές. Δεν καταγράφουν απλώς στιγμές. Τις σκηνοθετούν. Φτιάχνουν μικρούς κόσμους όπου το αστείο και το τρομακτικό συναντιούνται, όπου ένα γενέθλιο πάρτι μπορεί να μοιάζει με σκηνή εγκατάλειψης και ένα σώμα πίσω από ένα δέντρο σαν απόπειρα εξαφάνισης.
Σε μία φωτογραφία, ο Whiteman κάθεται μόνος σε ένα τραπέζι, μέσα στη φύση, με καπέλο γενεθλίων, μπαλόνια και τούρτα. Η εικόνα είναι σχεδόν κωμική, αλλά η κωμωδία της πονάει. Θυμίζει τον παιδικό φόβο ότι κανείς δεν θα έρθει στο πάρτι σου. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει παιδί. Υπάρχει ένας νεαρός άνδρας, επαγγελματίας αθλητής, που παίζει τον εαυτό του μέσα σε μια σκηνή όπου η γιορτή έχει ήδη αποτύχει.
Ο ίδιος λέει ότι ήθελε να υπάρχει και χιούμορ στο έργο. «Δεν υπάρχει μοναξιά ή θλίψη χωρίς το αντίθετό τους», έχει πει. Αλλά παραδέχεται ότι η φωτογραφία των γενεθλίων είναι «αρκετά γαμημένα θλιβερή και μοναχική».
Το ποδόσφαιρο σπάνια επιτρέπει τέτοιες εικόνες. Ο κόσμος του επαγγελματικού αθλητισμού είναι χτισμένος πάνω στη δύναμη, την αντοχή, την πειθαρχία, την ψυχική σκληρότητα. Οι ποδοσφαιριστές παρουσιάζονται σαν σώματα που αντέχουν, όχι σαν άνθρωποι που αμφιβάλλουν.
Το A Loan λειτουργεί σχεδόν αντίστροφα. Δείχνει ένα σώμα που είχε εκπαιδευτεί να αποκρούει, να πέφτει, να σηκώνεται, να μένει έτοιμο, και ξαφνικά δεν ξέρει πια τι ακριβώς περιμένει. Η ευαλωτότητα δεν έρχεται ως δήλωση. Έρχεται ως στάση σώματος, ως σκιά, ως παράλογη χειρονομία.
Σε άλλες εικόνες, το σώμα χάνεται πίσω από δέντρα, μισοφαίνεται σε δωμάτια, καθρεφτίζεται στο νερό ή εξαφανίζεται μέσα σε κόκκινο φως. Υπάρχει μια αίσθηση ότι ο Whiteman δοκιμάζει τρόπους να υπάρξει έξω από την ταυτότητα που είχε για χρόνια. Δεν φωτογραφίζει τον εαυτό του για να τον αναγνωρίσουμε. Τον φωτογραφίζει για να δει τι απομένει όταν το παλιό πρόσωπο αρχίζει να διαλύεται.
Η ιδέα του loan βρίσκεται ήδη στον τίτλο. Στο ποδόσφαιρο, ένας παίκτης μπορεί να ανήκει ακόμη σε έναν σύλλογο, αλλά να αγωνίζεται προσωρινά σε έναν άλλον. Είναι μέσα και έξω ταυτόχρονα. Περιμένει επιστροφή, απόφαση, ανανέωση, απόρριψη. Το A Loan κρατά αυτή την αίσθηση του ενδιάμεσου και τη μετατρέπει σε ψυχολογικό τοπίο.
Ο Whiteman δεν αντιμετώπισε τη φωτογραφία ως χόμπι μετά το ποδόσφαιρο. Η δημιουργία υπήρχε ήδη παράλληλα στη ζωή του. Μεγάλωσε σε δημιουργική οικογένεια, με πατέρα μουσικό και γραφίστα και μητέρα που είχε σπουδάσει textile design. Ως έφηβος στην Τότεναμ, ενώ προπονούνταν σκληρά, ζωγράφιζε, μάθαινε φωτογραφία και αργότερα άρχισε να δουλεύει σε κινηματογραφικά γυρίσματα ως runner, μαθαίνοντας την εικόνα από μέσα.
Όταν τελικά αποσύρθηκε από το ποδόσφαιρο, κάποιος προπονητής του είπε ότι ήταν τρελό να φύγει από το «όνειρο κάθε αγοριού». Το A Loan δείχνει ακριβώς τι μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτή τη φράση. Ότι το όνειρο μπορεί να είναι αληθινό, αλλά και στενό. Ότι μπορεί να σε μεγαλώσει, αλλά και να μη σε χωράει πια.
Σήμερα ο Whiteman εργάζεται ως φωτογράφος και σκηνοθέτης και έχει ήδη υπογράψει με τη Somesuch. Η έκθεση A Loan παρουσιάζεται στην Oof Gallery στο Τότεναμ έως τις 27 Σεπτεμβρίου, μαζί με το φωτοβιβλίο που τη συνοδεύει.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ότι ένας πρώην ποδοσφαιριστής έγινε φωτογράφος. Είναι ότι χρησιμοποίησε τη φωτογραφία για να δείξει κάτι που ο αθλητισμός συχνά κρύβει: τη στιγμή που ένας νέος άνδρας δεν νιώθει πια δυνατός με τον τρόπο που του ζητούσαν να είναι.
Στο A Loan, η μοναξιά δεν είναι ήττα. Είναι υλικό. Είναι σκηνή. Είναι το σημείο όπου ένα σώμα που έμαθε να φυλάει ένα τέρμα αρχίζει, επιτέλους, να κοιτάζει τι υπάρχει πίσω από αυτό.
Με στοιχεία από It’s Nice That, Oof Gallery