Ο Πίτερ Γκιλ, μία από τις σημαντικές και πιο διακριτικές μορφές του σύγχρονου βρετανικού θεάτρου, πέθανε σε ηλικία 86 ετών.
Θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός στα πρώτα του χρόνια και δάσκαλος ολόκληρων γενιών δημιουργών, ο Γκιλ ανήκε σε εκείνη την κατηγορία καλλιτεχνών που δεν έγιναν ποτέ εύκολα δημόσιος μύθος, αλλά άλλαξαν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο το θέατρο κοιτάζει τις «μικρές» ζωές: την οικογένεια, την κοινωνική τάξη, την καταγωγή, την επιθυμία, τις σχέσεις ανάμεσα σε άντρες, τις σιωπές που σε άλλους συγγραφείς θα έμεναν εκτός σκηνής.
Γεννημένος στο Κάρντιφ, ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός στο Royal Court του Λονδίνου το 1958, ενώ ήταν ακόμη έφηβος. Σύντομα όμως πέρασε στη σκηνοθεσία, ενθαρρυμένος από τον τότε καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου, Τζορτζ Ντιβάιν. Στα χρόνια που ακολούθησαν σκηνοθέτησε περίπου εκατό παραστάσεις.
Η πρώτη του σκηνοθεσία, το 1965, ήταν το A Collier’s Friday Night του Ντ. Χ. Λώρενς, ενός συγγραφέα που ο Γκιλ υπερασπίστηκε συστηματικά τα επόμενα χρόνια, αναδεικνύοντας τα παραμελημένα εργατικά του δράματα. Αυτή η επιλογή έλεγε ήδη πολλά για το δικό του θέατρο: τον ενδιέφεραν οι άνθρωποι που δεν μιλούσαν συνήθως με θεατρική μεγαλοπρέπεια, αλλά κουβαλούσαν μέσα στην καθημερινότητά τους ολόκληρους κόσμους.
Το 1976 έγινε ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής των Riverside Studios, στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου. Εκεί παρουσίασε Τσέχοφ, κλασικά έργα και διεθνές ρεπερτόριο, αλλά κυρίως έφτιαξε έναν χώρο εργασίας για ηθοποιούς και δημιουργούς. Το Riverside theatre studio, με τα εργαστήρια ηθοποιών που οργάνωσε, έδειχνε την πίστη του στην πρόβα, στη διαδικασία, στην ομάδα — όχι μόνο στο τελικό αποτέλεσμα.
Το 1980 εντάχθηκε στο National Theatre ως αναπληρωτής διευθυντής και το 1984 ίδρυσε το National Theatre Studio, δίνοντας σε συγγραφείς και σκηνοθέτες έναν χώρο για να δοκιμάζουν ιδέες πριν αυτές γίνουν παραστάσεις. Παρέμεινε στο National μέχρι το 1997 και σκηνοθέτησε έργα των Κρίστοφερ Χάμπτον, Τόμας Ότγουεϊ, Χάρλεϊ Γκράνβιλ-Μπάρκερ, αλλά και Τσέχοφ, Χάρολντ Πίντερ, Τζο Όρτον, Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, Ντέιβιντ Μάμετ και Ντέιβιντ Χέαρ.
Ως συγγραφέας, ο Γκιλ επέστρεφε ξανά και ξανά στην εργατική, καθολική Ουαλία της παιδικής του ηλικίας. Το πρώτο του έργο, The Sleepers Den, παρουσιάστηκε το 1965 και περιέγραφε μια οικογένεια που διαλύεται σε μια ασφυκτική φτωχογειτονιά του Κάρντιφ. Ακολούθησαν έργα όπως τα Over Gardens Out, Small Change, In the Blue, Kick for Touch, Mean Tears, Friendly Fire και, αργότερα, το The York Realist.
Το Small Change, μια ιστορία ενηλικίωσης για δύο αγόρια στο Κάρντιφ, υπήρξε από τα έργα στα οποία επέστρεψε σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του. Το In the Blue, για δύο γκέι άντρες, έπαιζε με τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό. Στο The York Realist, ένα από τα πιο γνωστά έργα του, η ταξική διαφορά περνούσε μέσα από τη σχέση ενός αγρότη από το Γιορκσάιρ με έναν σκηνοθέτη από το Λονδίνο.
Η σημασία του Γκιλ βρίσκεται ακριβώς εκεί. Έγραψε για την γκέι ανδρική εμπειρία χωρίς να την κάνει θεατρική εξαίρεση ή σκάνδαλο. Έγραψε για την εργατική τάξη χωρίς να τη μετατρέψει σε λαογραφικό υλικό. Έγραψε για οικογένειες, άντρες, μνήμες και επιθυμίες με μια χαμηλή ένταση που δεν ζητούσε να εντυπωσιάσει, αλλά να αποκαλύψει.
Στα έργα του, η επιθυμία δεν εμφανίζεται σαν σύνθημα. Είναι συχνά κάτι πιο δύσκολο: κάτι που δεν βρίσκει εύκολα γλώσσα, που συγκρούεται με την τάξη, την οικογένεια, τη θρησκεία, τη σιωπή, τον τόπο. Γι’ αυτό και η γραφή του υπήρξε τόσο σημαντική για το μεταπολεμικό βρετανικό δράμα. Έβαλε στη σκηνή ζωές που δεν είχαν συνηθίσει να θεωρούνται δραματουργικά μεγάλες.
Ο Μάικλ Γκράντατζ, που είχε αφιερώσει το 2002 ολόκληρη σεζόν στα έργα του Γκιλ στο Σέφιλντ, χαρακτήρισε τη συμβολή του στο βρετανικό θέατρο «ήσυχα σεισμική». Η φράση ταιριάζει. Ο Γκιλ δεν ήταν καλλιτέχνης των εύκολων εκρήξεων. Ήταν άνθρωπος της ακρίβειας, της παρατήρησης, της ατμόσφαιρας, της σχέσης ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν λένε πάντα αυτό που τους συμβαίνει.
Η ατζέντης του, Μελ Κένιον, μίλησε για τη «σπάνια συναισθηματική λεπτότητα» του έργου του και για έναν άνθρωπο γενναιόδωρο, περίεργο και βαθιά αφοσιωμένο στους ηθοποιούς. Η Ταμάρα Χάρβεϊ, συν-καλλιτεχνική διευθύντρια της Royal Shakespeare Company, τόνισε την ικανότητά του να συλλαμβάνει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο Πίτερ Γκιλ τιμήθηκε με OBE το 1980 και κατέγραψε τη θεατρική του διαδρομή στο βιβλίο Apprenticeship, που κυκλοφόρησε το 2008. Αφήνει πίσω του ένα έργο που δεν φωνάζει, αλλά επιμένει.
Ένα θέατρο όπου η τάξη, η μνήμη και η γκέι επιθυμία δεν χρειάστηκαν ποτέ θεαματική εξήγηση για να γίνουν δράμα.
με στοιχεία από Guardian