Κάποτε, σε μια ομιλία της, ένας καλοντυμένος νεαρός τη ρώτησε αν έχει κάποιο τραγούδι-υπογραφή. Η Γκουό Λανγίνγκ (Guo Lanying) δεν πρόλαβε να απαντήσει. Το κοινό, νέοι και ηλικιωμένοι μαζί, άρχισε να τραγουδά το My Motherland, το τραγούδι που είχε γίνει σχεδόν δεύτερη φωνή της. Εκείνη ξέσπασε σε γέλια. Δεν ήταν απλώς μια τραγουδίστρια που είχε επιτυχίες. Ήταν μια φωνή που πολλοί Κινέζοι αναγνώριζαν πριν ακόμη προλάβουν να σκεφτούν από πού την ξέρουν.
Η Γκουό Λανγίνγκ πέθανε στις 11 Αυγούστου στο Γκουανγκζού, σε ηλικία 97 ετών. Για δεκαετίες υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της Κίνας, συνδέοντας την παραδοσιακή όπερα, το λαϊκό τραγούδι, την επαναστατική σκηνή και την επίσημη πολιτιστική μνήμη του κινεζικού κράτους. Το 2019 τιμήθηκε με τον τίτλο «Καλλιτέχνιδα του Λαού», μία από τις υψηλότερες διακρίσεις της χώρας.
Το τραγούδι που έμεινε περισσότερο δεμένο με το όνομά της ήταν το My Motherland, από την ταινία Shangganling του 1956, για μια μάχη του πολέμου της Κορέας. Η σκηνή ήταν σχεδόν φτιαγμένη για συλλογική μνήμη: η Γκουό, με στρατιωτική στολή, τραγουδούσε σε μια σπηλιά γεμάτη εξαντλημένους στρατιώτες, και η μελωδία ένωνε νοσταλγία για την πατρίδα, φυσική ομορφιά και επαναστατική υπόσχεση. Το τραγούδι ξεπέρασε γρήγορα την ταινία και έμεινε ως ένα από τα πιο γνωστά πατριωτικά τραγούδια της Κίνας.
Η ίδια, όμως, δεν είχε ξεκινήσει από τον κινηματογράφο ούτε από τη μεγάλη εθνική σκηνή. Την είχε φτιάξει η όπερα. Σε ηλικία 15 ετών είδε το The White-Haired Girl, την επαναστατική όπερα για τη Σι’ερ, μια φτωχή αγρότισσα που καταδιώκεται από έναν γαιοκτήμονα, καταφεύγει σε σπηλιά και επιστρέφει στο φως χάρη στους κομμουνιστές στρατιώτες. Η Γκουό αγάπησε τον ρόλο γιατί εκεί, μέσα στην όπερα, μια γυναίκα που είχε συντριβεί από την παλιά κοινωνική τάξη μπορούσε επιτέλους να αντισταθεί.
Αυτό το στοιχείο θα περάσει σε μεγάλο μέρος της σκηνικής της ζωής. Η φωνή της μπορούσε να είναι καθαρή, φωτεινή, σχεδόν κοριτσίστικη, αλλά και σκληρή όταν χρειαζόταν. Στην Αδικία της Ντου Έ, έπαιξε μια γυναίκα που κατηγορείται άδικα για φόνο και τραγουδά γονατιστή, με την πινακίδα του εγκλήματος δεμένη στην πλάτη της. Στο τέλος, η άρια της δεν είναι απλώς θρήνος· είναι επίθεση στους άνδρες που την κατηγόρησαν, στους κακοποιητές της και σε ένα δικαστικό σύστημα που είχε ήδη αποφασίσει τη μοίρα της.
Η διαδρομή της είχε αρχίσει πολύ πιο βίαια. Γεννήθηκε στη Σανσί, στη βόρεια Κίνα, σε οικογένεια αγροτών που ζούσε σε μεγάλη φτώχεια. Ως παιδί παραδόθηκε σε δάσκαλο όπερας και εκπαιδεύτηκε με τη σκληρότητα μιας εποχής όπου η τέχνη χτιζόταν πάνω στο σώμα των παιδιών. Η ίδια είχε μιλήσει για εξαντλητική άσκηση, χτυπήματα, πειθαρχία και έναν τρόπο μαθητείας που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητος. Παρ’ όλα αυτά, επέμεινε. Ήθελε να τραγουδήσει.
Από μικρούς ρόλους υπηρετριών και βοηθητικών προσώπων πέρασε σταδιακά σε ρόλους αρκετά μεγάλους ώστε να μπαίνει το όνομά της στις αφίσες. Η επανάσταση της έδωσε νέα σκηνή και νέο κοινό. Τραγουδούσε για εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, αξιωματούχους, μικρούς εμπόρους, ανθρώπους που μπορεί να μην πήγαιναν στην όπερα ως τέχνη υψηλής παιδείας, αλλά αναγνώριζαν στη φωνή της κάτι δικό τους. Ο Τσου Ενλάι, ο πρώτος πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ήταν θαυμαστής της.
Η σχέση της με την επίσημη Κίνα δεν ήταν, όμως, απλή ιστορία δόξας. Στην Πολιτιστική Επανάσταση, η παραδοσιακή όπερα χτυπήθηκε σκληρά και η ίδια στάλθηκε σε αυτοσχέδια φυλακή για καταναγκαστική εργασία. Μετά την πτώση της Συμμορίας των Τεσσάρων, τόλμησε σε συναυλία να αλλάξει έναν στίχο και να τιμήσει τον Τσου Ενλάι, ο θάνατος του οποίου είχε συνδεθεί με το τέλος εκείνης της καταστροφικής περιόδου. Η φωνή που είχε τραγουδήσει την επανάσταση είχε περάσει και μέσα από τις διώξεις της.
Όταν αποσύρθηκε από τη σκηνή, δεν έμεινε απλώς στη θέση της ζωντανής θρύλου. Πούλησε το σπίτι και βραβεία της για να ιδρύσει σχολή τέχνης και όπερας στο Γκουανγκζού, που αργότερα πήρε το όνομά της. Ήθελε να μεταδώσει την τέχνη που την είχε σώσει αλλά και την είχε βασανίσει. Στους μαθητές της ήταν απαιτητική, γιατί πίστευε ότι αν δεν τους δυσκολέψει ο δάσκαλος, θα τους δυσκολέψει αργότερα το κοινό.
Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στη ζωή της Γκουό Λανγίνγκ: δεν χωρά εύκολα ούτε στην απλή εικόνα της κρατικής καλλιτέχνιδας ούτε σε μια δυτική φαντασίωση για «εθνική ντίβα». Η φωνή της κουβαλούσε πατρίδα, προπαγάνδα, λαϊκή συγκίνηση, γυναικεία οργή, όπερα, μνήμη, πειθαρχία και επιβίωση. Τραγούδησε μια Κίνα που άλλαζε βίαια σχήμα και έγινε, για εκατομμύρια ανθρώπους, ο ήχος αυτής της αλλαγής.
Ίσως αυτό εξηγεί γιατί το κοινό μπορούσε να της απαντήσει τραγουδώντας πριν ακόμη εκείνη μιλήσει. Η Γκουό Λανγίνγκ δεν είχε απλώς ένα τραγούδι-υπογραφή.
Είχε γίνει η ίδια ένα τραγούδι που πολλοί είχαν μάθει απ’ έξω: άλλοτε πατριωτικό, άλλοτε πικρό, άλλοτε θριαμβευτικό, πάντα δεμένο με την ιδέα ότι μια φωνή μπορεί να κρατήσει μέσα της την ιστορία μιας χώρας.
Με στοιχεία από The Economist, Xinhua, China Daily