Οι πρώτες κριτικές για το Confessions II της Madonna είναι εντυπωσιακά θετικές, με αρκετούς κριτικούς να το περιγράφουν ως το καλύτερό της άλμπουμ εδώ και περίπου δύο δεκαετίες.
Το νέο άλμπουμ, που κυκλοφορεί από τη Warner Records στις 3 Ιουλίου, παρουσιάζεται ως συνέχεια του Confessions on a Dance Floor του 2005, του τελευταίου δίσκου της Madonna που θεωρείται σχεδόν ομόφωνα κλασικός από την ύστερη περίοδό της. Όπως και τότε, στην παραγωγή βρίσκεται ο Stuart Price, ενώ τα 16 κομμάτια είναι δεμένα μεταξύ τους σαν συνεχές DJ set.
Η βασική γραμμή των πρώτων κριτικών είναι ότι η Madonna ακούγεται πιο σίγουρη όταν επιστρέφει στη δική της φυσική περιοχή: house, disco, κουλτούρα των κλαμπ, παλιό dance, Νέα Υόρκη των ’80s και ατμόσφαιρα 90s trip-hop. Μετά από χρόνια όπου δοκίμασε να ενσωματώσει νεότερα ρεύματα, από trap μέχρι Latin pop, το Confessions II διαβάζεται ως επιστροφή σε μια γλώσσα που γνωρίζει καλύτερα.
Ο Alexis Petridis γράφει ότι το άλμπουμ είναι ξεκάθαρα η καλύτερη δουλειά της από το Confessions on a Dance Floor, αν και όχι ισάξια με εκείνο. Σημειώνει ότι δεν υπάρχει ένα απόλυτο hit τύπου Hung Up και ότι ο δίσκος θα μπορούσε να είναι πιο σύντομος, αλλά βλέπει στο Confessions II μια άνεση και μια αυτοπεποίθηση που έλειπαν από τις τελευταίες κυκλοφορίες της.
Αντίστοιχα, η Roisin O’Connor το χαρακτηρίζει την καλύτερη δουλειά της Madonna εδώ και 20 χρόνια, βλέποντας στο άλμπουμ όχι απλώς μια νοσταλγική επιστροφή, αλλά μια υπενθύμιση της ικανότητάς της να μετατρέπει την πίστα σε χώρο ταυτότητας, μνήμης και απελευθέρωσης.
Πιο συγκρατημένη είναι η Kitty Empire, η οποία περιγράφει το Confessions II ως θερμή, νοσταλγική γιορτή της παλιάς club κουλτούρας, αλλά θέτει και το ερώτημα αν η πίστα έχει προχωρήσει χωρίς τη Madonna. Το άλμπουμ, γράφει, είναι πολύ καλό, όμως η ιδέα της πίστας ως θεραπείας και απελευθέρωσης δεν είναι πια καινούρια, ειδικά μετά τα πρόσφατα dance-pop έργα καλλιτεχνών όπως η Beyoncé, η Dua Lipa, η Charli XCX, η Lady Gaga, η Kylie Minogue και η FKA twigs.
Από τα τραγούδια, το Danceteria ξεχωρίζει σχεδόν σε όλες τις κριτικές. Το κομμάτι λειτουργεί ως φόρος τιμής στο θρυλικό νεοϋορκέζικο club όπου η Madonna έκανε τα πρώτα της βήματα στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Οι αναφορές στον Jean-Michel Basquiat, τον Keith Haring, τον Lou Reed και τη νυχτερινή μυθολογία του Μανχάταν δίνουν στο άλμπουμ έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα.
Ιδιαίτερη προσοχή συγκεντρώνουν και τα πιο προσωπικά κομμάτια του δίσκου. Το Fragile είναι αφιερωμένο στον αδελφό της, Christopher Ciccone, που πέθανε το 2024, ενώ το The Test, ντουέτο με την κόρη της Lourdes Leon, κινείται γύρω από τη μητρότητα, τη δημόσια ζωή και τις ενοχές που αφήνει πίσω της η φήμη. Το Betrayal, με συμμετοχή του Mirwais στην παραγωγή και δείγμα από τον Erik Satie, παρουσιάζεται ως ένα από τα πιο ευάλωτα τραγούδια του άλμπουμ.
Στο Bring Your Love, η Madonna συνεργάζεται με τη Sabrina Carpenter, σε ένα από τα πιο σχολιασμένα pop σημεία του δίσκου. Οι κριτικές διαβάζουν τη συνεργασία όχι μόνο ως σύνδεση με μια νεότερη γενιά pop σταρ, αλλά και ως απάντηση στην εμμονή της βιομηχανίας να βάζει τις γυναίκες καλλιτέχνιδες σε ηλικιακά και αισθητικά κουτιά.
Η κοινή παρατήρηση είναι ότι το Confessions II δεν προσπαθεί να ακουστεί σαν το πιο καινούριο πράγμα στην pop. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη μνήμη της πίστας, τη βιογραφία της Madonna και την εμπειρία της ως performer για να φτιάξει έναν δίσκο που κοιτάζει πίσω χωρίς να ακούγεται απλώς σαν άσκηση νοσταλγίας.
Οι ενστάσεις υπάρχουν: η διάρκεια ξεπερνά τη μία ώρα, ορισμένα house κομμάτια θεωρούνται λιγότερο δυνατά και λείπει το μεγάλο, άμεσο single που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στα μεγαλύτερα hits της.
Ωστόσο, το πρώτο κύμα υποδοχής είναι σαφές: η Madonna φαίνεται να έχει ξαναβρεί την κατεύθυνσή της στο μέρος από όπου ξεκίνησε την πίστα.