Ο Ρίτσαρντ Νταντ είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που κινδυνεύουν πάντα να φυλακιστούν για δεύτερη φορά: όχι σε ψυχιατρικό ίδρυμα, αλλά μέσα στη βιογραφία τους.
Η νέα έκθεση Richard Dadd: Beyond Bedlam, που ανοίγει στη Royal Academy of Arts του Λονδίνου στις 25 Ιουλίου, επιχειρεί να τον κοιτάξει πέρα από την ιστορία που για χρόνια σχεδόν κατάπιε το έργο του: το ταξίδι στην Ανατολική Μεσόγειο, την ψυχική κατάρρευση, τη δολοφονία του πατέρα του, τον εγκλεισμό στο Bethlem Hospital και αργότερα στο Broadmoor, όπου πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.
Δεν είναι μια μικρή παρουσίαση γύρω από το πιο διάσημο έργο του. Η έκθεση συγκεντρώνει δεκάδες έργα από διαφορετικές φάσεις της ζωής και της καριέρας του και επιχειρεί να ξαναφτιάξει την εικόνα ενός καλλιτέχνη που αντιμετωπίστηκε για δεκαετίες σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το έγκλημα, τη διάγνωση και τον εγκλεισμό του.
Ο Νταντ δεν υπήρξε μόνο ο δημιουργός ενός παράξενου πίνακα με νεράιδες. Υπήρξε μαθητής της Royal Academy, ταξιδιώτης, παρατηρητής, πορτρετίστας, ζωγράφος της φύσης και των εμμονών της.
Το ερώτημα που ανοίγει η έκθεση είναι λεπτό και δύσκολο: πόσο εξηγεί η ψυχική ασθένεια τις αλλόκοτες εικόνες του; Και πόσο εύκολα η τέχνη, όταν δεν ξέρουμε πώς να τη διαβάσουμε, γίνεται απλώς σύμπτωμα;
Ο Νταντ δεν ήταν ένας «τρελός ζωγράφος» που άρχισε ξαφνικά να βλέπει νεράιδες μέσα στον εγκλεισμό. Πριν από το έγκλημα και το άσυλο, ήταν ήδη ένας εξαιρετικά ταλαντούχος βικτωριανός καλλιτέχνης, με τις νεράιδες ως ένα από τα βασικά του θέματα.
Μόνο που οι δικές του νεράιδες δεν έχουν καμία σχέση με το γλυκό, παιδικό φαντασιακό που θα επιβληθεί αργότερα. Είναι σκοτεινές, παράξενες, ερωτικές, απειλητικές, κοντά περισσότερο στον Σαίξπηρ και στη βρετανική λαϊκή παράδοση παρά σε οποιοδήποτε ασφαλές παραμύθι.
Στον Puck, το πονηρό πνεύμα εμφανίζεται σαν γιγαντιαίο μωρό φωτισμένο από σεληνιακή λάμψη. Στην Titania Sleeping, ο θεατής κοιτάζει έναν υπόγειο, ανήσυχο κόσμο από γυμνές νεράιδες, νυχτερίδες και ύπνο που μοιάζει περισσότερο με παγίδα παρά με ανάπαυση. Στο The Haunt of the Fairies, μια γυναικεία μορφή κοιτάζει προς τα έξω μέσα από ένα τοπίο που δεν καθησυχάζει. Οι νεράιδες του Νταντ δεν είναι διακόσμηση. Είναι κάτι που παραμονεύει.
Μετά ήρθε το ταξίδι στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο Νταντ πέρασε από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και την Αίγυπτο, γεμίζοντας τετράδια με τζαμιά, αγορές, ερείπια, φορεσιές, πρόσωπα και τοπία. Εκεί δεν φαίνεται ακόμη ως ο «έγκλειστος» καλλιτέχνης του μύθου, αλλά ως ένας νέος ζωγράφος που κοιτάζει τον κόσμο με σχεδόν εξαντλητική προσοχή. Αυτό κάνει την κατοπινή κατάρρευση ακόμη πιο οδυνηρή: δεν κόπηκε μόνο μια ζωή, κόπηκε και μια καριέρα που θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί πολύ διαφορετικά.
Επιστρέφοντας, δολοφόνησε τον πατέρα του, πιστεύοντας ότι ήταν ο διάβολος, και στη συνέχεια προσπάθησε να σκοτώσει έναν άγνωστο ενώ κατευθυνόταν προς το Παρίσι. Συνελήφθη και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του σε ψυχιατρικά ιδρύματα.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την ιστορία, ο Νταντ δεν χωρά εύκολα σε μία εξήγηση. Στο Portrait of a Young Man του 1853, ο νεαρός άνδρας που κάθεται μέσα σε έναν πυκνό κήπο μοιάζει, με την πρώτη ματιά, με ασθενή του Bethlem. Τα μαλλιά, τα ρούχα, η ένταση στα χέρια, το μισό πρόσωπο στο σκοτάδι, όλα σπρώχνουν προς αυτή την ανάγνωση. Κι όμως, το πρόσωπο πιθανότατα είναι ο δρ Γουίλιαμ Τσαρλς Χουντ, ο επιθεωρητής του νοσοκομείου. Για μια στιγμή, γιατρός και ασθενής μοιάζουν να ανταλλάσσουν θέσεις. Η γραμμή ανάμεσα στη λογική και την παραφορά γίνεται λεπτή, σχεδόν αόρατη.
Εκεί, μέσα στον εγκλεισμό, ο Νταντ έκανε και το έργο που θα τον ακολουθούσε περισσότερο από κάθε άλλο: The Fairy Feller’s Master-Stroke. Το ζωγράφιζε επί χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του 1850 έως τη δεκαετία του 1860, και ακόμη σήμερα μοιάζει σαν εικόνα που δεν θέλει να εξηγηθεί πλήρως.
Το βλέμμα του θεατή πρέπει να περάσει μέσα από χόρτα, λουλούδια, φύλλα και πυκνή βλάστηση για να φτάσει σε μια μικροσκοπική κοινωνία νεραϊδών που έχει συγκεντρωθεί γύρω από μια παράξενη τελετουργία. Ο δυνατότερος από τους μικρούς αυτούς κατοίκους σηκώνει το τσεκούρι του για να σχίσει ένα μεγάλο κάστανο που θα χρησιμοποιηθεί για την άμαξα της Βασίλισσας Μαμπ. Κανείς δεν μοιάζει αθώος. Κανείς δεν μοιάζει όμορφος με συμβατικό τρόπο. Το παραμύθι έχει γίνει μικροσκόπιο, και το μικροσκόπιο δείχνει τέρατα.
Η λεπτομέρεια στον Νταντ δεν είναι διακόσμηση. Είναι τρόπος σκέψης. Κάθε φύλλο, κάθε βλέμμα, κάθε μικροσκοπική μορφή μοιάζει να ζητά από τον θεατή να σκύψει πιο κοντά, αλλά όσο πιο κοντά πλησιάζεις τόσο λιγότερο καθησυχαστικός γίνεται ο κόσμος. Η μικρή κλίμακα δεν κάνει τα πράγματα χαριτωμένα. Τα κάνει πιο απειλητικά.
Αυτό είναι το σημείο όπου ο Νταντ γίνεται πραγματικά μεγάλος και πραγματικά άβολος. Το έργο του δεν μοιάζει με συνειδητή φαντασίωση, αλλά με παρατήρηση. Σαν να μη φτιάχνει έναν κόσμο, αλλά να επιμένει ότι τον είδε. Σαν να παρουσιάζει τις νεράιδες όχι ως σύμβολα, αλλά ως είδη μιας φυσικής ιστορίας που οι υπόλοιποι δεν μπορούμε να δούμε.
Η Royal Academy προσπαθεί να τον απομακρύνει από τον εύκολο μύθο του «τρελού καλλιτέχνη». Και σωστά. Όμως είναι αδύνατο να αγνοήσει κανείς ότι μέσα στο Bethlem και το Broadmoor ο Νταντ είδε τη φύση και την τέχνη με τρόπο που δεν έμοιαζε πια να υπακούει στους κανόνες της ακαδημαϊκής ζωγραφικής. Τα λουλούδια, τα φρούτα, τα χόρτα, τα ζιζάνια και οι ανθρώπινες μορφές στα ύστερα έργα του έχουν μια άγρια καθαρότητα. Δεν είναι απλώς ωραία. Είναι υπερβολικά παρόντα.
Η τραγωδία της ζωής του παραμένει. Δεν μπορεί να αφαιρεθεί από την ιστορία του ούτε να μετατραπεί σε ρομαντικό μύθο. Ο Νταντ σκότωσε τον πατέρα του. Έζησε δεκαετίες έγκλειστος. Υπέφερε. Και όμως, μέσα σε αυτόν τον περιορισμό, έφτιαξε εικόνες που δεν μοιάζουν με υποσημείωση μιας ασθένειας, αλλά με ρήξη μέσα στην ίδια την ιστορία της βικτωριανής ζωγραφικής.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νταντ ξαναβρέθηκε αργά στο βλέμμα του 20ού αιώνα. Η τέχνη του, με την υπερβολική λεπτομέρεια, τη σκοτεινή φαντασία και την άρνησή της να χωρέσει καθαρά σε μια κατηγορία, μίλησε σε συγγραφείς, καλλιτέχνες και μουσικούς πολύ μετά τον θάνατό του. Από την Άντζελα Κάρτερ και την Κορνίλια Πάρκερ μέχρι τους Queen, οι νεράιδες του συνέχισαν να κυκλοφορούν σαν κάτι που δεν μπορούσε να μείνει κλεισμένο στο βικτωριανό άσυλο.
Το Beyond Bedlam δεν ζητά να ξεχάσουμε το Bedlam. Ζητά να μη μείνουμε μόνο εκεί. Να δούμε τον Νταντ όχι ως περίεργο περιστατικό, αλλά ως καλλιτέχνη που άνοιξε μια χαραμάδα σε έναν κόσμο όπου η φύση δεν είναι ποτέ ήσυχη, οι νεράιδες δεν είναι ποτέ αθώες και η φαντασία δεν είναι ποτέ ασφαλής.
Ίσως αυτός να είναι ο πιο δίκαιος τρόπος να τον κοιτάξουμε σήμερα: όχι σαν άνθρωπο που ζωγράφισε έτσι επειδή ήταν έγκλειστος, αλλά σαν ζωγράφο που, μέσα στον εγκλεισμό, συνέχισε να βλέπει πράγματα που η επίσημη τέχνη δεν ήξερε πώς να αντέξει.
με στοιχεία από Guardian