Ο Τζον Κάρπεντερ δεν βλέπει εφιάλτες με τέρατα. Βλέπει ότι σκηνοθετεί μια ταινία και κανείς δεν τον ακούει.
Για τον άνθρωπο που έφτιαξε το Halloween, το The Thing, το The Fog, το Escape from New York και το They Live, αυτό ακούγεται σχεδόν υπερβολικά ταιριαστό. Ο τρόμος του Κάρπεντερ δεν ήταν ποτέ μόνο εξωγήινοι, δολοφόνοι, ομίχλες και πλάσματα που αλλάζουν μορφή. Ήταν και ο τρόμος του ελέγχου: ποιος δίνει οδηγίες, ποιος υπακούει, ποιος κρατά την εξουσία, ποιος επιβιώνει όταν το σύστημα γύρω του καταρρέει.
Στα 78 του, ο Κάρπεντερ επιστρέφει με το Cathedral, το πρώτο του graphic novel, που συνοδεύεται από νέο άλμπουμ. Η ιδέα ξεκίνησε από ένα όνειρο: μια πύλη προς τον κάτω κόσμο κάτω από μια εγκαταλειμμένη εκκλησία, δαίμονες, σώματα που γυρίζουν από μέσα προς τα έξω, μια ιστορία τόσο κινηματογραφική ώστε, όταν ξύπνησε, σκέφτηκε ότι έπρεπε να την κρατήσει.
Για εκείνον, όμως, αυτό δεν ήταν εφιάλτης. Οι εφιάλτες, λέει, είναι προσωπικοί. Και ο δικός του πιο επίμονος εφιάλτης μοιάζει πολύ με Χόλιγουντ: γύρισμα, σκηνοθεσία, χάος, άνθρωποι που δεν ακολουθούν τις οδηγίες.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ψυχανάλυση για να καταλάβει κανείς γιατί. Η καριέρα του Κάρπεντερ υπήρξε μια διαρκής μάχη με στούντιο, παραγωγούς, προσδοκίες και συστήματα που ήθελαν να τον κάνουν πιο εύκολο, πιο ασφαλή, πιο προβλέψιμο. Εκείνος έμεινε πεισματικά ανεξάρτητος, ακόμη και όταν δούλευε μέσα στο Χόλιγουντ. Το δικό του μότο θα μπορούσε να είναι: μη μου λες τι να κάνω.
Ο ίδιος περιγράφει τη σκηνοθεσία στο σύστημα των στούντιο ως «δημιουργικό πόλεμο». Κάθε φορά που πρέπει να παλέψεις για να κάνεις κάτι όπως το θέλεις, λέει, χάνεις κάτι από τον εαυτό σου. Δεν είναι τυχαίο, προσθέτει, ότι πολλοί σκηνοθέτες μοιάζουν στο τέλος σαν να βγήκαν από πόλεμο. Για τον Κάρπεντερ, το σινεμά ήταν αγάπη, αλλά και εξάντληση. Κάποια στιγμή κατάλαβε ότι ήταν σχεδόν εθισμένος στη διαδικασία και ότι έπρεπε να απομακρυνθεί.
Η ρίζα αυτού του πείσματος βρίσκεται πολύ πίσω. Ο Κάρπεντερ γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, αλλά μεγάλωσε στο Bowling Green του Κεντάκι, όταν η οικογένειά του μετακόμισε εκεί τη δεκαετία του 1950. Ο πατέρας του ήταν μουσικός και καθηγητής, και ο μικρός Τζον βρέθηκε στον αμερικανικό Νότο της εποχής του Jim Crow. «Όλα όσα ξέρω για το κακό τα έμαθα σε εκείνη τη μικρή πόλη», λέει.
Κουβαλούσε βιολί στο σχολείο και τα παιδιά τον χτυπούσαν. Ένιωθε ξένος, σημάδι για βία, εγκλωβισμένος σε έναν τόπο που δεν τον χωρούσε. Αργότερα θα επαναστατούσε απέναντι σε όλα: την πόλη, τον πόλεμο του Βιετνάμ, την εξουσία, το σύστημα. Ο πατέρας του, όμως, του άφησε και κάτι που θα έμενε για πάντα: την επιμονή στη δημιουργία. Να φτιάχνεις κάτι. Μουσική, ζωγραφική, γραφή, ταινίες. Οτιδήποτε, αρκεί να δημιουργείς.
Η μητέρα του τον πήγαινε σινεμά. Όταν είδε το Forbidden Planet σε ηλικία οκτώ ετών, αποφάσισε ότι θα γίνει σκηνοθέτης. Δεν θα έμπαινε στο Χόλιγουντ από την κεντρική πόρτα, όπως οι μεγάλοι σκηνοθέτες της Νέας Αμερικανικής Κινηματογραφίας. Θα κινούνταν στις άκρες: τρόμος, επιστημονική φαντασία, ταινίες δράσης, pulp, χαμηλά μπάτζετ, καθαρές φόρμες, σκοτεινά οράματα.
Το ντεμπούτο του, Dark Star του 1974, ήταν μια βρόμικη, φθηνή, χίπικη παρωδία του 2001: A Space Odyssey. Το διάστημα δεν ήταν πια συμφωνία μεγαλείου, αλλά κάτι σαν βρώμικο κοινόχρηστο διαμέρισμα με καυγάδες, πλήξη και έναν εξωγήινο που έμοιαζε με φουσκωτή μπάλα. Το Χόλιγουντ κατάλαβε ότι ο Κάρπεντερ μπορούσε να κάνει πολλά με ελάχιστα.
Το μεγάλο χτύπημα ήρθε το 1978 με το Halloween. Με άγνωστη τότε την Jamie Lee Curtis και προϋπολογισμό 325.000 δολάρια, η ταινία έγινε τεράστια επιτυχία και άλλαξε τον τρόμο. Ο Κάρπεντερ δεν θέλει να διεκδικεί τίτλους πατρότητας, αλλά το Halloween θεωρείται συχνά θεμελιακό slasher. Το σημαντικότερο ήταν ότι έφερε τον τρόμο στα προάστια. Όχι σε κάστρο, όχι σε στοιχειωμένο σπίτι, όχι σε γοτθικό σκηνικό. Στη γειτονιά. Στο σπίτι. Εκεί όπου υποτίθεται ότι είσαι ασφαλής.
Ο Michael Myers δεν ήταν απλώς ένας δολοφόνος με μάσκα. Ήταν η στιγμή που το μικροαστικό αμερικανικό σπίτι είδε το κακό να περνά το κατώφλι του.
Μετά ήρθαν τα άλλα. Το Assault on Precinct 13, όπου οι ιεραρχίες φυλής, φύλου και νόμου ανατρέπονται μέσα σε μια πολιορκημένη νύχτα. Το Escape from New York, με τον Snake Plissken του Kurt Russell να σώζει έναν πρόεδρο που περιφρονεί. Το Big Trouble in Little China, όπου ο λευκός φαινομενικός ήρωας είναι στην πραγματικότητα ο αδέξιος βοηθός και οι Ασιάτες χαρακτήρες είναι οι πραγματικοί ήρωες δράσης.
Και φυσικά, το The Thing. Το 1982, ο Κάρπεντερ έβγαλε μια από τις πιο σκοτεινές, παρανοϊκές και σωματικά αηδιαστικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας, σχεδόν απέναντι στο E.T. του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Εκεί όπου ο Σπίλμπεργκ έβλεπε στο εξωγήινο μια τρυφερή δυνατότητα συνάντησης, ο Κάρπεντερ έβλεπε εισβολή, μόλυνση, δυσπιστία, κατάρρευση κάθε βεβαιότητας. Σήμερα το The Thing θεωρείται αριστούργημα. Τότε έμοιαζε υπερβολικά σκοτεινό για μια Αμερική που ήθελε να πιστέψει ξανά στη μαγεία.
Ο Κάρπεντερ αστειεύεται ότι όταν είδε τα παιδιά με τα ποδήλατα να πετούν στο E.T., σχεδόν αναγούλιασε. Θαύμαζε τον Σπίλμπεργκ, αλλά δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία του. Αν συναντήσουμε εξωγήινους, λέει, τα πράγματα μάλλον δεν θα πάνε καλά για εμάς. Όπως δεν πήγαν καλά για τους αυτόχθονες όταν έφτασαν οι άποικοι στην Αμερική.
Το 1988, με το They Live, ο Κάρπεντερ έφτιαξε ίσως την πιο καθαρά πολιτική cult ταινία του. Ένας άστεγος εργάτης βρίσκει γυαλιά που αποκαλύπτουν τα κρυφά μηνύματα κάτω από τις διαφημίσεις: «Υπάκουσε», «Μείνε κοιμισμένος», «Παντρέψου και αναπαράξου». Τα χρήματα γράφουν: «Αυτός είναι ο θεός σου». Οι ελίτ αποκαλύπτονται ως εξωγήινοι που ελέγχουν την ανθρωπότητα.
Δεν ήταν διακριτικό, αλλά δεν χρειαζόταν να είναι. Ο Κάρπεντερ στόχευε την εποχή του Ρόναλντ Ρίγκαν, τον υπερκαταναλωτισμό, την ανισότητα, τη μετατροπή της Αμερικής σε διαφήμιση του εαυτού της. Σήμερα λέει ότι το They Live είναι σχεδόν ντοκιμαντέρ και ότι δεν τελείωσε ποτέ. Η ταινία συνεχίζει να επιστρέφει κάθε φορά που η πραγματικότητα μοιάζει με billboard που κρύβει εντολές.
Δεν είναι τυχαίο ότι το φιλμ αγαπήθηκε από μουσικούς, καλλιτέχνες, θεωρητικούς και πολιτικούς αναλυτές. Ο Slavoj Žižek το διάβασε ως μια από τις μεγάλες αριστερές αλληγορίες του Χόλιγουντ: μια ταινία για το πώς η ιδεολογία κρύβεται μέσα σε αυτό που νομίζουμε ότι είναι ελευθερία. Ο Κάρπεντερ, πιο απλός και πιο πεισματάρης, το βλέπει ως δημοκρατία υπό πίεση από τον δικτάτορα.
Παρά τη βαριά σκιά του πάνω στο σινεμά, ο ίδιος μοιάζει σχεδόν αμήχανος όταν του μιλούν για την επιρροή του. Guillermo del Toro, Quentin Tarantino, Edgar Wright, James Cameron, ολόκληρη η αισθητική των 80s στη σύγχρονη τηλεόραση, από το Stranger Things και πέρα, μουσικοί από τους Portishead μέχρι τους Daft Punk, τον Trent Reznor και τον Hans Zimmer: όλοι χρωστούν κάτι στον Κάρπεντερ. Εκείνος μοιάζει να αναρωτιέται γιατί να θέλει κάποιος να μιμηθεί έναν σκηνοθέτη του οποίου οι ταινίες θάβονταν στην εποχή τους.
Έχει μείνει μακριά από κινητά, υπολογιστές και το online σύμπαν. Προτιμά το μπάσκετ, τις ειδήσεις, τα βιντεοπαιχνίδια, τον ύπνο και τη μουσική. Τα τελευταία χρόνια περιοδεύει παίζοντας τις συνθέσεις του μαζί με τον γιο του Cody και τον βαφτισιμιό του, Daniel Davies, ενώ συνεχίζει να γράφει και να ηχογραφεί.
Δεν μετανιώνει. Αγάπησε τους ηθοποιούς του, τον Kurt Russell, τον Jeff Bridges, τον Sam Neill, τις πρωταγωνίστριές του. Αγάπησε το σινεμά, αλλά το σινεμά τον εξάντλησε. Όταν σταμάτησε, λέει, έγινε πιο ευτυχισμένος όσο απομακρυνόταν από αυτό που αγαπούσε. Ήταν σαν να χρειαζόταν απεξάρτηση από την ίδια τη δημιουργία ταινιών.
Και όμως, εξακολουθεί να δημιουργεί. Μόνο που τώρα το κάνει αλλιώς: με μουσική, κόμικς, όνειρα, εικόνες από υπόγειες πύλες και εκκλησίες που κρύβουν δαίμονες.
Ο Τζον Κάρπεντερ έφτιαξε τον τρόμο των προαστίων, έδωσε στο σινεμά μερικές από τις πιο ψυχρές του απειλές και έδειξε ότι το κακό δεν χρειάζεται πάντα να έρχεται από το υπερφυσικό. Μερικές φορές βρίσκεται στην πόλη όπου μεγαλώνεις. Στο στούντιο που δεν σε ακούει. Στη διαφήμιση που σου λέει να υπακούσεις.
Στο σπίτι που νόμιζες ασφαλές.
Το Cathedral κυκλοφορεί ως graphic novel στις 4 Αυγούστου από τη Storm King Comics και ως άλμπουμ στις 7 Αυγούστου από τη Sacred Bones Records.
Με στοιχεία από Guardian.