Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς υποτίθεται ότι είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή. Το 2024 είχε ξεκινήσει μια περιοδεία με τον κάπως μελαγχολικό τίτλο «The Final Bow», μόνο που η υπόκλιση αποδείχθηκε λιγότερο τελική απ’ όσο έμοιαζε. Με αφορμή τα 50 χρόνια από το «The Selfish Gene», ο πιο διάσημος βιολόγος στον κόσμο συνεχίζει να κάνει δημόσιες εμφανίσεις, ηχογραφήσεις podcast, να προκαλεί αντιδράσεις και, στα 85 του, να γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα.
Το «The Selfish Gene» κυκλοφόρησε το 1976 και έκανε τον τότε 35χρονο λέκτορα ζωολογίας της Οξφόρδης μια από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της εκλαϊκευμένης επιστήμης. Το κεντρικό του επιχείρημα, ότι το γονίδιο και όχι το άτομο ή το είδος είναι ο βασικός πρωταγωνιστής της εξέλιξης, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια αναγνώστες σκέφτηκαν τη ζωή, την επιβίωση και την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Ο Ντόκινς λέει σήμερα ότι, ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, εκπλήσσεται από το πόσο λίγα θα άλλαζε. Μπορεί να υπάρχουν προτάσεις που θα πείραζε, αλλά η βασική θέση παραμένει, για εκείνον, σωστή. Το «Εγωιστικό Γονίδιο» δεν ήταν ποτέ απλώς ένα βιβλίο για τη βιολογία. Ήταν και μια μεγάλη, ψυχρή, σχεδόν λογοτεχνική εικόνα του ανθρώπου ως «μηχανής επιβίωσης» των γονιδίων του.
Αυτό που κάνει τη νέα συνέντευξη του Ντόκινς πιο ενδιαφέρουσα, όμως, δεν είναι μόνο η επέτειος. Είναι η σχέση του με την τεχνητή νοημοσύνη. Ο ίδιος αποκάλυψε ότι είχε μια εκτενή συνομιλία, σχεδόν δύο ημερών, με το chatbot Claude, το οποίο βάφτισε «Claudia». Του έδωσε μάλιστα να διαβάσει το προσχέδιο του μυθιστορήματός του και εντυπωσιάστηκε τόσο από τα σχόλιά του, ώστε κάποια στιγμή σχεδόν του απέδωσε συνείδηση.
Η φράση αυτή προκάλεσε, αναμενόμενα, ειρωνείες. Ο Ντόκινς, ο παλιός πολέμιος της θρησκευτικής αυταπάτης, κατηγορήθηκε περίπου ότι γοητεύτηκε από μια μηχανή που μιμείται ανθρώπινη σκέψη. Ο ίδιος παραδέχεται τώρα ότι ίσως το διατύπωσε υπερβολικά. Όμως δεν παίρνει πίσω το βασικό του ερώτημα: αν ένα σύστημα μπορεί να απαντά με τόση ευαισθησία, διορατικότητα και φαινομενική κατανόηση, τι ακριβώς άλλο θα ζητούσαμε για να το πάρουμε στα σοβαρά;
Εκεί το θέμα ξεφεύγει από το αστείο με τη «chatbot-φίλη» και γίνεται ξανά ντοκινσιανό. Ο Ντόκινς δεν ενδιαφέρεται απλώς για το αν η τεχνητή νοημοσύνη «νιώθει». Τον απασχολεί το αντίστροφο ερώτημα: αν μια μηχανή χωρίς εσωτερική ζωή μπορεί να μιμηθεί τόσο πειστικά τη συνείδηση, τότε ποιο εξελικτικό πλεονέκτημα έχει η δική μας συνείδηση; Γιατί δεν είμαστε κι εμείς απλώς ζόμπι που εκτελούν προγράμματα;
Δεν είναι τυχαίο ότι το μυθιστόρημα που γράφει κινείται γύρω από παρόμοια όρια. Η ηρωίδα του είναι μια επιστήμονας που αποφασίζει να επαναφέρει στη ζωή τον Homo erectus και να γίνει η παρένθετη μητέρα δύο παιδιών ενός εξαφανισμένου ανθρώπινου είδους. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, ο Ντόκινς θέλει να εξερευνήσει τι θα συνέβαινε στην ηθική, την κοινωνία και την πολιτική αν εμφανιζόταν ξαφνικά ανάμεσά μας ένα ον ενδιάμεσο ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε «ζώο» και σε αυτό που αποκαλούμε «άνθρωπο».
Ο ίδιος σκέφτεται ακόμη και τη γλώσσα αυτών των πλασμάτων: μπορούν να χρησιμοποιούν ουσιαστικά και ρήματα, όχι όμως επίθετα ή σύνθετη γραμματική. Η όσφρηση έχει για εκείνα μεγάλη σημασία, οπότε αντί να πουν σε κάποιον ότι τον συμπαθούν, μπορούν να του πουν ότι «μυρίζει μήλα». Είναι μια παράξενη, σχεδόν τρυφερή λεπτομέρεια από έναν συγγραφέα που πέρασε τη ζωή του εξηγώντας ότι η φύση δεν είναι καθόλου τρυφερή.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι ο Ρίτσαρντ Ντόκινς έγινε ξαφνικά μυθιστοριογράφος. Είναι ότι, μισό αιώνα μετά το βιβλίο που τον έκανε διάσημο, συνεχίζει να ρωτά την ίδια ερώτηση από άλλη πόρτα: τι είναι τελικά ο άνθρωπος; Ένα όχημα γονιδίων; Μια μηχανή που έμαθε να αφηγείται τον εαυτό της; Ένα ζώο που επινόησε την ηθική για να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα ζώα; Ή ένα πλάσμα που τώρα κοιτάζει τα chatbots και φοβάται ότι ίσως η συνείδηση δεν είναι τόσο μοναδική όσο νόμιζε;
Σε ηλικία που πολλοί δημόσιοι διανοούμενοι θα είχαν δεχτεί να γίνουν ακίνδυνα μνημεία του παλιού τους εαυτού, ο Ντόκινς συνεχίζει να εκνευρίζει, να αστοχεί, να γοητεύεται, να υπερβάλλει και να σκέφτεται δυνατά. Μπορεί κανείς να διαφωνεί μαζί του, αλλά δύσκολα μπορεί να πει ότι έχει αποσυρθεί.
Πενήντα χρόνια μετά το «Εγωιστικό Γονίδιο», ο Ρίτσαρντ Ντόκινς δεν μοιάζει με άνθρωπο που θέλει να καθίσει ήσυχα σε μια προθήκη. Μοιάζει περισσότερο με κάποιον που κοιτάζει την τεχνητή νοημοσύνη, τον Homo erectus και τον εαυτό του, προσπαθώντας ακόμη να καταλάβει τι ακριβώς σημαίνει να είσαι ζωντανός.
με στοιχεία από The Times