Στις 11 Αυγούστου 2024, σε ένα ρεσιτάλ που παρουσίαζε η Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης, ο πιανίστας Τζέισον Γκίλαμ παρουσίασε ένα σύντομο έργο με τίτλο «Witness».
Το είχε συνθέσει ο Αυστραλός καλλιτέχνης πολυμέσων Κόνορ Ντ’ Νέτο. Ο Γκίλαμ το αφιέρωσε στους Παλαιστίνιους δημοσιογράφους που είχαν σκοτωθεί στη Γάζα.
Πριν αρχίσει να παίζει, είπε στο κοινό ότι περισσότεροι από 100 Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι είχαν χάσει τη ζωή τους και ότι η στοχοποίηση δημοσιογράφων σε μια ένοπλη σύγκρουση αποτελεί έγκλημα πολέμου σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η επόμενη εμφάνισή του, προγραμματισμένη για τέσσερις ημέρες αργότερα, ακυρώθηκε.
Σχεδόν δύο χρόνια μετά, ο αυστραλοβρετανός πιανίστας έχασε τη δικαστική μάχη που ακολούθησε. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας απέρριψε την προσφυγή του κατά της Συμφωνικής Ορχήστρας της Μελβούρνης, κρίνοντας ότι η ακύρωση δεν συνιστούσε παράνομη διάκριση εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων.
Ο Γκίλαμ υποστήριζε ότι η ορχήστρα επιχείρησε να τον φιμώσει επειδή μίλησε από τη σκηνή για τη δολοφονία Παλαιστίνιων δημοσιογράφων από τις ισραηλινές δυνάμεις.
Ο δικαστής Γκρέιμ Χιλ έκρινε, ωστόσο, ότι το πολιτικό περιεχόμενο των δηλώσεών του δεν αποτέλεσε ουσιαστικό λόγο για τις ενέργειες της ορχήστρας. Σύμφωνα με την απόφαση, ο οργανισμός κινήθηκε για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες που πίστευε ότι θα μπορούσαν να υπάρξουν για τη λειτουργία, τη φήμη και τα επιχειρηματικά του συμφέροντα.
Ο δικαστής ανέφερε ότι η Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης θα είχε αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο αν ο Γκίλαμ είχε εκφράσει από τη σκηνή μια πολιτική θέση υπέρ του Ισραήλ ή είχε κάνει οποιαδήποτε άλλη δήλωση με ανάλογες πιθανές επιπτώσεις για τον οργανισμό.
Σημαντικό για την έκβαση της υπόθεσης ήταν και το γεγονός ότι ο Γκίλαμ εργαζόταν ως ανεξάρτητος συνεργάτης και όχι ως υπάλληλος της ορχήστρας. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσε να στηρίξει στις συγκεκριμένες διατάξεις τη διεκδίκηση εργασιακής προστασίας με τον τρόπο που υποστήριζαν οι δικηγόροι του.
Ο Χιλ δέχθηκε επίσης ότι στον χώρο της κλασικής μουσικής υπάρχει μια καθιερωμένη —αν και όχι απαρέγκλιτη— πρακτική: οι προσκεκλημένοι μουσικοί δεν κάνουν από τη σκηνή δηλώσεις για ευαίσθητα πολιτικά ή κοινωνικά ζητήματα χωρίς προηγούμενη έγκριση του διοργανωτή.
Η αντίδραση της ορχήστρας τον Αύγουστο του 2024 υπήρξε αντιφατική και προκάλεσε σοβαρή αναταραχή στο εσωτερικό της.
Αρχικά, η Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης έστειλε μήνυμα στους θεατές, στο οποίο ανέφερε ότι ο πιανίστας είχε εκφράσει προσωπικές απόψεις χωρίς την έγκριση του οργανισμού και ότι οι δηλώσεις του είχαν προκαλέσει αναστάτωση. Παράλληλα, ακύρωσε τη δεύτερη εμφάνισή του, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στις 15 Αυγούστου 2024.
Στη συνέχεια έκανε πίσω.
Μία ημέρα πριν από τη συναυλία, η τότε διευθύνουσα σύμβουλος της ορχήστρας, Σοφί Γκαλέζ, έγραψε σε στελέχη του οργανισμού ότι οι νέοι σύμβουλοι επικοινωνίας πρότειναν να ανακαλέσουν την απόφαση και να προσκαλέσουν ξανά τον Γκίλαμ.
Η ορχήστρα παραδέχθηκε δημόσια ότι είχε κάνει λάθος ζητώντας του να αποσυρθεί από την εμφάνιση και επιχείρησε να τον επαναφέρει στη συναυλία. Ταυτόχρονα, όμως, επέμεινε ότι η συναυλιακή σκηνή δεν αποτελεί κατάλληλο χώρο για πολιτικές δηλώσεις.
Η επαναφορά του συνοδευόταν από την προϋπόθεση ότι δεν θα έκανε καμία λεκτική ή συμβολική δήλωση από τη σκηνή. Ο Γκίλαμ απέρριψε την πρόταση.
Τελικά η συναυλία ακυρώθηκε ξανά, αυτή τη φορά με την ορχήστρα να επικαλείται συμβουλές ειδικών για ζητήματα ασφαλείας.
Η υπόθεση ξεπέρασε γρήγορα τα όρια μιας διαφωνίας ανάμεσα σε έναν μουσικό και στον οργανισμό που τον είχε προσκαλέσει. Οι μουσικοί της ορχήστρας εξέφρασαν με ψήφο δυσπιστίας την έλλειψη εμπιστοσύνης τους προς την ανώτερη διοίκηση, ακολούθησαν αλλαγές στην ηγεσία και ανακοινώθηκε εξωτερική επανεξέταση της εσωτερικής κουλτούρας, των πολιτικών και των μηχανισμών διαχείρισης κινδύνου του οργανισμού.
Στη δίκη, οι δικηγόροι του Γκίλαμ υποστήριξαν ότι το συμβόλαιό του δεν περιείχε όρο που να του απαγορεύει την επίμαχη δήλωση και ότι η ακύρωση της εμφάνισής του αποτελούσε τιμωρία για τις πολιτικές του πεποιθήσεις.
Η πλευρά της ορχήστρας αντέτεινε ότι ο πιανίστας εμφανιζόταν στη δική της σκηνή και επομένως δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη συναυλία για μια μη εγκεκριμένη τοποθέτηση πάνω σε ένα από τα πιο διχαστικά πολιτικά ζητήματα της εποχής.
Το δικαστήριο απέρριψε τελικά τις αξιώσεις του Γκίλαμ.
Ο Χιλ τόνισε ότι δεν ήταν δική του δουλειά να αποφανθεί για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση ή για το περιεχόμενο των καταγγελιών του πιανίστα. Η απόφαση περιορίστηκε στο αν οι συγκεκριμένες ενέργειες της ορχήστρας παραβίασαν την εργατική νομοθεσία και τη νομοθεσία κατά των διακρίσεων.
Η Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης δήλωσε μετά την απόφαση ότι ελπίζει πλέον να αφήσει την υπόθεση πίσω της και να επικεντρωθεί ξανά στη μουσική.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Στον πυρήνα ολόκληρης της σύγκρουσης βρίσκεται ακριβώς η ιδέα ότι η μουσική μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα συμβαίνουν έξω από την αίθουσα συναυλιών — και ότι η ουδετερότητα μιας πολιτιστικής σκηνής είναι φυσική κατάσταση, όχι κι αυτή μια θεσμική επιλογή.
Το δικαστήριο αποφάσισε ποια δικαιώματα είχε ο Γκίλαμ ως ανεξάρτητος συνεργάτης και ποια περιθώρια είχε η ορχήστρα να προστατεύσει τη φήμη της.
Το ερώτημα που άφησε ανοιχτό δεν είναι νομικό: ποιος αποφασίζει πόσο πολιτική επιτρέπεται να είναι η κλασική μουσική;
με στοιχεία από Guardian