Ο Μπάτμαν δεν συναντά συχνά τη Φρίντα Κάλο στην ίδια αίθουσα. Ούτε ένα παλιό κόμικ, ένα παιδικό βιβλίο, ένας πίνακας του Νόρμαν Ρόκγουελ, ένα Πίκατσου, μια τοιχογραφία του Ντιέγκο Ριβέρα και ένα αντικείμενο από το Star Wars αντιμετωπίζονται συνήθως σαν συγγενείς εικόνες. Αυτό ακριβώς, όμως, επιχειρεί να κάνει το Lucas Museum of Narrative Art, το νέο μουσείο που δημιούργησαν ο Τζορτζ Λούκας και η Μέλοντι Χόμπσον στο Λος Άντζελες: να χαλάσει τον παλιό διαχωρισμό ανάμεσα στην «υψηλή» τέχνη και στις εικόνες με τις οποίες μεγάλωσε το κοινό.
Το μουσείο ανοίγει για το κοινό στις 22 Σεπτεμβρίου, στο Exposition Park του νότιου Λος Άντζελες, ύστερα από σχεδόν μία δεκαετία καθυστερήσεων, αλλαγών και συζητήσεων. Πρόκειται για ένα από τα πιο φιλόδοξα πολιτιστικά project των τελευταίων ετών στις ΗΠΑ, με κόστος που έχει υπολογιστεί σε πάνω από ένα δισ. δολάρια και χρηματοδότηση από τον ίδιο τον Λούκας. Το κτίριο, σχεδιασμένο από τον Κινέζο αρχιτέκτονα Μα Γιανσόνγκ του MAD Architects, μοιάζει να έχει προσγειωθεί από ταινία επιστημονικής φαντασίας: ένα καμπύλο, αιωρούμενο σώμα μέσα σε έναν νέο χώρο πρασίνου, με κήπους και διαδρομές της Μία Λέρερ και του Studio-MLA.
Η πρώτη παρεξήγηση που θέλει να λύσει το μουσείο είναι η πιο προφανής: όχι, δεν είναι απλώς ένα μουσείο για το Star Wars. Φυσικά, το σύμπαν του Λούκας είναι παρόν. Ένα Naboo N-1 Starfighter υποδέχεται τους επισκέπτες, στο κινηματογραφικό τμήμα υπάρχουν αντικείμενα από τις ταινίες, ενώ στους κήπους εμφανίζονται μορφές όπως ο Yoda, ο Jabba the Hutt και η πριγκίπισσα Leia. Ωστόσο, το Star Wars καταλαμβάνει μόνο ένα μικρό μέρος των εκθεσιακών χώρων. Το μεγαλύτερο σώμα του μουσείου είναι αφιερωμένο στην τέχνη της αφήγησης με εικόνες.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό ενδιαφέρον. Ο Λούκας άρχισε να συλλέγει κόμικς όταν ήταν ακόμη φοιτητής. Ένα strip του Alley Oop, του κόμικ για έναν ταξιδιώτη των εποχών άνθρωπο των σπηλαίων, θεωρείται το πρώτο έργο που απέκτησε. Αργότερα, όταν η επιτυχία του Star Wars τού έδωσε τη δυνατότητα, άρχισε να αγοράζει έργα εικονογράφων, δημιουργών κόμικς, ζωγράφων της αμερικανικής καθημερινότητας και καλλιτεχνών που η επίσημη ιστορία της τέχνης συχνά αντιμετώπισε με αμηχανία ή συγκατάβαση.
Η συλλογή που στεγάζεται τώρα στο μουσείο αριθμεί περισσότερα από 40.000 έργα και τεκμήρια. Στις πρώτες εκθέσεις θα παρουσιαστούν πάνω από 1.300 αντικείμενα, σε περισσότερες από 30 αίθουσες. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα της Φρίντα Κάλο, του Νόρμαν Ρόκγουελ, του Μαξφιλντ Πάρις, του N.C. Γουάιθ, του Φρανκ Φραζέτα, του Ρόμπερτ Κραμπ, της Τζέσι Γουίλκοξ Σμιθ, του Τόμας Χαρτ Μπέντον, του Ντιέγκο Ριβέρα, της Τζούντιθ Φ. Μπάκα και του JR, μαζί με φωτογραφία, αφίσες, εικονογραφήσεις, παιδικά βιβλία, manga, anime, κινηματογραφικά σχέδια, κοστούμια και props.
Οι αίθουσες δεν οργανώνονται με τον συνηθισμένο μουσειακό τρόπο, ανά εποχή, τεχνοτροπία ή καλλιτέχνη. Πολλά τμήματα ακολουθούν ανθρώπινες εμπειρίες: οικογένεια, εργασία, παιχνίδι, έρωτας, περιπέτεια, φαντασία, αθλητισμός. Η ιδέα είναι ότι οι εικόνες δεν υπάρχουν μόνο για να θαυμάζονται ως αντικείμενα, αλλά για να αφηγούνται ιστορίες που αναγνωρίζουμε, ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε τίποτα από ιστορία της τέχνης. Ένα εξώφυλλο βιβλίου, μια σκηνή κόμικ, ένα κινηματογραφικό αντικείμενο, μια παιδική εικονογράφηση και ένας πίνακας μπορούν να ανήκουν στην ίδια μεγάλη ιστορία της οπτικής αφήγησης.
Αυτή η φιλοδοξία είναι και ο λόγος που το μουσείο έχει προκαλέσει σκεπτικισμό. Ο όρος «narrative art» ακούγεται σε πολλούς υπερβολικά ανοιχτός, σχεδόν φτιαγμένος για να χωρέσει τα πάντα. Ήδη από τα πρώτα χρόνια του project, κριτικοί είχαν μιλήσει για ασαφή αποστολή, ακόμη και για μουσείο ματαιοδοξίας. Το ερώτημα παραμένει: αρκεί μια εικόνα να αφηγείται κάτι για να αποκτήσει θέση σε ένα μεγάλο μουσείο; Ή μήπως ακριβώς αυτή η απλότητα είναι το πιο ριζοσπαστικό σημείο του εγχειρήματος;
Ο Λούκας, πάντως, δεν κρύβει ότι θέλει να υπερασπιστεί αυτό που αποκαλεί «τέχνη του λαού». Στο μουσείο του, οι εικονογράφοι, οι δημιουργοί κόμικς, οι σχεδιαστές φανταστικών κόσμων και οι καλλιτέχνες της μαζικής κουλτούρας δεν εμφανίζονται ως δεύτερη κατηγορία.
Μπαίνουν δίπλα σε ονόματα που έχουμε μάθει να βλέπουμε με μουσειακό σεβασμό. Η χειρονομία είναι απλή αλλά όχι αθώα: ποιος αποφάσισε ότι οι εικόνες που αγαπήσαμε μικροί αξίζουν λιγότερο από τις εικόνες που μάθαμε αργότερα ότι πρέπει να θαυμάζουμε;
Η Μέλοντι Χόμπσον έχει προσθέσει σε αυτό το όραμα μια πιο δημόσια, κοινωνική διάσταση. Το μουσείο δίνει δωρεάν είσοδο σε παιδιά έως 17 ετών, σε κατοίκους της ταχυδρομικής ζώνης 90037 και σε άλλες κατηγορίες επισκεπτών, ενώ η βιβλιοθήκη του είναι ανοιχτή χωρίς εισιτήριο.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά: η γενική είσοδος για ενήλικες κοστίζει 25 δολάρια, το μουσείο χρειάζεται να σταθεί οικονομικά μόνο του και το project έχει περάσει από αποχωρήσεις στελεχών, καθυστερήσεις, απολύσεις και αρκετή εσωτερική αναστάτωση πριν φτάσει στο άνοιγμα.
Ακριβώς γι’ αυτό το Lucas Museum είναι ενδιαφέρον πέρα από το εντυπωσιακό κτίριο και τα Star Wars αντικείμενα. Είναι ένα μουσείο γεμάτο αντιφάσεις: λαϊκό και πανάκριβο, προσβάσιμο και θεαματικό, παιχνιδιάρικο και βαθιά φιλόδοξο, χτισμένο από έναν από τους πιο επιτυχημένους δημιουργούς της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας αλλά αποφασισμένο να μιλήσει για ολόκληρη την ιστορία της εικόνας.
Μπορεί να μοιάζει με διαστημόπλοιο, όμως το πιο ριψοκίνδυνο φορτίο του δεν είναι ο Luke Skywalker. Είναι η ιδέα ότι το μουσείο του 21ου αιώνα ίσως πρέπει να κοιτάξει ξανά τις εικόνες που μέχρι τώρα θεωρούσε πολύ δημοφιλείς, πολύ εμπορικές ή πολύ οικείες για να τις πάρει στα σοβαρά.
Στην πιο συγκινητική εκδοχή του, αυτό το μουσείο ξεκινά από εκεί που αρχίζει συχνά η σχέση μας με την τέχνη: από τις εικόνες που βλέπαμε πριν μάθουμε να τις κατατάσσουμε. Από τα παιδικά βιβλία, τα κόμικς, τις αφίσες, τα εξώφυλλα, τις ταινίες, τους ήρωες που μας τρόμαξαν ή μας παρηγόρησαν.
Το αν το Lucas Museum θα πείσει τους κριτικούς μένει να φανεί. Αλλά η ερώτηση που ανοίγει είναι ήδη δυνατή: τι θα συνέβαινε αν το μουσείο δεν ζητούσε από το κοινό να αφήσει την ποπ κουλτούρα στην είσοδο, αλλά την έβαζε επιτέλους στο ίδιο δωμάτιο με τη Φρίντα Κάλο;
Με στοιχεία από The New York Times, The Art Newspaper, Lucas Museum of Narrative Art