Τ
ο πορτρέτο του Ρόι Κον από τον Ρόμπερτ Μάπλθορπ μοιάζει σαν να ξέρει από την αρχή πού ανήκει: σε ένα εξώφυλλο για την εξουσία, τον φόβο και το βλέμμα που δεν αποσύρεται. Ο Κον κοιτάζει ευθεία τον φακό μέσα από ένα σχεδόν απόλυτο μαύρο φόντο. Το πρόσωπο μένει μόνο του, χωρίς σώμα, χωρίς δωμάτιο, χωρίς καμία διαφυγή από την εικόνα.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1981 και ο Κάι Μπερντ τη θεωρούσε ιδανική για το νέο του βιβλίο «American Scoundrel: Roy Cohn’s Dark Journey from Joe McCarthy to Donald Trump», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Scribner. Ο Μπερντ, που συνυπέγραψε με τον Μάρτιν Τζ. Σέργουιν το «American Prometheus», τη βιογραφία του Ρόμπερτ Οπενχάιμερ στην οποία βασίστηκε η ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, γράφει τώρα μαζί με τη Σούζαν Γκόλντμαρκ μια βιογραφία του Κον από την εποχή του Τζόζεφ Μακάρθι μέχρι τον ρόλο του ως μέντορα του νεαρού Ντόναλντ Τραμπ.
Το εξώφυλλο, όμως, δεν έγινε ποτέ με τη φωτογραφία του Μάπλθορπ. Το Robert Mapplethorpe Foundation, που διαχειρίζεται το έργο, το αρχείο και τα δικαιώματα του καλλιτέχνη, αρνήθηκε να παραχωρήσει άδεια χρήσης. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, στην απόφαση βάρυναν οι ανησυχίες ότι η εικόνα, πάνω σε ένα βιβλίο που συνδέει ευθέως τον Κον με τον Τραμπ, θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτική πράξη από έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό.
Η λεπτομέρεια είναι μικρή μόνο στην επιφάνεια. Ένα ίδρυμα που φέρει το όνομα ενός από τους καλλιτέχνες-σύμβολα των αμερικανικών μαχών για την ελευθερία της τέχνης βρέθηκε να φοβάται όχι την ίδια την εικόνα, αλλά το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κυκλοφορούσε. Το ερώτημα δεν ήταν αν το πορτρέτο είναι προκλητικό. Ήταν αν θα μπορούσε να προκαλέσει την οργή ενός προέδρου που υπήρξε μαθητής του ανθρώπου της φωτογραφίας.
Ο Ρόι Κον δεν ήταν ένα ουδέτερο πρόσωπο της αμερικανικής ιστορίας. Ως νεαρός εισαγγελέας συνδέθηκε με την υπόθεση των Τζούλιους και Έθελ Ρόζενμπεργκ. Στη συνέχεια έγινε στενός συνεργάτης του γερουσιαστή Τζόζεφ Μακάρθι στο αντικομμουνιστικό κυνήγι των αρχών της δεκαετίας του ’50. Αργότερα μετακινήθηκε στη Νέα Υόρκη των ισχυρών πελατών, των ταμπλόιντ, των εστιατορίων, των νυχτερινών κέντρων και των παρασκηνιακών συμφωνιών. Εκπροσώπησε μεγιστάνες, ανθρώπους των μέσων ενημέρωσης, πρόσωπα του οργανωμένου εγκλήματος και έναν φιλόδοξο κατασκευαστή ακινήτων που λεγόταν Ντόναλντ Τραμπ.
Η επιρροή του Κον πάνω στον Τραμπ έχει γίνει πια μέρος της πολιτικής μυθολογίας των ΗΠΑ. Η γλώσσα της αντεπίθεσης, της άρνησης, της διαρκούς επίθεσης στον αντίπαλο, της περιφρόνησης για τους κανόνες και της χρήσης της δικαστικής απειλής ως όπλου διαβάζεται συχνά μέσα από εκείνη τη σχέση. Γι’ αυτό και η βιογραφία του Μπερντ και της Γκόλντμαρκ δεν παρουσιάζει τον Κον απλώς ως πρόσωπο του παρελθόντος, αλλά ως έναν από τους ανθρώπους που βοήθησαν να σχηματιστεί μια πολιτική μέθοδος που εξακολουθεί να ζει.
Εκεί ακριβώς το πορτρέτο του Μάπλθορπ γίνεται επικίνδυνο με έναν παράξενο, σχεδόν ειρωνικό τρόπο. Δεν είναι επικίνδυνο επειδή δείχνει γυμνό σώμα, σεξουαλική πράξη ή κάτι από τις εικόνες που έκαναν τον Μάπλθορπ κεντρικό στόχο των αμερικανικών πολιτισμικών πολέμων. Είναι επικίνδυνο επειδή δείχνει έναν νεκρό άνδρα που εξακολουθεί να έχει πολιτική σκιά. Μια φωτογραφία σαράντα πέντε ετών αντιμετωπίστηκε σαν να μπορούσε ακόμη να ανοίξει λογαριασμό με την εξουσία.
Ο Μάπλθορπ είχε ιδρύσει το ίδρυμά του το 1988, λίγο πριν πεθάνει, για να προστατεύσει το έργο του, να προωθήσει το καλλιτεχνικό του όραμα και να στηρίξει τους σκοπούς που τον ενδιέφεραν, ανάμεσά τους η φωτογραφία και η ιατρική έρευνα γύρω από το HIV/AIDS. Η ιστορία του έργου του είναι δεμένη με τη λογοκρισία, την ομοφοβία, τη δημόσια χρηματοδότηση της τέχνης και το ερώτημα ποια σώματα επιτρέπεται να εμφανίζονται στον αμερικανικό δημόσιο χώρο.
Το 1989, μετά τον θάνατό του από επιπλοκές του AIDS, η περιοδεύουσα αναδρομική έκθεση «The Perfect Moment» βρέθηκε στο κέντρο μιας τεράστιας σύγκρουσης. Ο συντηρητικός γερουσιαστής Τζέσι Χελμς επιτέθηκε στη χρήση δημόσιων χρημάτων για εκθέσεις που περιλάμβαναν έργα του Μάπλθορπ, ενώ η Corcoran Gallery of Art στην Ουάσινγκτον ακύρωσε την παρουσίαση της έκθεσης. Οι εικόνες του, ειδικά όσες αφορούσαν τη σεξουαλική ζωή των γκέι ανδρών, έγιναν πεδίο μάχης για την τέχνη, την ηθική, το κράτος και τον φόβο απέναντι στο queer σώμα.
Το 2026, όμως, η ιστορία επέστρεψε από άλλη πόρτα. Αυτή τη φορά δεν υπήρχε γυμνό σώμα για να σοκάρει τους συντηρητικούς. Υπήρχε ένα πρόσωπο. Ο Κον, ένας άνδρας που έζησε κρυφά τη σεξουαλικότητά του, συνδέθηκε με σκληρά αντιδραστικές πολιτικές πρακτικές και πέθανε το 1986 από επιπλοκές του AIDS, ενώ δημόσια επέμενε ότι έπασχε από καρκίνο στο ήπαρ. Απέναντί του, ο Μάπλθορπ, ένας καλλιτέχνης που έκανε την queer επιθυμία εικόνα με ψυχρότητα, ομορφιά και ακρίβεια. Οι δύο τους συναντήθηκαν σε ένα πορτρέτο που σήμερα μοιάζει λιγότερο με φωτογράφηση και περισσότερο με πολιτικό φάντασμα.
Η ίδια η φωτογραφία έχει τη δική της νεοϋορκέζικη ιστορία. Το 1981, ο Άντι Γουόρχολ έστειλε τον συγγραφέα και επιμελητή Steven M.L. Aronson να πάρει συνέντευξη από τον Κον για το «Interview». Ο Aronson έπεισε τον Κον να ποζάρει στον Μάπλθορπ. Εκείνη την εποχή, ο Κον ήταν ήδη διασημότητα της νεοϋορκέζικης εξουσίας: δικηγόρος, παρασκηνιακός μεσολαβητής, θαμώνας του Studio 54, άνθρωπος που κινούνταν ανάμεσα σε μεγάλους πελάτες, μέσα ενημέρωσης, χρήμα και σκοτεινές γνωριμίες.
Η συνάντηση ήταν από μόνη της παράξενη. Ένας καλλιτέχνης που είχε φωτογραφίσει τη γκέι σεξουαλικότητα χωρίς απολογίες βρέθηκε απέναντι σε έναν άνδρα που ζούσε τη δική του σεξουαλικότητα μέσα στην άρνηση και την πολιτική σκληρότητα. Ο Κον, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Aronson, λάτρεψε τη φωτογραφία. Ίσως επειδή του έδινε αυτό που ήθελε: δημοσιότητα, γοητεία, φόβο, έλεγχο. Ίσως επειδή, όπως είπε ο Aronson, το κακό πολλές φορές μπορεί να δείχνει λαμπερό.
Σήμερα ένα τύπωμα του πορτρέτου βρίσκεται στη συλλογή του Los Angeles County Museum of Art, ως δώρο του Robert Mapplethorpe Foundation προς το LACMA και το J. Paul Getty Trust το 2011. Το έργο υπάρχει σε μουσείο, δηλαδή έχει περάσει στην επίσημη ιστορία της φωτογραφίας. Κι όμως, όταν ζητήθηκε να λειτουργήσει ως εξώφυλλο μιας βιογραφίας που συνδέει τον Κον με τον Τραμπ, η εικόνα ξαναέγινε πρόβλημα.
Ο Μπερντ αντέδρασε έντονα στην άρνηση του ιδρύματος. Το βιβλίο τελικά κυκλοφορεί με άλλη φωτογραφία του Κον, από τον Britain Hill: ο Κον σε μπλε ριγέ κοστούμι, με τα χέρια κάτω από το πηγούνι, να κοιτά και πάλι τον αναγνώστη. Ακόμη και χωρίς τον Μάπλθορπ, το βλέμμα παραμένει. Αυτό που λείπει είναι η σύγκρουση δύο ιστοριών μέσα στην ίδια εικόνα: ο καλλιτέχνης της queer πρόκλησης και ο άνθρωπος που έκρυβε τη σεξουαλικότητά του ενώ δίδασκε μια πολιτική αγριότητα.
Η υπόθεση δεν είναι μια απλή διαμάχη για δικαιώματα φωτογραφίας. Είναι ένα μικρό, ακριβές επεισόδιο για το πώς λειτουργεί ο φόβος μέσα στα πολιτιστικά ιδρύματα. Δεν χρειάζεται πάντα απαγόρευση. Μερικές φορές αρκεί η πιθανότητα της τιμωρίας. Ένα διοικητικό συμβούλιο υπολογίζει το ρίσκο, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός σκέφτεται τη φοροαπαλλαγή του, μια εικόνα μένει εκτός εξωφύλλου πριν ακόμη κάποιος απαιτήσει να μείνει εκτός.
Γι’ αυτό το επεισόδιο μοιάζει τόσο καθαρά με ιστορία της εποχής Τραμπ. Ο Ρόι Κον πέθανε πριν από σαράντα χρόνια, αλλά η μέθοδός του επιβιώνει ως κλίμα: φόβος πριν από την απειλή, συμμόρφωση πριν από την εντολή, αυτολογοκρισία πριν από τη λογοκρισία. Και το έργο του Μάπλθορπ, που κάποτε έγινε σύμβολο της μάχης απέναντι στον πολιτισμικό πουριτανισμό, βρίσκεται ξανά στο κέντρο μιας αμερικανικής διαμάχης για εικόνα, εξουσία και ελευθερία.
Το πιο παράξενο είναι ότι κανείς δεν χρειάστηκε να καταστρέψει τη φωτογραφία. Δεν απαγορεύτηκε, δεν εξαφανίστηκε, δεν κατέβηκε από μουσείο. Απλώς δεν της επετράπη να γίνει το πρόσωπο ενός βιβλίου τη στιγμή που ίσως θα έλεγε περισσότερα από οποιοδήποτε εξώφυλλο.
Ο Μάπλθορπ είχε φωτογραφίσει τον Κον σαν πρόσωπο που αναδύεται από το σκοτάδι. Το σκοτάδι, όπως φαίνεται, δεν είχε τελειώσει.
Με στοιχεία από The New York Times, ARTnews