Το καλοκαιρινό φεστιβάλ στηρίχθηκε για δεκαετίες σε μια παλιά υπόσχεση: ζεστές νύχτες, ανοιχτές αυλές, παραστάσεις κάτω από τον ουρανό, εκθέσεις σε ιστορικά κτίρια, μουσική σε πόλεις που ζουν για λίγες εβδομάδες στον ρυθμό του πολιτισμού. Στη Γαλλία, αυτή η υπόσχεση αρχίζει να αλλάζει μορφή.
Ο καύσωνας δεν είναι πια μια εξωτερική δυσκολία που απλώς συνοδεύει τα φεστιβάλ. Επηρεάζει τον τρόπο που στήνεται μια σκηνή, το πότε δουλεύουν οι τεχνικοί, πόσο διαρκεί μια επίσκεψη, τι ώρα αρχίζει μια παράσταση, πώς προστατεύονται τα έργα τέχνης και πόσο αντέχει το κοινό. Από το Φεστιβάλ της Αβινιόν (Festival d'Avignon) μέχρι τις Rencontres d’Arles και το Φεστιβάλ Λυρικής Τέχνης της Αιξ-αν-Προβάνς (Festival d'Aix-en-Provence), η κλιματική κρίση δεν είναι πια αφηρημένη συζήτηση. Είναι πρόγραμμα, σκιά, νερό, βεντάλιες, δροσιστικές πετσέτες και παραστάσεις που μετακινούνται όλο και πιο βαθιά μέσα στη νύχτα.
Στην Αβινιόν (Avignon), το ζήτημα παραμένει σχεδόν ταμπού. Η ιδέα να αλλάξουν οι ημερομηνίες του ιστορικού φεστιβάλ παραμένει δύσκολη, όχι μόνο για καλλιτεχνικούς λόγους αλλά και για οικονομικούς. Η Αβινιόν δημιουργήθηκε ως καλοκαιρινό φεστιβάλ, δεμένο με τις θερινές άδειες, τις βραδινές παραστάσεις και την οικονομία μιας ολόκληρης πόλης. Η διοργάνωση εκτιμά ότι το φεστιβάλ φέρνει στην πόλη περίπου 60 εκατ. ευρώ, ενώ το παράλληλο Off προσθέτει ακόμη 20 εκατ. ευρώ.
Αφού η μετακίνηση του φεστιβάλ σε άλλη εποχή δεν φαίνεται να συζητείται σοβαρά, αλλάζουν όλα τα υπόλοιπα. Στους χώρους χωρίς κλιματισμό, οι παραστάσεις δεν ξεκινούν πριν από τις 10 το βράδυ. Στους κλιματιζόμενους χώρους, το πρόγραμμα μετακινείται πριν από το μεσημέρι ή μετά τις 6 το απόγευμα. Οι τεχνικές ομάδες δουλεύουν από τα ξημερώματα μέχρι νωρίς το μεσημέρι, με ειδικά ρούχα ψύξης. Σε μια μαύρη σκηνή κάτω από ανοιχτό ήλιο, η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει σε ακραία επίπεδα, απειλώντας όχι μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα σκηνικά και τον τεχνικό εξοπλισμό.
Η Αρλ (Arles) αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα με άλλους όρους. Οι Rencontres d’Arles, ένα από τα σημαντικότερα φεστιβάλ φωτογραφίας στην Ευρώπη, χρησιμοποιούν πολλούς ιστορικούς χώρους που δεν ανήκουν στη διοργάνωση και δεν μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε κλιματιζόμενα μουσεία. Εκκλησίες, παρεκκλήσια, μοναστήρια, παλιά βιομηχανικά κτίρια και εκθεσιακοί χώροι έχουν διαφορετικές αντοχές στη ζέστη. Σε ορισμένα σημεία, όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει πολύ, οι χώροι κλείνουν νωρίτερα. Σε άλλα, η διοργάνωση μοιράζει δροσιστικές πετσέτες σε προσωπικό, πωλητές και φύλακες.
Το πρόβλημα στη φωτογραφία δεν αφορά μόνο τους επισκέπτες. Αφορά και τα ίδια τα έργα. Η θερμοκρασία, η υγρασία και ο ανεπαρκής αερισμός μπορούν να επηρεάσουν την κατάσταση των φωτογραφιών. Έτσι, ο καύσωνας μετατρέπεται σε μουσειολογικό πρόβλημα: πόση ώρα μπορεί να μείνει ανοιχτή μια έκθεση, πόσο αντέχει ένας χώρος, πώς προστατεύεται ένα έργο, πώς δουλεύει το προσωπικό χωρίς να εξαντλείται.
Στο αβαείο του Μονμαζούρ (Abbaye de Montmajour), που φιλοξενεί έκθεση στο πλαίσιο των Rencontres d’Arles, οι συνθήκες δείχνουν πόσο δύσκολη είναι η προσαρμογή όταν οι χώροι έχουν ιστορική αξία. Κλιματισμός υπάρχει μόνο στο πωλητήριο και στα εκδοτήρια, ενώ στις υπόλοιπες αίθουσες η ζέστη αντιμετωπίζεται με αερισμό, αλλαγές στο ωράριο και μικρότερες επισκέψεις. Όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει πολύ, μια επίσκεψη μπορεί να μειωθεί από 45 σε 20 λεπτά, ενώ το προσωπικό κάνει τακτικά διαλείμματα. Η σκιά, τα δέντρα και το πράσινο, κάποτε αυτονόητα στοιχεία ενός τόπου, γίνονται τώρα τεχνικές λύσεις που χρειάζονται έγκριση, μελέτη και χρόνο.
Κάθε φεστιβάλ βρίσκει τις δικές του λύσεις. Στις Νύχτες της Φουρβιέρ (Nuits de Fourvière), στη Λιόν (Lyon), η διοργάνωση ανέθεσε μελέτη για τα τρωτά σημεία του φεστιβάλ απέναντι στη ζέστη. Μία από τις πιο απλές παρατηρήσεις είναι και η πιο αποκαλυπτική: γιατί να βάφονται οι σκηνές μαύρες, όταν το γκρι μειώνει τη θερμοκρασία; Ακόμη και το χρώμα μιας σκηνής γίνεται πλέον κλιματική απόφαση.
Στο Les Vieilles Charrues, στη Βρετάνη (Bretagne), το ζήτημα φάνηκε κυρίως πριν από την έναρξη του φεστιβάλ, όταν οι τεχνικοί δούλευαν μέσα στη ζέστη για να στηθούν οι εγκαταστάσεις. Οι ομάδες ξεκινούσαν στις 6 το πρωί και έκαναν συχνά διαλείμματα για νερό. Στους περίπου 70.000 θεατές την ημέρα δινόταν ένα ποτήρι νερό πριν από κάθε αγορά στα μπαρ. Το νερό δεν είναι πια απλώς παροχή. Είναι μέρος της ασφάλειας του φεστιβάλ.
Στο Φεστιβάλ της Μπον (Festival de Beaune), αφιερωμένο στην μπαρόκ μουσική, ακόμη και οι εκκλησίες δεν λειτουργούν πια πάντα ως φυσικοί δροσεροί χώροι. Η διοργάνωση ανέστειλε την πώληση αλκοόλ, μοίρασε νερό και βεντάλιες και προειδοποίησε ένα κοινό κυρίως άνω των 60 ετών ότι μέσα στο δημοτικό θέατρο θα έκανε πολλή ζέστη. Το κοινό πήγε παρ’ όλα αυτά. Η επιθυμία για πολιτισμό δεν εξαφανίζεται με τον καύσωνα· απλώς γίνεται πιο δύσκολη, πιο επικίνδυνη, πιο απαιτητική.
Στην Αιξ-αν-Προβάνς (Aix-en-Provence), το Φεστιβάλ Λυρικής Τέχνης δοκίμασε μια σειρά μέτρων: προστασία των τεχνικών ομάδων, αλλαγές στα ωράρια, περισσότερα διαλείμματα, σκιάσεις, νερό, διαχείριση της θερμοκρασίας στο θέατρο της Αρχιεπισκοπής, περιορισμό της έκθεσης του κοινού στον ήλιο. Η αποτίμηση αυτών των μέτρων θα γίνει αργότερα, αλλά ένα πράγμα είναι ήδη σαφές: η ζέστη αυξάνει την κόπωση και το στρες όλων όσοι κρατούν ένα φεστιβάλ όρθιο.
Αυτό είναι το πραγματικό θέμα. Η κλιματική κρίση δεν απειλεί μόνο ακτές, δάση ή αγροτικές καλλιέργειες. Αλλάζει και την ίδια τη μορφή της δημόσιας κουλτούρας. Το καλοκαιρινό φεστιβάλ, όπως το ξέραμε, στηριζόταν σε μια κλιματική κανονικότητα που δεν υπάρχει πια με τον ίδιο τρόπο. Η νύχτα δεν είναι πάντα αρκετά δροσερή. Τα ιστορικά κτίρια δεν είναι πάντα καταφύγια. Οι τεχνικοί δεν μπορούν να στήνουν ατελείωτα κάτω από τον ήλιο. Οι θεατές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν να βρίσκονται απλώς σε μια ωραία θερινή έξοδο.
Ο καύσωνας γίνεται αόρατος σκηνοθέτης. Μετακινεί την ώρα της παράστασης, αλλάζει το χρώμα της σκηνής, μειώνει τη διάρκεια της επίσκεψης, καθορίζει πόσες βρύσες χρειάζονται, πού θα στηθεί η σκιά, πόση ώρα μπορεί να σταθεί κάποιος όρθιος, πόσο αντέχει ένα έργο τέχνης. Αυτό που κάποτε ήταν πίσω από την παραγωγή,o καιρός. γίνεται τώρα μέρος της ίδιας της παραγωγής.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο καθαρή εικόνα της νέας εποχής: η κουλτούρα δεν μπορεί πια να παριστάνει ότι συμβαίνει έξω από το κλίμα. Το θέατρο, η φωτογραφία, η μουσική, το καλοκαιρινό φεστιβάλ, όλα πρέπει να ξανασκεφτούν τη σχέση τους με το σώμα, τον χώρο, τη θερμοκρασία και την αντοχή.
Το ερώτημα δεν είναι πια μόνο τι θα δούμε. Είναι αν ο κόσμος, οι καλλιτέχνες, οι τεχνικοί και τα ίδια τα έργα μπορούν να αντέξουν τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να υπάρξουν.
Με στοιχεία από Le Monde