Ο Μισάν Χάριμαν δεν μιλά για τη φωτογραφία σαν να είναι απλώς μια τέχνη του βλέμματος. Μιλά γι’ αυτή σαν να είναι βάρος. Σαν κάτι που περνά από το σώμα εκείνου που κοιτάζει πριν γίνει εικόνα. Με αφορμή το ντοκιμαντέρ Shoot the People, ο Βρετανο-Νιγηριανός φωτογράφος και ακτιβιστής συνομιλεί με τον Χαβιέρ Μπαρδέμ για αυτό ακριβώς: τι σημαίνει να βλέπεις, να ξέρεις, να έχεις δημόσιο βήμα και να μην επιλέγεις τη σιωπή.
Το ντοκιμαντέρ, σε σκηνοθεσία του Άντι Μάντι-Κασλ, παρακολουθεί τον Χάριμαν μέσα από τη διαδρομή του ως φωτογράφου διαμαρτυρίας, δημιουργού εικόνων, θεσμικού προσώπου και ακτιβιστή. Η φήμη του εκτοξεύτηκε το 2020, όταν οι φωτογραφίες του από τις διαδηλώσεις του Black Lives Matter στο Λονδίνο κυκλοφόρησαν μαζικά, δίνοντας σε μια στιγμή συλλογικής οργής μορφή, πρόσωπο και μνήμη. Από τότε, ο Χάριμαν κινείται ανάμεσα σε κόσμους που συνήθως κρατιούνται χωριστά: πορτρέτα διασήμων, πολιτικές καμπάνιες, εξώφυλλα, θεσμικές θέσεις, εικόνες από τον δρόμο και δημόσιες συγκρούσεις.
Ο ίδιος μοιάζει να μην πιστεύει στην ουδετερότητα της κάμερας. Στη συζήτησή του με τον Μπαρδέμ, λέει ότι ο φωτογράφος πρέπει να επιτρέπει στις εικόνες να τον στοιχειώνουν. Αν δεν τον διαπερνούν η ομορφιά, η οργή, η αδικία, η χαρά ή ο πόνος, τότε ο φακός του δεν μπορεί να είναι αληθινός. Δεν τον ενδιαφέρει η φωτογραφία ως τεχνική δεξιοτεχνία ή εξοπλισμός. Τον ενδιαφέρει ως παρατήρηση της ανθρώπινης κατάστασης.
Γι’ αυτό και επιμένει τόσο στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Για τον Χάριμαν, όταν φωτογραφίζει πολιτικά ή κινηματικά θέματα, το ασπρόμαυρο δεν είναι αισθητική πόζα αλλά τρόπος να κόψει τον θόρυβο. Ανάμεσα στο φως και στη σκιά, λέει ουσιαστικά, δεν υπάρχει χώρος για μικρή κουβέντα. Υπάρχει μόνο το πρόσωπο, το γεγονός, το τραύμα, η στάση.
Ο Μπαρδέμ δεν εμφανίζεται στη συζήτηση ως απλός συνομιλητής ενός φωτογράφου. Μπαίνει ως ηθοποιός που έχει επιλέξει επανειλημμένα να μιλήσει δημόσια για την Παλαιστίνη και για το κόστος της σιωπής μέσα σε μια βιομηχανία όπου κάθε πολιτική θέση μπορεί να θεωρηθεί επαγγελματικό ρίσκο. Η παρουσία του δίνει στη συζήτηση μια άλλη ένταση: δεν μιλάμε πια μόνο για την εικόνα, αλλά για τη φωνή που έχει κάποιος όταν η φωνή του ακούγεται.
Ο Μπαρδέμ φέρνει στη συζήτηση την οικογένειά του. Μιλά για μια μητέρα ηθοποιό και ακτιβίστρια, για έναν θείο που φυλακίστηκε επειδή πολέμησε το καθεστώς του Φράνκο, για μια παράδοση όπου η τέχνη και η δημόσια στάση δεν ήταν ποτέ απολύτως χωρισμένες. Για εκείνον, η σιωπή δεν είναι πάντα προσοχή ή ουδετερότητα. Μπορεί να είναι δειλία, ειδικά όταν κάποιος τη διαλέγει για να προστατεύσει την καριέρα, το χρήμα ή την άνεσή του.
Από εκεί η συζήτηση περνά αναπόφευκτα στην Παλαιστίνη. Ο Χάριμαν λέει ότι έχει μιλήσει στο παρελθόν για τις queer και trans κοινότητες, για τα δικαιώματα των γυναικών, για τη φυλετική δικαιοσύνη και για την κλιματική κρίση. Όταν είδε τις εικόνες από τη Γάζα, δεν μπορούσε να τις αντιμετωπίσει σαν κάτι έξω από αυτή την ίδια ηθική αλυσίδα. Το επιχείρημά του είναι απλό και γι’ αυτό βαρύ: δεν υπάρχουν παιδιά ενός κατώτερου θεού.
Η φράση αυτή θα μπορούσε εύκολα να γίνει σύνθημα. Στο πλαίσιο της συζήτησης, όμως, λειτουργεί περισσότερο σαν προσωπικό όριο. Για τον Χάριμαν, το να μιλά για παιδιά που δεν διάλεξαν τη βία είναι σημαντικότερο από τα βραβεία, την αναγνώριση ή την επαγγελματική ασφάλεια. Για τον Μπαρδέμ, το ζήτημα συνδέεται και με τα δικά του παιδιά: τι θα μπορεί να τους πει αργότερα ότι έκανε, όταν είχε τη δυνατότητα να μιλήσει.
Το Shoot the People αποκτά ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν παρουσιάζει τη φωτογραφία διαμαρτυρίας σαν εύκολο ηρωισμό. Η εικόνα μπορεί να δώσει ορατότητα σε μια αδικία, να συσπειρώσει, να αλλάξει την κυκλοφορία ενός γεγονότος. Μπορεί όμως και να γίνει κεφάλαιο για τον ίδιο τον φωτογράφο, να μετατρέψει τον πόνο σε δημόσιο προφίλ, να σηκώσει το δύσκολο ερώτημα ποιος αποκτά δύναμη όταν φωτογραφίζει την ευαλωτότητα των άλλων.
Ο Χάριμαν φαίνεται να γνωρίζει αυτή την αντίφαση. Η δική του διαδρομή δεν είναι απλή. Μπήκε σχετικά αργά στη φωτογραφία, βρέθηκε γρήγορα σε ισχυρά πολιτιστικά και θεσμικά δίκτυα, έγινε ο πρώτος μαύρος άνδρας που φωτογράφισε εξώφυλλο της βρετανικής Vogue, φωτογράφισε τον πρίγκιπα Χάρι και τη Μέγκαν Μαρκλ, σκηνοθέτησε μικρού μήκους ταινία που έφτασε μέχρι τα Όσκαρ, ανέλαβε θεσμικούς ρόλους και έγινε ταυτόχρονα καλλιτέχνης, ακτιβιστής και στόχος.
Αυτή η πολυπλοκότητα κάνει τη συζήτηση με τον Μπαρδέμ πιο ενδιαφέρουσα από μια απλή ανταλλαγή σωστών πολιτικών απόψεων. Και οι δύο μιλούν από θέσεις προνομίου, αναγνωρισιμότητας και πρόσβασης. Δεν το κρύβουν. Το ερώτημα, όμως, είναι τι κάνει κάποιος με αυτό το προνόμιο: το χρησιμοποιεί για να θωρακίσει τη σιωπή του ή το εκθέτει, γνωρίζοντας ότι η έκθεση έχει κόστος;
Κάπου εκεί η κουβέντα ανοίγει και προς την ίδια τη βιομηχανία του θεάματος. Ο Χάριμαν λέει ότι μιλά συχνά με ανθρώπους του σινεμά και τους καλεί να βγουν από το κλειστό κύκλωμα ασφάλειας στο οποίο ζουν. Ο κόσμος τους κοιτάζει, άρα η φωνή τους έχει συνέπειες. Αναφέρει θετικά πρόσωπα όπως ο Μαρκ Ράφαλο και επιμένει ότι ακόμη κι αν κάποιος έχει σωπάσει μέχρι σήμερα, μπορεί να αρχίσει να μιλά αύριο.
Το πιο ωραίο στη συνομιλία είναι ότι δεν μένει σε μια αυτάρεσκη ιδέα πολιτικής γενναιότητας. Υπάρχει φόβος, υπάρχει κόστος, υπάρχει επαγγελματικό ρίσκο, υπάρχει και η ανάγκη να μη μετατραπεί η δημόσια στάση σε ακόμη ένα προσωπικό αφήγημα. Ο Χάριμαν και ο Μπαρδέμ δεν λύνουν αυτή την αντίφαση. Την κρατούν ανοιχτή, γιατί ίσως εκεί βρίσκεται και η αλήθεια του θέματος: η εικόνα και η φωνή μπορούν να είναι πράξεις, αλλά ποτέ δεν είναι αθώες.
Προς το τέλος, η συζήτηση ακουμπά και κάτι πιο προσωπικό: την ελπίδα, την ανδρική ευαλωτότητα, την ανάγκη να μη φορά κάποιος την πανοπλία του ανθρώπου που έχει όλες τις απαντήσεις. Ο Χάριμαν επιτίθεται στη φαντασίωση της διαδικτυακής ανδρόσφαιρας, σε εκείνη την κουλτούρα ανδρών που παριστάνουν ότι δεν τους αγγίζει τίποτα. Για εκείνον, η ελπίδα βρίσκεται πολύ κοντά στο τραύμα. Δεν είναι αισιοδοξία χωρίς κόστος. Είναι η απόφαση να συνεχίσεις να κοιτάς.
Γι’ αυτό το Shoot the People δεν μοιάζει απλώς με ντοκιμαντέρ για έναν φωτογράφο. Μοιάζει με ταινία για τη στιγμή που η εικόνα παύει να είναι ασφαλής απόσταση και γίνεται ευθύνη. Για τη στιγμή που ένας άνθρωπος με κάμερα, ένας ηθοποιός με δημόσιο βήμα ή οποιοσδήποτε έχει τη δυνατότητα να μιλήσει, βρίσκεται μπροστά στο ίδιο ερώτημα: τι σημαίνει να βλέπεις κάτι και να κάνεις ότι δεν το είδες;
Σε μια εποχή όπου η σιωπή συχνά ντύνεται με τις λέξεις «ουδετερότητα», «ωριμότητα» ή «επαγγελματισμός», η συνομιλία του Μισάν Χάριμαν με τον Χαβιέρ Μπαρδέμ επιμένει σε κάτι πιο άβολο. Ότι υπάρχουν στιγμές που η σιωπή δεν είναι προσοχή. Είναι θέση.
Και ότι μια εικόνα, όταν τραβιέται με επίγνωση του κινδύνου της, μπορεί ακόμη να θυμίζει πως κάποιος ήταν εκεί, κοίταξε και δεν έστρεψε το βλέμμα αλλού.
Με στοιχεία από Guardian και BFI Sight and Sound.