Για δεκαετίες, ένας γκέι ηθοποιός μπορούσε να φοβάται ότι, αν το κοινό μάθαινε πως επιθυμεί άντρες, δεν θα τον πίστευε ποτέ ξανά ως ερωτικό σύντροφο μιας γυναίκας. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, ο Άντριου Σκοτ γύρισε αυτόν τον φόβο ανάποδα: η ιδέα ότι ένας γκέι ηθοποιός δεν πρέπει ή δεν μπορεί να παίξει στρέιτ ρόλους δεν είναι ζήτημα πειστικότητας. Είναι απλώς προκατάληψη.
Ο Ιρλανδός ηθοποιός μίλησε στο TIFF στο πλαίσιο της σειράς «In Conversation», με αφορμή τη νέα ταινία του Σάιμον Στόουν, όπου υποδύεται τον Ίαν Τσάρλσον, τον Σκωτσέζο ηθοποιό που ανέλαβε τον Άμλετ στο National Theatre το 1989, μετά την αποχώρηση του Ντάνιελ Ντέι-Λιούις από την παράσταση, ενώ ήταν ήδη σοβαρά άρρωστος από AIDS.
Η συζήτηση ξεκίνησε από το «Elsinore», αλλά άνοιξε σε ένα θέμα που ακολουθεί τον κινηματογράφο και το θέατρο εδώ και χρόνια: ποιος θεωρείται «πιστευτός» όταν παίζει επιθυμία, φύλο, σεξουαλικότητα και ρομαντική σχέση.
Ο Σκοτ μίλησε για τη δική του παλιά ανησυχία ότι η δημόσια γνωστή σεξουαλικότητά του θα μπορούσε να τον αποκλείσει από ρόλους όπου υποδύεται τον ερωτικό σύντροφο μιας γυναίκας. Εκεί, ο ρόλος του ιερέα στο «Fleabag» έγινε κάτι περισσότερο από viral στιγμή. Ο Hot Priest, όπως τον βάφτισε το ίντερνετ, λειτούργησε σαν δημόσια απόδειξη ότι το κοινό δεν χρειάζεται έναν στρέιτ ηθοποιό για να πιστέψει μια στρέιτ ερωτική ιστορία. Χρειάζεται έναν καλό ηθοποιό.
Ο ίδιος αστειεύτηκε με την αφέλεια αυτής της απαίτησης, θυμίζοντας ότι οι θεατές πηγαίνουν να δουν τον Batman χωρίς να πιστεύουν πως ο ηθοποιός είναι πραγματικά νυχτερίδα. Το αστείο ήταν ελαφρύ, αλλά το επιχείρημα καθαρό. Η υποκριτική βασίζεται ακριβώς στη συμφωνία ότι ο θεατής ξέρει πως βλέπει μια κατασκευή και παρ’ όλα αυτά επιτρέπει στον εαυτό του να πιστέψει. Μόνο όταν μπαίνει στη μέση η σεξουαλικότητα ενός γκέι ηθοποιού, αυτή η απλή θεατρική σύμβαση παρουσιάζεται ξαφνικά σαν πρόβλημα.
Το «Elsinore» δίνει στο σχόλιό του πρόσθετο βάρος. Ο Σκοτ υποδύεται τον Ίαν Τσάρλσον, γνωστό από τους «Δρόμους της Φωτιάς», σε μια ιστορία που επιστρέφει στην τελευταία μεγάλη πράξη της ζωής του: την απόφασή του να παίξει τον Άμλετ στο National Theatre, σε μια στιγμή που το σώμα του δοκιμαζόταν ήδη σκληρά από την ασθένεια. Ο Τσάρλσον πέθανε το 1990, σε μια εποχή όπου οι γκέι άντρες, και ειδικά όσοι ζούσαν με HIV ή AIDS, αντιμετωπίζονταν με σκληρή κοινωνική προκατάληψη, φόβο και αποκλεισμό.
Για τον Σκοτ, το φιλμ είναι προσωπικό και για έναν ακόμη λόγο: είναι η πρώτη ταινία που έχει αναλάβει και ως παραγωγός. Το περιγράφει ως έργο για το θέατρο, την οικογένεια και την αναπαράσταση των γκέι ηθοποιών στη δεκαετία του 1990. Δεν παίζει απλώς έναν ρόλο. Επιστρέφει σε μια εποχή όπου για πολλούς ηθοποιούς η δημόσια γνώση της σεξουαλικότητάς τους μπορούσε να λειτουργήσει σαν επαγγελματικό τέλος, ειδικά αν ήθελαν να παραμείνουν ορατοί σε ρόλους επιθυμίας, κύρους και πρωταγωνιστικής δύναμης.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο το αν οι γκέι ηθοποιοί μπορούν να παίξουν στρέιτ ρόλους ή αν οι στρέιτ ηθοποιοί μπορούν να παίξουν γκέι ρόλους. Αφορά το ποιοι θεωρούνται πλήρεις φορείς φαντασίας. Ποιοι μπορούν να παίξουν έρωτα χωρίς να πρέπει πρώτα να απολογηθούν για το σώμα τους. Ποιοι επιτρέπεται να γίνουν αντικείμενα επιθυμίας χωρίς η πραγματική τους ζωή να χρησιμοποιείται ως εμπόδιο στην πειστικότητα.
Ο Σκοτ δεν ζητά ειδική άδεια. Ζητά να τελειώσει μια παλιά εξαίρεση. Αν το κοινό μπορεί να πιστέψει υπερήρωες, φαντάσματα, βασιλιάδες, δολοφόνους, τέρατα, αγίους και ανθρώπους από άλλες εποχές, μπορεί να πιστέψει και έναν γκέι ηθοποιό ως στρέιτ εραστή. Η αντίρρηση δεν αφορά την τέχνη. Αφορά την αδυναμία κάποιων να δεχτούν ότι η γκέι ταυτότητα δεν περιορίζει τη φαντασία, το εύρος ή την ερωτική δύναμη ενός ηθοποιού.
Στην περίπτωση του «Fleabag», αυτό έγινε σχεδόν μαζικό τεστ. Ο Σκοτ δεν εμφανίστηκε απλώς ως ένας γοητευτικός χαρακτήρας. Έγινε το αντικείμενο ενός συλλογικού crush, ένας ιερέας που κουβαλούσε επιθυμία, ενοχή, χιούμορ, απαγόρευση και ρομαντική ένταση. Το ότι ο ηθοποιός ήταν γκέι δεν χάλασε την ψευδαίσθηση. Αντίθετα, αποκάλυψε πόσο τεχνητό ήταν πάντα το επιχείρημα ότι το κοινό δεν θα μπορούσε να τον πιστέψει.
Το «Elsinore» επιστρέφει τώρα αυτή τη συζήτηση σε ένα πιο σκοτεινό ιστορικό δωμάτιο. Ο Ίαν Τσάρλσον έζησε και δούλεψε σε μια εποχή όπου η ορατότητα κόστιζε πολύ περισσότερο. Ο Σκοτ, παίζοντάς τον, δεν μιλά μόνο για ένα παρελθόν θεατρικής γενναιότητας και σωματικής φθοράς.
Μιλά και για όλα όσα αφαιρέθηκαν από γκέι ηθοποιούς επειδή μια βιομηχανία, ένα κοινό ή μια αγορά αποφάσιζαν προκαταβολικά τι μπορούσαν να ενσαρκώσουν.
Γι’ αυτό η φράση του έχει δύναμη. Όχι επειδή είναι σύνθημα, αλλά επειδή γυρίζει ανάποδα ένα πολύ παλιό επιχείρημα. Το πρόβλημα δεν είναι ο γκέι ηθοποιός σε στρέιτ ρόλο. Το πρόβλημα είναι η φαντασία εκείνου που δεν μπορεί να τον δει εκεί.
Και αυτή η αντίρρηση, όπως είπε ο Σκοτ, δεν χρειάζεται άλλες δικαιολογίες. Χρειάζεται να αναγνωριστεί με το όνομά της: προκατάληψη.
Με στοιχεία από Variety