Σήμερα, στο Έρεμπρο (Örebro) της Σουηδίας, το Ντελ ΛαΓκρέις Βολκέινο (Del LaGrace Volcano) περπατά στο δάσος, πηγαίνει στην υπαίθρια πισίνα και περνά, όπως λέει το ίδιο, για «ένα μικρό γέρικο αντράκι». Το Έρεμπρο δεν έχει έντονη κουίρ ζωή. Οι περισσότεροι γείτονες δεν γνωρίζουν καν ότι είναι κουίρ. Κι όμως, μέσα στο διαμέρισμά του, στα συρτάρια και στα κουτιά, υπάρχουν ετικέτες που μοιάζουν με μικρές πύλες προς μια άλλη ζωή: «trans portraits», «femmes of power», «precious».
Εκεί βρίσκεται ένα αρχείο από σώματα που κάποτε ο κόσμος δεν ήξερε πώς να κοιτάξει χωρίς φόβο, χλευασμό, επιθυμία ή λογοκρισία.
Το Ντελ ΛαΓκρέις Βολκέινο, 68 ετών σήμερα, είναι ίντερσεξ φωτογράφος και καλλιτέχνης, και έχει καταγράψει μια κουίρ ιστορία που δεν γράφτηκε από την ασφάλεια της απόστασης. Φωτογράφισε λεσβίες της leather σκηνής, drag kings, σαδομαζοχιστικές σκηνές, κουίρ cruising, ανθρώπους που δεν χωρούσαν στις συμβατικές κατηγορίες φύλου, σεξουαλικές κοινότητες, φίλες, εραστές, σώματα που δεν περίμεναν να τα αναγνωρίσει η ιστορία για να υπάρξουν. Το έκανε από μέσα. Όχι ως ουδέτερος παρατηρητής. Ως μέρος της σκηνής.
Γι’ αυτό και οι δύο φετινές εκθέσεις του στη Βρετανία το Sensual / Mutual στο Auto Italia του Λονδίνου, από τις 17 Ιουλίου έως τις 25 Οκτωβρίου, και το Love Bites Back στο Φεστιβάλ Τέχνης του Εδιμβούργου (Edinburgh Art Festival), από τις 14 έως τις 30 Αυγούστου δεν μοιάζουν απλώς με καθυστερημένη θεσμική αναγνώριση. Μοιάζουν με επιστροφή ενός αρχείου που δεν ησύχασε ποτέ.
«Νιώθω ότι ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για μένα», λέει το Βολκέινο. Η φράση ακούγεται σχεδόν απλή, αλλά μέσα της χωρά μισός αιώνας παρεξήγησης. Ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος για το σώμα του. Δεν ήταν έτοιμος για το βλέμμα του. Δεν ήταν έτοιμος για τα σώματα που φωτογράφιζε. Και ίσως, ακόμη πιο βαθιά, δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί ότι αυτά τα σώματα δεν ζητούσαν άδεια για να υπάρξουν.
Μεγαλωμένο ως κορίτσι, το Βολκέινο βρέθηκε από νωρίς μέσα σε ένα ιατρικό και κοινωνικό σενάριο που προσπάθησε να το κάνει πιο ευανάγνωστο για τους άλλους. Στην εφηβεία, όταν έγινε φανερό ότι η ανάπτυξη του στήθους του και ο εμμηνορροϊκός του κύκλος δεν ακολουθούσαν το αναμενόμενο πρότυπο, ένας γιατρός συνέστησε εμφύτευμα στήθους που το ίδιο δεν ήθελε. Το έστειλαν, όπως λέει, να ζήσει ως γυναίκα. Μόνο αργότερα, τη δεκαετία του 1990, όταν η τότε σύντροφός του το ενθάρρυνε να σταματήσει να αφαιρεί τις τρίχες του προσώπου του, άρχισε να αγκαλιάζει πιο ανοιχτά την ίντερσεξ ταυτότητά του. Το Self Portrait with Blue Beard του 1995 έγινε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του.
Αλλά αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς αναγνώριση. Ήταν συχνά χλεύη. Το σώμα του γινόταν θέμα πριν γίνει το έργο. Δημοσιογράφοι και κριτικοί μιλούσαν για το σοκ, για την αμηχανία τους, για τη «γυναίκα με μούσι», για το πόσο άβολα ένιωθαν. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο η κακοήθεια. Ήταν ότι το λάθος βλέμμα έκρυβε τις ίδιες τις φωτογραφίες.
Το Βολκέινο το ξέρει και το λέει με εμφανή εκνευρισμό: οι άνθρωποι ασχολήθηκαν πολύ με την ταυτότητά του και πολύ λιγότερο με το πόσο τολμηρές, εντυπωσιακές και τεχνικά άρτιες είναι οι εικόνες του. Αυτό είναι κρίσιμο. Γιατί, αν μείνουμε μόνο στο σκάνδαλο, αδικούμε ξανά το αρχείο. Οι φωτογραφίες του δεν είναι απλώς ιστορικά τεκμήρια μιας κουίρ σκηνής. Είναι έργα με σύνθεση, ένταση, χάρη, χιούμορ, σκηνοθεσία και εγγύτητα. Ξέρουν πού πρέπει να σταθεί το σώμα, πού πρέπει να βρίσκεται ο φακός, πότε η τρυφερότητα γίνεται στάση και πότε η σεξουαλική εικόνα γίνεται πολιτική.
Το Love Bites, η πρώτο του φωτογραφική μονογραφία, που κυκλοφόρησε το 1991, υπήρξε από την αρχή ένα αγκάθι. Οι εικόνες με σεξουαλικά ρητό λεσβιακό περιεχόμενο, σαδομαζοχιστικές σκηνές και επιθυμία από τη leather σκηνή δεν χωρούσαν εύκολα ούτε στην ετεροφυλόφιλη φαντασία ούτε πάντοτε στο κυρίαρχο γκέι και λεσβιακό ρεύμα. Το βιβλίο απαγορεύτηκε προσωρινά από τις αμερικανικές τελωνειακές αρχές. Βιβλιοπωλεία φοβήθηκαν να το διαθέσουν. Αυτό που σήμερα μπορεί να παρουσιάζεται ως πολύτιμο κουίρ αρχείο, τότε αντιμετωπίστηκε ως απειλή.
Και ίσως ήταν απειλή. Όχι επειδή έδειχνε σεξ. Αλλά επειδή έδειχνε γυναίκες, λεσβίες, τρανς ανθρώπους και ανθρώπους που δεν χωρούσαν στις συμβατικές κατηγορίες φύλου να παράγουν δικούς τους κώδικες επιθυμίας, δύναμης, ομορφιάς και κοινότητας. Έδειχνε σώματα που δεν ζητούσαν να γίνουν αποδεκτά εύκολα. Έδειχνε ανθρώπους που ήξεραν ήδη πώς να επινοούν τον εαυτό τους πριν τους προσφέρει γλώσσα το μουσείο.
Το Sensual / Mutual στο Auto Italia επιστρέφει σε πρώιμες και αθέατες ενότητες έργων από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, σε τόπους όπως το Scott’s P.I.T., ένα θρυλικό μπαρ λεσβιών της leather σκηνής στο Σαν Φρανσίσκο, το Goodman Building, ένα αυτοδιαχειριζόμενο ξενοδοχείο καλλιτεχνών που βρισκόταν σε απεργία ενοικίου, και το ARF —Asylum for Rowdy Females and Dogs—, μια συλλογικά οργανωμένη φεμινιστική κοινότητα γυναικών στα βουνά πάνω από τη Σάντα Φε.
Αυτοί οι τόποι δεν είναι απλώς φόντο. Είναι εργαστήρια ζωής, εκεί όπου η σεξουαλικότητα, η κατοίκηση, η φιλία, η φροντίδα, η αυτοεικόνα και η πολιτική δεν χωρίζονταν καθαρά.
Το Love Bites Back στο Εδιμβούργο επιστρέφει στο βρετανικό κομμάτι του αρχείου, στα χρόνια 1982-1995, στις εικόνες που συνδέθηκαν με τη λεσβιακή φωτογραφία, το BDSM, το cruising, τη σωματική πολιτική και την κουίρ αυτοαναπαράσταση. Ο τίτλος είναι τέλειος γιατί δεν μιλά απλώς για αγάπη που «δαγκώνει». Μιλά για μια εικόνα που επιστρέφει και δαγκώνει πίσω. Απαντά στην εποχή που προσπάθησε να την καταπιεί, στη λογοκρισία που την έκανε σκάνδαλο και στην ιστορία που αργότερα προσπάθησε να την τακτοποιήσει με ασφαλείς ετικέτες.
Αυτό που ενώνει τις δύο εκθέσεις δεν είναι μόνο το υλικό. Είναι το βλέμμα. Το Βολκέινο λέει ότι θέλει οι άνθρωποι που φωτογραφίζει να νιώθουν ότι τους προσέχουν και τους φροντίζουν. Το περιγράφει ως κάτι που έρχεται, ίσως, από το δικό του παιδικό βίωμα: την αίσθηση ότι δεν το είδαν και δεν το φρόντισαν αρκετά. Εδώ βρίσκεται η τρυφερή καρδιά ενός αρχείου που συχνά διαβάζεται μόνο μέσα από το σεξ, τη σκληρότητα, το δέρμα και το σκάνδαλο.
Το βλέμμα του Βολκέινο δεν ζητά απλώς να κάνει τα σώματα ορατά. Ζητά να τα φροντίσει τη στιγμή που τα κοιτάζει.
Γι’ αυτό οι εικόνες του έχουν κάτι που δεν εξαντλείται στην πρόκληση. Μια γυναίκα με δερμάτινα και μοτοσικλέτα. Ένα σώμα στο πάτωμα ενός μπαρ. Ένα αυτοπορτρέτο ως drag king. Ένα πορτρέτο με τη Λέσλι Φάινμπεργκ στο κέντρο του κάδρου, να κοιτά ευθεία τον φακό με ένταση που θα μπορούσε να μοιάζει επιθετική, αλλά δεν είναι. Όλα αυτά δεν φωνάζουν απλώς «κοιτάξτε μας». Λένε κάτι πιο βαθύ: κοιτάξτε μας σωστά.
Στη συνέντευξη, το Βολκέινο εμφανίζεται πεισματικά ζωντανό, αστείο, εκνευρισμένο, κοκέτικο, φιλόδοξο, ερωτικό, κουρασμένο από την αδικία αλλά όχι παραιτημένο. Μιλά για την πολύ ενεργή σεξουαλική του ζωή στο παρελθόν, για τον έρωτα που θα ήθελε να ξαναμπεί στη ζωή του, για τους γάμους του με σις γκέι άντρες, για το επώνυμο Volcano που κράτησε επειδή ήταν απλώς πολύ καλό για να χαθεί.
Μιλά για την κρίση στα 65, όταν κοίταξε τον εαυτό του μέσα από ένα ετεροκανονικό, καπιταλιστικό βλέμμα και ένιωσε αποτυχημένο. Μιλά για τη μητέρα του, που πέθανε στα 67, ηλικία που πίστευε πως ίσως θα σήμαινε και το δικό του τέλος. Και μετά πέρασε τα 67. Και συνέχισε.
Υπάρχει κάτι σχεδόν συγκινητικά αστείο σε αυτή την εικόνα: ένας άνθρωπος που έχει περάσει από καταλήψεις, S&M πάρτι, κουίρ cruising, λογοκρισία, ίντερσεξ αυτοπορτρέτα, μεγάλους έρωτες και μεγάλες παρεξηγήσεις, να βρίσκεται τώρα σε ένα δάσος της Σουηδίας, να προσπαθεί να κάνει ανάποδη τούμπα σε ένα υπαίθριο γυμναστήριο και μετά να στέλνει βίντεο για να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να κάνει κόλπα. Δεν είναι αστείο επειδή μικραίνει το πρόσωπο. Είναι αστείο επειδή δείχνει πόσο επίμονα συνεχίζει να θέλει να φανεί ικανό. Να φανεί δυνατό. Να φανεί όχι ως αξιοπερίεργο, αλλά ως καλλιτέχνης που ξέρει ακριβώς τι κάνει.
Αυτό είναι ίσως το πιο ανθρώπινο σημείο της ιστορίας. Το Ντελ ΛαΓκρέις Βολκέινο δεν ζητά απλώς αναγνώριση ως σύμβολο. Ζητά αναγνώριση ως καλλιτέχνης. Ως φωτογράφος με βλέμμα, τεχνική, ιστορία, επιρροή και επιμονή. Ως κάποιος που δεν φωτογράφιζε «περίεργους» ανθρώπους για να σοκάρει. Φωτογράφιζε δικούς του ανθρώπους, ανθρώπους που έφτιαχναν σκηνές, μπαρ, σπίτια, κώδικες, πολιτική, σέξι και ακατάστατες μορφές ζωής.
Και γι’ αυτό η σημερινή θεσμική επιστροφή των εικόνων έχει διπλό βάρος. Από τη μία, είναι δικαίωση. Από την άλλη, είναι υπενθύμιση του πόσο συχνά η τέχνη αναγνωρίζει αργά αυτό που η ζωή είχε ήδη καταλάβει. Τα σώματα στις φωτογραφίες του Βολκέινο δεν περίμεναν το μουσείο για να γίνουν πραγματικά. Ήταν πραγματικά στα μπαρ, στα δωμάτια, στα πάρτι, στα κοινόβια, στους δρόμους, στις φαντασιώσεις τους, στις φιλίες τους, στο σεξ τους, στις πλάτες τους, στις ουλές τους, στο δέρμα τους.
Το Βολκέινο σήμερα ονειρεύεται κάτι περισσότερο από ακόμη μία αναδρομική έκθεση. Θέλει να χτίσει το Queer Archive of Resistance, ένα «κουίρ αρχείο αντίστασης» στη Σουηδία, όπου άνθρωποι νεότεροι και μεγαλύτεροι, κουίρ και μη, θα μπορούν να έρχονται, να μελετούν, να κοιτούν φωτογραφίες, να ακούν ιστορίες, να τρώνε στο ίδιο τραπέζι, να μένουν λίγο. Όχι ένα αρχείο ως ψυχρή αποθήκη. Ένα αρχείο κατοικήσιμο.
Ίσως αυτό να είναι το πιο ωραίο αντίδοτο σε όλα όσα υπέστησαν κάποτε αυτές οι εικόνες. Να μην μπουν απλώς σε μουσεία. Να παραμείνουν ζωντανές, διαθέσιμες, αφηγημένες από το ίδιο πρόσωπο που τις τράβηξε, ανάμεσα σε φαγητό, κουβέντες, παλιούς φακέλους και νεότερα σώματα που θα μαθαίνουν ότι δεν ξεκίνησαν από το μηδέν.
Γιατί οι φωτογραφίες του Ντελ ΛαΓκρέις Βολκέινο δεν ζητούν να τις κοιτάξουμε σαν παλιό σκάνδαλο.
Ζητούν να δούμε κάτι που υπήρχε πάντα: ανθρώπους που έφτιαχναν κοινότητες πριν η ιστορία μάθει πώς να τους ονομάζει.
με στοιχεία από Guardian, Auto Italia, Edinburgh Art Festival