Ο Orville Peck βρισκόταν σε πρόβα ήχου στο Rough Trade East του Λονδίνου όταν έμαθε ότι πέθανε η Ντόλι Πάρτον. Σε μισή ώρα έπρεπε να ανέβει στη σκηνή. Δεν υπήρχε χρόνος να το επεξεργαστεί, οπότε έκανε αυτό που κάνουν οι τραγουδιστές της κάντρι όταν η ζωή τούς κόβει στα δύο: πήρε το πένθος μαζί του μπροστά στο κοινό.
Είπε ότι η Πάρτον ήταν η ηρωίδα του. Ότι, ως γκέι άντρας που μπήκε στην κάντρι νιώθοντας μόνος, η παρουσία της μέσα σε αυτόν τον κόσμο τον παρηγορούσε. Σαν να είχε ήδη μια φίλη εκεί, πριν ακόμη τη γνωρίσει. Και μετά τραγούδησε το «I Will Always Love You» μπροστά σε 400 ανθρώπους που βρέθηκαν, ξαφνικά, μέσα σε ένα αυτοσχέδιο μνημόσυνο.
Αυτή η σκηνή ανοίγει ιδανικά τη νέα περίοδο του Peck. Το νέο του άλμπουμ, «Mule», που κυκλοφορεί στις 18 Σεπτεμβρίου, δεν είναι απλώς ακόμη ένας δίσκος του μασκοφόρου καουμπόι της κουίρ κάντρι. Είναι η πιο άμεση καταγραφή μιας χρονιάς κατά την οποία χώρισε, έχασε τον έλεγχο, πήρε υπερβολική δόση ουσιών, βρέθηκε κοντά στον θάνατο, μπήκε σε κέντρο αποτοξίνωσης και τελικά σταμάτησε να πίνει.
Ο ίδιος τη θεωρεί τη σημαντικότερη χρονιά της ζωής του. Και αυτό ακούγεται σε όλο το άλμπουμ. Εκεί όπου οι προηγούμενοι δίσκοι του, «Pony», «Bronco» και «Stampede», έκρυβαν πολλά πίσω από σκόνη, μεταφορές, δρόμους, άλογα και σκοτεινούς μοναχικούς ήρωες, το «Mule» μιλά πολύ πιο καθαρά. Δεν εγκαταλείπει τη θεατρικότητα, αλλά αυτή τη φορά δεν τη χρησιμοποιεί για να κρυφτεί. Τη χρησιμοποιεί για να αντέξει.
Ο δίσκος ανοίγει σαν επικήδειος για τον άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε χαθεί. Στο πρώτο κομμάτι δεν τραγουδά ο Peck, αλλά τρεις γυναικείες φωνές από διαφορετικές γενιές της κάντρι: η Έμιλου Χάρις, η Άλισον Ράσελ και η Νόα Σάιρους. Ο ίδιος τις φαντάζεται σαν μάγισσες του Μάκβεθ ή σαν χορό αρχαίας τραγωδίας. Από την αρχή, το άλμπουμ δεν μιλά μόνο για έναν εθισμό. Μιλά για το ενδεχόμενο μιας εξαφάνισης.
Ο Peck εμφανίστηκε το 2019, σε μια στιγμή που η κάντρι άνοιγε προς την ποπ, την ντίσκο, το χιπ χοπ και μια νεότερη κουίρ ευαισθησία. Από το Τορόντο, με το πρόσωπό του κρυμμένο πίσω από μάσκα, μπήκε σε ένα είδος που κουβαλούσε ακόμη βαθύ συντηρητισμό, αλλά και μια παλιά μυθολογία μοναξιάς, δρόμου, λαχτάρας και απώλειας. Η βαθιά φωνή του θύμιζε κάτι από Ρόι Όρμπισον και Έλβις Πρίσλεϊ. Η εικόνα του ένωνε τον καβαλάρη, τον ξένο, τον εραστή και το κουίρ είδωλο.
Τα επόμενα χρόνια η διαδρομή του άνοιξε γρήγορα. Συνεργάστηκε με τον Έλτον Τζον, την Κάιλι Μινόγκ και τον Γουίλι Νέλσον, με τον οποίο τραγούδησε το «Cowboys Are Frequently Secretly Fond of Each Other», ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κουίρ τραγούδια της κάντρι. Έφτασε στο νούμερο 1 της βρετανικής κατάταξης κάντρι άλμπουμ, τιμήθηκε από τη GLAAD με το βραβείο Βίτο Ρούσο για τη ΛΟΑΤΚΙ+ ορατότητα και το 2025 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στο Μπρόντγουεϊ, ως Τελετάρχης στο «Cabaret».
Πίσω από τη μάσκα, όμως, η ιστορία ήταν πιο δύσκολη. Το 2023, λίγο πριν από μια μεγάλη συναυλία στη Νέα Υόρκη, η υπερβολική χρήση αλκοόλ, κοκαΐνης και συνταγογραφούμενων φαρμάκων τον οδήγησε σε σημείο κατάρρευσης. Η ομάδα του τον βρήκε το επόμενο πρωί και του έθεσε ένα καθαρό τελεσίγραφο: θα σταματούσε την περιοδεία για να ζητήσει βοήθεια ή θα έπαυαν να συνεργάζονται μαζί του.
Εκείνο το βράδυ ανέβηκε κανονικά στη σκηνή. Αμέσως μετά ανακοίνωσε ότι αναβάλλει τις υπόλοιπες συναυλίες για να φροντίσει την ψυχική και σωματική του υγεία. Έφυγε για το Λος Άντζελες και μπήκε σε κέντρο αποτοξίνωσης. Δεν πήγε έτοιμος να σωθεί. Πίστευε ακόμη ότι μπορούσε να ελέγξει την κατάσταση, ότι δεν ήταν σαν τους άλλους, ότι θα έκανε όσα χρειαζόταν μέχρι να φύγει.
Αυτή η άρνηση επιστρέφει στο «Mule» με σκληρό χιούμορ και αυτοειρωνεία. Δεν παρουσιάζει την αποτοξίνωση σαν φωτεινή στιγμή λύτρωσης. Τη θυμάται ως εγκλεισμό, θυμό, ντροπή, αντίσταση. Μόνο αργότερα κατάλαβε ότι η πεποίθηση πως είναι «διαφορετικός» ήταν κι αυτή μέρος του προβλήματος.
Εκεί μπαίνει η παλιά κουίρ μοναξιά του. Μεγαλώνοντας ανάμεσα στη Νότια Αφρική και τον Καναδά, είχε υποστηρικτικούς γονείς, αλλά ένιωθε ξένος ανάμεσα στους συνομηλίκους του. Κατέφυγε στο μπαλέτο, στο μουσικό θέατρο, στο πανκ, στην ανυπάκουη κάντρι του Νέλσον και του Τζόνι Κας, σε μεγάλα παράξενα πρόσωπα όπως η Πάρτον και ο Τζον Γουότερς. Αυτό που στην αρχή τον πλήγωνε, το έκανε αργότερα έμβλημα.
Έτσι γεννήθηκε ο Orville Peck: ο μασκοφόρος μοναχικός καβαλάρης που δεν ζητούσε άδεια για να υπάρξει. Η μάσκα λειτούργησε σαν προστασία, σαν μύθος, σαν τρόπος να κρατήσει κάτι για τον εαυτό του ενώ γινόταν όλο και πιο ορατός. Μόνο που η ίδια κατασκευή, κάποια στιγμή, άρχισε να τον παγιδεύει. Ο σκηνικός εαυτός που είχε φτιάξει για να επιβιώσει κινδύνευε να γίνει ο χώρος όπου θα χανόταν.
Το όνομα του άλμπουμ μιλά ακριβώς για αυτή την ενδιάμεση ύπαρξη. Το μουλάρι είναι μισό άλογο, μισό γαϊδούρι, ένα πλάσμα που δεν ανήκει απόλυτα πουθενά και δεν μπορεί να συνεχίσει τη γενιά του. Για τον Peck έγινε εικόνα μιας ζωής ανάμεσα σε δύο κόσμους: ανάμεσα στον διάσημο Orville και στον άνθρωπο που κουβαλά πίσω του φόβο, ευαισθησία, εγκατάλειψη και χιλιάδες βλέμματα στραμμένα πάνω του.
Η πραγματική στροφή ήρθε τον Νοέμβριο του 2023, όταν ξύπνησε μετά από ακόμη μία άσχημη νύχτα και κατάλαβε ότι μπορούσε να χάσει τα πάντα: τη σχέση που ήθελε να σώσει, την καριέρα του, ίσως και τη ζωή του. Εκεί, όπως λέει, μπόρεσε επιτέλους να κοιτάξει τον εαυτό του και να του πει να συνέλθει. Από τότε δεν έχει ξαναπιεί.
Το εντυπωσιακό είναι ότι το «Mule», παρά το σκοτεινό του υλικό, δεν ακούγεται σαν δίσκος αυτολύπησης. Έχει πίκρα, αλλά έχει και χιούμορ. Έχει μελαγχολία, αλλά έχει και κίνηση. Ο Peck πλησιάζει τα τρία χρόνια χωρίς αλκοόλ, έκανε φέτος την πρώτη του εμφάνιση στο Grand Ole Opry και συνεχίζει να δείχνει σε νεότερα κουίρ παιδιά ότι η κάντρι, όσο κλειστή κι αν έμοιαζε κάποτε, μπορεί να χωρέσει και τις δικές τους φωνές.
Η μάσκα παραμένει. Δεν είναι όμως πια μόνο άμυνα ή μυστήριο. Στο «Mule», ο Orville Peck μοιάζει να τη χρησιμοποιεί για να πει πιο καθαρά όσα κάποτε δεν μπορούσε να πει καθόλου: ότι η μοναξιά μπορεί να γίνει μύθος, αλλά δεν παύει να είναι μοναξιά.
Oτι η σκηνή μπορεί να σώσει, αλλά δεν θεραπεύει τα πάντα και ότι καμιά φορά ο καουμπόι που τραγουδά για την επιβίωση πρέπει πρώτα να παραδεχτεί πως παραλίγο να μη γυρίσει πίσω.
Με στοιχεία από The Guardian