Η Picture Gallery του Παλατιού του Μπάκιγχαμ δεν μοιάζει πια με τη συγκρατημένη, αραιή πινακοθήκη που είχε συνηθίσει ο σύγχρονος επισκέπτης.
Με αφορμή το φετινό άνοιγμα των State Rooms στο κοινό, η αίθουσα παρουσιάζεται ξανά με ένα πυκνό κρέμασμα τύπου σαλονιού, που φέρνει τον χώρο πιο κοντά στην ιστορική του εικόνα: πίνακες από το δάπεδο σχεδόν μέχρι την οροφή, σκούρο πράσινο μεταξωτό δαμασκηνό ύφασμα στους τοίχους και ένα θέαμα που θυμίζει περισσότερο 19ο αιώνα παρά τη μοντέρνα μουσειακή καθαρότητα των τελευταίων δεκαετιών.
Ο αριθμός των έργων που εκτίθενται στην αίθουσα σχεδόν διπλασιάστηκε, από 63 σε 120. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα των Ρούμπενς, Ρέμπραντ, Βερμέερ, Καραβάτζο, Τιτσιάνο, Καναλέτο, Φρανς Χαλς, Τζορτζ Σταμπς και Τόμας Γκέινσμπορο. Η νέα παρουσίαση βασίστηκε σε παλιές υδατογραφίες, φωτογραφίες, αρχεία και αρχιτεκτονικά σχέδια, ενώ, σύμφωνα με το Royal Collection Trust, χρειάστηκαν 875 ώρες για να ολοκληρωθεί το νέο κρέμασμα.
Η Picture Gallery σχεδιάστηκε αρχικά για να παρουσιάζει τη σπουδαία συλλογή ζωγραφικής του Γεωργίου Δ΄ και αποτέλεσε μέρος της μεταμόρφωσης του Buckingham House σε Παλάτι του Μπάκιγχαμ από τον αρχιτέκτονα Τζον Νας. Σήμερα παραμένει μία από τις πιο σημαντικές αίθουσες υποδοχής του παλατιού, χρησιμοποιείται σε επίσημες περιστάσεις από τη βασιλική οικογένεια και είναι ένας από τους χώρους που βλέπουν οι επισκέπτες κατά το θερινό άνοιγμα των State Rooms.
Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στα ονόματα. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το Μπάκιγχαμ αποφάσισε να ξαναστήσει τη σχέση του με την εικόνα.
Για δεκαετίες, η σύγχρονη μουσειακή γλώσσα προτίμησε τον λευκό ή ουδέτερο τοίχο, την απόσταση ανάμεσα στα έργα, την καθαρή θέαση, την ιδέα ότι κάθε πίνακας πρέπει να «αναπνέει» μόνος του. Το νέο κρέμασμα της Picture Gallery κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Δεν απομονώνει τα αριστουργήματα. Τα συσσωρεύει. Τα βάζει να κοιτούν το ένα το άλλο, να δημιουργούν συγγένειες, αντιπαραθέσεις, ιστορικά μικροδράματα.
Ένα από τα κεντρικά έργα της νέας παρουσίασης είναι το The Tribuna of the Uffizi του Γιόχαν Ζόφανι, έργο του 18ου αιώνα που απεικονίζει την περίφημη αίθουσα των Ουφίτσι γεμάτη πίνακες, γλυπτά και άνδρες που συζητούν, κοιτούν, συγκρίνουν και καταναλώνουν την τέχνη ως κοινωνικό προνόμιο. Το έργο είχε καταγραφεί στην Picture Gallery το 1841 και επιστρέφει τώρα ως σχεδόν ειρωνικός καθρέφτης του ίδιου του νέου στησίματος: ένας πίνακας για μια αίθουσα γεμάτη πίνακες, μέσα σε μια αίθουσα που ξαναγίνεται γεμάτη πίνακες.
Η αναδιάταξη φέρνει επίσης μαζί πέντε έργα του Ρέμπραντ και ένα που αποδίδεται στο εργαστήριό του, ενώ επανενώνει επτά έργα του Ρούμπενς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η τοποθέτηση της αυτοπροσωπογραφίας του Ρούμπενς δίπλα στο πορτρέτο του Άντονι βαν Ντάικ, φίλου και μαθητή του, σε μια αντιστοίχιση που παραπέμπει σε παλαιότερη ιστορική συνύπαρξη των δύο έργων στο Παλάτι του Γουάιτχολ τον 17ο αιώνα.
Ο Βερμέερ, με το Lady at the Virginals with a Gentleman, δεν εμφανίζεται πλέον σαν μοναχικό κόσμημα μέσα στον χώρο, αλλά τοποθετείται ανάμεσα σε άλλα ολλανδικά έργα του 17ου αιώνα, δίπλα σε πιο ήσυχες, εσωτερικές σκηνές της ίδιας εποχής. Δώδεκα απόψεις της Βενετίας του Καναλέτο, ένας Τιτσιάνο, ένας Καραβάτζο και έργα βρετανικής ζωγραφικής του 18ου αιώνα συμπληρώνουν μια αίθουσα που ξαναγίνεται όχι απλώς χώρος έκθεσης, αλλά πυκνή εικόνα συλλογής.
Αυτή είναι και η δύναμη του θέματος. Το Μπάκιγχαμ δεν αλλάζει απλώς διακόσμηση. Επιστρέφει σε μια παλαιότερη ιδέα θέασης, όπου η τέχνη δεν παρουσιαζόταν ως ουδέτερη εμπειρία, αλλά ως αφθονία, κύρος, συσσώρευση, δυναστική μνήμη. Εκεί όπου το σύγχρονο μουσείο συχνά ζητά σιωπή, απόσταση και καθαρότητα, το παλάτι επιλέγει ξανά την υπερβολή.
Και ίσως γι’ αυτό το νέο κρέμασμα έχει ενδιαφέρον πέρα από τη βασιλική του λάμψη. Σε μια εποχή που πολλά μουσεία ξανασκέφτονται τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουν τις συλλογές τους, η Picture Gallery του Μπάκιγχαμ δείχνει ότι η επιστροφή στο παλιό δεν είναι πάντα νοσταλγία.
Μπορεί να είναι και μια δήλωση για το πώς θέλουμε να κοιτάμε την τέχνη: όχι πάντα απομονωμένη, αποστειρωμένη και «καθαρή», αλλά μέσα στη βουή της ιστορίας που την έκανε ιδιοκτησία, κληρονομιά, κύρος και θέαμα.
με στοιχεία από The Times