Πριν από τρία χρόνια, η Maja Malou Lyse δέχτηκε μια πρόταση που μοιάζει σαν να έχει γραφτεί ειδικά για να γίνει τίτλος: ο διευθύνων σύμβουλος της Cryos, της μεγαλύτερης τράπεζας σπέρματος στον κόσμο, της πρότεινε να της δώσει 20 λίτρα σπέρματος για να φτιάξει ένα γλυπτό.
Η Δανή καλλιτέχνις, που δουλεύει πάνω στη σχέση ανάμεσα στην εικόνα, την επιθυμία, τη γυναικεία αυτοδιάθεση και την κουλτούρα των μέσων, αρχικά είπε ναι. Η ιδέα ήταν τόσο παράξενη, τόσο ακραία και τόσο φορτισμένη ως υλικό, που δεν μπορούσε εύκολα να αγνοηθεί. Λίγο αργότερα, όμως, κατάλαβε ότι δεν ήξερε ακριβώς τι να κάνει με αυτό.
Το έργο πήρε τελικά άλλη μορφή. Όχι ένα γλυπτό από σπέρμα, αλλά μια μεγάλη εγκατάσταση στο δανέζικο περίπτερο της Μπιενάλε της Βενετίας, με τίτλο Things To Come. Ένα περιβάλλον από οθόνες, διαδρόμους, εικόνες σωμάτων, τράπεζες σπέρματος, πορνογραφική γλώσσα, αρχιτεκτονική και μια πολύ συγκεκριμένη ανησυχία: τι συμβαίνει στην επιθυμία όταν η εικόνα, η αναπαραγωγή και η τεχνολογία αρχίζουν να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύστημα.
Το Things To Come παρουσιάζεται στο εθνικό περίπτερο της Δανίας στη Μπιενάλε, σε επιμέλεια της Chus Martínez και με εσωτερικό σχεδιασμό από το αρχιτεκτονικό και ερευνητικό στούντιο Common Accounts. Ο τίτλος παραπέμπει στο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του H. G. Wells, αλλά το έργο δεν κοιτάζει ένα μακρινό μέλλον. Κοιτάζει ένα παρόν που είναι ήδη αρκετά παράξενο.
Η αφετηρία ήταν η επίσκεψη της Lyse σε πραγματική κλινική γονιμότητας της Cryos. Εκεί, η καλλιτέχνις βρέθηκε μπροστά σε έναν χώρο που της φάνηκε σαν σκηνικό ταινίας: μακριοί διάδρομοι, εικόνες χαμογελαστών μωρών, δωμάτια δωρεάς, οθόνες με πορνό και ακόμη και γυαλιά εικονικής πραγματικότητας.
Η εξήγηση ήταν σχεδόν κλινικά ψυχρή: σε ορισμένες περιπτώσεις, η παρακολούθηση πορνογραφίας σε εικονική πραγματικότητα φέρεται να αυξάνει την κινητικότητα του σπέρματος.
Αυτή η λεπτομέρεια έγινε το πραγματικό κλειδί του έργου. Δεν ήταν απλώς παράξενη. Έδειχνε πώς μια ψηφιακή εικόνα μπορεί να έχει βιολογικό αποτέλεσμα. Πώς κάτι που θεωρούμε φαντασίωση, οθόνη ή ψυχαγωγία μπορεί να περάσει στο σώμα, στην αναπαραγωγή, στη μέτρηση και στην αγορά.
Στον κεντρικό χώρο της εγκατάστασης, μεγάλες οθόνες δείχνουν ένα βίντεο με γυναίκες από τη βιομηχανία του πορνό μέσα σε ένα σκηνικό κλινικής γονιμότητας. Οι μορφές, τα σώματα, τα βλέμματα και οι χειρονομίες αντλούν από τη γλώσσα της πορνογραφίας, όμως το έργο δεν λειτουργεί ως πορνογραφία. Δεν δείχνει ρητές σεξουαλικές πράξεις. Παίρνει τη γραμματική της πορνογραφικής εικόνας και τη μεταφέρει σε έναν χώρο ιατρικό, αποστειρωμένο, σχεδόν μελλοντολογικό.
Αυτό που προκύπτει δεν είναι σκάνδαλο. Είναι μια παράξενη, καθαρή και σαρκαστική εικόνα του κόσμου μας: η αναπαραγωγή ως αγορά, η επιθυμία ως δεδομένο, το σώμα ως εικόνα προς κυκλοφορία, η σεξουαλικότητα ως κάτι που ταυτόχρονα καταναλώνεται μαζικά και λογοκρίνεται δημόσια.
Η Lyse ενδιαφέρεται ακριβώς για αυτή την αντίφαση. Οι πορνογραφικές εικόνες είναι από τις πιο διαδεδομένες εικόνες του διαδικτύου, αλλά παραμένουν κοινωνικά περιθωριοποιημένες. Τις βλέπουν εκατομμύρια άνθρωποι, όμως οι πλατφόρμες τις λογοκρίνουν, η δημόσια συζήτηση τις φορτώνει με ενοχή και οι ίδιοι οι επαγγελματίες του χώρου σπάνια αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι που γνωρίζουν όσο λίγοι πώς λειτουργεί η παραγωγή και η κυκλοφορία της εικόνας.
Για τη Lyse, οι εργαζόμενες στη βιομηχανία του πορνό είναι ειδικοί της εικόνας. Καταλαβαίνουν τον φακό, τη διανομή, τη στάση, τη ζήτηση, τον αλγόριθμο, τον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα γίνεται επιθυμητό και ταυτόχρονα εμπορεύσιμο. Αυτό δεν σημαίνει εξιδανίκευση της βιομηχανίας. Σημαίνει ότι το έργο αρνείται να αντιμετωπίσει την πορνογραφία μόνο ως ηθικό πρόβλημα ή μόνο ως σοκ.
Η Chus Martínez, επιμελήτρια του δανέζικου περιπτέρου, φέρνει στο έργο και μια, μεσογειακή ανάγνωση. Για εκείνη, η έκθεση συνομιλεί με την κουλτούρα του destape στην Ισπανία, την περίοδο μετά τη δικτατορία του Φράνκο, όταν το γυμνό, η σεξουαλικότητα και η δημόσια έκθεση του σώματος έγιναν μέρος μιας πιο σύνθετης διαδικασίας απελευθέρωσης, εμπορευματοποίησης και πολιτισμικής αμηχανίας.
Η ίδια δεν βλέπει το πορνογραφικό σώμα μόνο ως αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το βλέπει και ως εικόνα που, ειδικά σε κοινωνίες βαθιά καταπιεσμένες από την Εκκλησία και τον αυταρχισμό, μπορεί να λειτουργήσει σαν επιστροφή του απαγορευμένου. Το σώμα εμφανίζεται επειδή κάποτε έπρεπε να εξαφανιστεί.
Στο έργο της Lyse, όμως, το σώμα δεν επιστρέφει σε έναν αθώο κόσμο. Επιστρέφει σε έναν κόσμο όπου η εικόνα έχει ήδη περάσει μέσα από τις πλατφόρμες, τη βιοτεχνολογία, την εικονική πραγματικότητα, την αγορά γονιμότητας και την τεχνητή νοημοσύνη.
Γι’ αυτό η εγκατάσταση δεν μένει στην πρόκληση του τίτλου. Τα 20 λίτρα σπέρματος είναι η είσοδος. Το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο: ποιος παράγει εικόνες επιθυμίας, ποιος τις εκμεταλλεύεται, ποιος τις λογοκρίνει και ποιος θα τις αντικαταστήσει όταν η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να παράγει σώματα χωρίς ανθρώπους.
Το ερώτημα αυτό γίνεται ακόμη πιο σκοτεινό όταν η συζήτηση περνά στην τεχνητή νοημοσύνη. Η Lyse μιλά για την αίσθηση ότι ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα είδος τελευταίου κεφαλαίου της πορνογραφίας όπως τη γνωρίζουμε. Αν οι εικόνες σεξουαλικότητας μπορούν να παραχθούν χωρίς ηθοποιούς, χωρίς πραγματικά σώματα, χωρίς συναίνεση όπως την ξέρουμε, τότε αλλάζει ολόκληρη η ηθική της εικόνας.
Η Martínez το θέτει ακόμη πιο αιχμηρά: τι σημαίνει να βλέπεις πορνογραφία παραγόμενη από τεχνητή νοημοσύνη; Τι σημαίνει ένα σώμα που δεν ανήκει σε κανέναν; Τι συμβαίνει όταν μπορείς να κάνεις τα πάντα σε μια ψηφιακή μορφή χωρίς να υπάρχει πραγματικό πρόσωπο, αλλά με εικόνες που εξακολουθούν να επηρεάζουν πραγματικούς ανθρώπους, πραγματικές επιθυμίες, πραγματικές φαντασιώσεις;
Εκεί το έργο γίνεται πιο ανησυχητικό από όσο δείχνει στην αρχή. Δεν ρωτά μόνο τι είναι πορνογραφία. Ρωτά τι είναι εικόνα όταν χάνει το ανθρώπινο σώμα που τη στήριζε. Ρωτά τι απομένει από την επιθυμία όταν η τεχνολογία μπορεί να παράγει ατελείωτα αντικείμενα επιθυμίας χωρίς κόπο, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ιστορία.
Το Common Accounts σχεδίασε το εσωτερικό του περιπτέρου σαν μια μετάφραση της σύγχρονης εικόνας σε χώρο. Οι μεγάλες οθόνες θυμίζουν δημόσια διαφήμιση, ενώ η αναφορά στην εικονική πραγματικότητα φέρνει κάτι πολύ πιο προσωπικό και κλειστό. Το αποτέλεσμα είναι ένα περιβάλλον που μοιάζει ταυτόχρονα με κλινική, στούντιο, διαφημιστικό διάδρομο και εσωτερικό μηχανισμό της επιθυμίας.
Σε έναν δεύτερο, μικρότερο χώρο, η εγκατάσταση περιλαμβάνει μια σειρά από κουτιά μεταφοράς σπέρματος με μικρές οθόνες. Η ψυχρή υλικότητα της κλινικής γονιμότητας συναντά τη θερμή, υπερφορτισμένη εικόνα του πορνό. Εκεί όπου το σώμα γίνεται δείγμα, υλικό, μεταφορά, δεδομένο.
Στο άνοιγμα του περιπτέρου εμφανίστηκε και η Ilona Staller, η θρυλική Cicciolina, μορφή που ενώνει την πορνογραφία, την πολιτική και τη μεταπολεμική ιταλική ποπ φαντασία. Η παρουσία της λειτούργησε σαν υπενθύμιση ενός άλλου πορνογραφικού χρόνου, πριν από την ταχύτητα των ψηφιακών πλατφορμών και πριν από την επερχόμενη μαζική παραγωγή σεξουαλικών εικόνων από μηχανές.
Το Things To Come δεν είναι μια έκθεση που ζητά απλώς να σοκάρει. Αν το ήθελε, θα ήταν πολύ πιο εύκολο. Αντίθετα, χρησιμοποιεί το σοκ ως άνοιγμα για να μιλήσει για κάτι πιο σύνθετο: τον τρόπο με τον οποίο το πορνό έγινε το πιο μαζικό και ταυτόχρονα το πιο αποκηρυγμένο οπτικό σύστημα της εποχής μας.
Και ίσως γι’ αυτό το έργο λειτουργεί. Επειδή δεν κάνει πως η πορνογραφία βρίσκεται έξω από τον πολιτισμό. Τη βάζει ακριβώς εκεί όπου ήδη βρίσκεται: μέσα στην τεχνολογία, μέσα στην οικονομία της προσοχής, μέσα στην αγορά της αναπαραγωγής, μέσα στη μόδα της εικόνας, μέσα στον φόβο για το τι θα απογίνει το ανθρώπινο σώμα όταν η εικόνα του δεν θα το χρειάζεται πια.
με στοιχεία από Metalocus