Το παρισινό σπίτι του Rick Owens και της Michèle Lamy δεν μοιάζει με σπίτι σχεδιαστή που άνοιξε τις πόρτες του για μια ωραία φωτογράφηση. Δεν έχει την καθησυχαστική λάμψη ενός celebrity interior ούτε την ευγένεια ενός καλοστημένου home tour. Μοιάζει περισσότερο με τόπο παραγωγής: σπίτι και γραφείο μαζί, ατελιέ, showroom, εργαστήριο επίπλων, ένα ιδιωτικό θέατρο από μπετόν, γύψο, μαύρες επιφάνειες, κέρατα, οστά, βιβλία, στάχτες και βαριά αντικείμενα που δείχνουν σαν να ανήκουν ταυτόχρονα σε κατοικία, τάφο και μουσείο φυσικής ιστορίας.
Στο νέο PIN–UP, όπου η Michèle Lamy φωτογραφίζεται από τη Danielle Levitt και μιλά στον Michael Bullock, το σπίτι δεν μένει στο φόντο της συνέντευξης. Είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Όχι επειδή «δείχνει» την αισθητική του Rick Owens, αλλά επειδή την παράγει καθημερινά. Είναι ο χώρος όπου η ζωή, η δουλειά, το brand, τα έπιπλα, οι άνθρωποι, τα αντικείμενα και η τελετουργική αυτοεικόνα του ζευγαριού έχουν γίνει ένα ενιαίο σύστημα.
Το κτίριο βρίσκεται στην Place du Palais-Bourbon, στο 7ο διαμέρισμα του Παρισιού. Πίσω από την ιστορική του πρόσοψη, που ανάγεται στον 17ο αιώνα, υπάρχει ένα πιο άγριο υπόστρωμα: τμήματα του κτιρίου είχαν στεγάσει το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ενώ η μνήμη της γαλλικής πολιτικής εξουσίας παραμένει εγγεγραμμένη στον χώρο. Η Lamy λέει ότι πάντα έλεγε πως θα επέστρεφε στο Παρίσι μόνο αν μπορούσε να ζήσει σε αυτή την πλατεία. Όταν εκείνη και ο Owens εγκαταστάθηκαν εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δεν προσπάθησαν να κάνουν το κτίριο πιο «ωραίο». Το έγδυσαν.
Τα παλιά γραφεία είχαν ψευδοροφές, χωρίσματα και ακουστικές επενδύσεις, όλα τα ίχνη μιας διοικητικής ζωής που θέλει να κρύβει την ύλη πίσω από πρακτικές επιφάνειες. Εκείνοι τα αφαίρεσαν. Άφησαν εκτεθειμένα το μπετόν, τον γύψο, τα καλώδια, τις επιδιορθώσεις, τις πληγές του κτιρίου. Αυτό είναι ίσως το πρώτο μάθημα του σπιτιού: δεν διακοσμείς πάντα έναν χώρο για να τον κάνεις δικό σου. Μερικές φορές τον απογυμνώνεις μέχρι να αρχίσει να λέει την αλήθεια του.
Γι’ αυτό οι φωτογραφίες έχουν τέτοια δύναμη. Το σπίτι δεν μοιάζει σκηνοθετημένο για να αποδείξει γούστο. Μοιάζει με οργανισμό που χτίστηκε από ανάγκη. Όταν το ζευγάρι μετακόμισε από το Λος Άντζελες στο Παρίσι, η Lamy λέει ότι έφεραν μαζί τους μόνο τα βιβλία τους. Έπρεπε, λοιπόν, να φτιάξουν σχεδόν τα πάντα για να κατοικηθεί το κτίριο. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε και η σειρά Rick Owens Furniture.
Αυτό έχει σημασία, γιατί τα έπιπλα δεν εμφανίζονται εδώ ως ξεχωριστή design γραμμή που προστέθηκε εκ των υστέρων στο brand. Γεννήθηκαν μέσα στο σπίτι. Έπρεπε πρώτα να υπάρξει ένας χώρος τόσο μεγάλος, δύσκολος και φορτισμένος ώστε να απαιτήσει τη δική του ύλη. Η Lamy το λέει καθαρά: αναπτύσσει, παράγει και παρουσιάζει η ίδια τα έπιπλα. Ξεκίνησαν από όσα έφτιαξαν για το παρισινό σπίτι. Μετά, ένας γκαλερίστας τα είδε σε ένα από τα πάρτι τους και κατάλαβε ότι μπορούσαν να σταθούν ως συλλογή.
Τα έπιπλα του Rick Owens και της Michèle Lamy δεν ζητούν απλώς να χρησιμοποιηθούν. Είναι κρεβάτια, πάγκοι, καρέκλες, τραπέζια και πλίνθοι που μοιάζουν περισσότερο με γλυπτά τα οποία ανέχονται τη χρήση. Plywood, μπετόν, μάρμαρο, ox bone, antler, απολιθωμένο ξύλο από το Πακιστάν, βαριές ενώσεις, σχήματα που θυμίζουν δόντια, οστά, αρχαία εργαλεία, τελετουργικά καθίσματα. Η Lamy μιλά για μπρουταλιστική προσέγγιση, αλλά όχι μόνο με την έννοια της σκληρής επιφάνειας. Την ενδιαφέρει ο τρόπος που τα μέρη εφαρμόζουν το ένα μέσα στο άλλο χωρίς καρφιά και χωρίς κόλλα. Βαριά, αλλά σαν να αιωρούνται.
Η Tomb Stag Chair είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το πρώτο κομμάτι έγινε με κέρατο άλκης και βρίσκεται ακόμη στο σπίτι τους στο Παρίσι. Η Lamy διευκρινίζει ότι τα κέρατα δεν προέρχονται από ζώα που θανατώνονται για τα έπιπλα· οι άλκες τα ρίχνουν φυσικά κάθε χρόνο. Αυτή η λεπτομέρεια δεν είναι διακοσμητική. Δείχνει πώς σκέφτεται το σπίτι την ύλη: κάθε υλικό κουβαλά σώμα, προέλευση, ιστορία και ηθική. Δεν είναι απλώς υφή για μια σκοτεινή φωτογραφία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας χώρος που μοιάζει ταυτόχρονα αρχαίος και μετα-αποκαλυπτικός. Ένα παρισινό κτίριο όπου η μόδα συναντά την αρχαιολογία, το club, τη σπηλιά, το δικαστήριο, το ατελιέ, το σαλόνι και τη νεκρική τελετή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εικόνες του σπιτιού κυκλοφορούν τόσο εύκολα. Είναι από τα σπάνια interiors που δεν μοιάζουν με «έμπνευση» αλλά με ολοκληρωμένη κοσμολογία. Δεν βλέπεις απλώς πού ζουν ο Owens και η Lamy. Βλέπεις πώς σκέφτεται το σύμπαν τους όταν δεν βρίσκεται στην πασαρέλα.
Η Lamy βρίσκεται πίσω από αυτή τη λειτουργία του σπιτιού. Όχι ως διακοσμήτρια, ούτε ως μούσα, αλλά ως η γυναίκα που μετατρέπει τις σχέσεις σε χώρους. Πριν από τον Owens, είχε υπάρξει ποινικολόγος στη Γαλλία, είχε παρακολουθήσει μαθήματα του Gilles Deleuze στη Λιόν, είχε μετακομίσει στο Λος Άντζελες, είχε φτιάξει δική της εταιρεία ρούχων και είχε ανοίξει το Les Deux Cafés στο Hollywood. Όλα αυτά δεν χρειάζονται εδώ ως βιογραφία. Χρειάζονται γιατί εξηγούν το σπίτι.
Το Les Deux Cafés, που άνοιξε το 1996, δεν ήταν απλώς εστιατόριο. Ήταν μια κοινωνική σκηνή όπου άνθρωποι του σινεμά και της μόδας, performance artists, μουσικοί, πολιτικοί και οργανικοί καλλιεργητές μπορούσαν να συνυπάρξουν χωρίς να ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Η Lamy το θυμάται σαν θέατρο ζωής. Αυτή η λογική συνεχίζεται στο παρισινό σπίτι: δεν υπάρχει αυστηρό όριο ανάμεσα στο ιδιωτικό και το επαγγελματικό, στο αντικείμενο και στο έργο, στο τραπέζι και στο σκηνικό, στο πάρτι και στην παραγωγή.
Ακόμη και η σχέση της με τη φιλοσοφία φαίνεται να έχει περάσει στον τρόπο που οργανώνεται ο χώρος. Η Lamy μιλά για τον Deleuze και την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» όχι σαν διανοητική επίδειξη, αλλά σαν εμπειρία αλλαγής κλίμακας: πέφτεις σε μια τρύπα, μεγαλώνεις, μικραίνεις, βρίσκεσαι αλλού και συνεχίζεις. Το σπίτι δουλεύει ακριβώς έτσι. Δεν έχει μία χρήση, μία αφήγηση, μία ιεραρχία. Από το υπνοδωμάτιο περνάς στο showroom, από το πιάνο στο εργαστήριο, από το τραπέζι στο έπιπλο, από το αντικείμενο στη συλλογή, από τη φιλοξενία στη μόδα.
Ο Rick Owens είναι φυσικά παντού. Στη μαύρη αυστηρότητα, στις επιφάνειες, στην εμμονή με το σώμα, στο ένδυμα που μοιάζει με πανοπλία ή κουκούλι, στο έπιπλο που μοιάζει με βωμό. Αλλά το σπίτι δείχνει κάτι πιο σύνθετο από μια «Rick Owens αισθητική». Δείχνει το οικοσύστημα που έχουν φτιάξει μαζί. Ο ίδιος μπορεί να δίνει στη μορφή τη σκληρή της γραμμή· η Lamy δίνει στο σύστημα θερμοκρασία, κυκλοφορία, tribe, φωνή, καπνό, μουσική, τραπέζι, ανθρώπους.
Γι’ αυτό το σπίτι δεν είναι απλώς εντυπωσιακό. Είναι πειστικό. Σε έναν κόσμο όπου πολλά brands κατασκευάζουν interiors για να πουλήσουν lifestyle, εδώ συμβαίνει κάτι πιο σπάνιο: το lifestyle δεν προηγείται ως marketing. Προκύπτει από μια πραγματική συγχώνευση ζωής και δουλειάς. Η Lamy το διατυπώνει σχεδόν απλά: ζωή και δουλειά είναι το ίδιο πράγμα. Στο σπίτι τους αυτό δεν ακούγεται σαν σύνθημα δημιουργικής βιομηχανίας. Φαίνεται στις επιφάνειες, στα έπιπλα, στα δωμάτια, στα αντικείμενα που μοιάζουν να έχουν χρησιμοποιηθεί πριν φωτογραφηθούν.
Και ίσως αυτό είναι που κάνει τις εικόνες τόσο εθιστικές. Δεν πρόκειται για ένα «ωραίο σπίτι». Δεν είναι καν βέβαιο ότι θα ήθελε κανείς να ζήσει εκεί. Είναι αυστηρό, σκοτεινό, σκληρό, σχεδόν ακατάλληλο για την ιδέα της κανονικής άνεσης. Αλλά είναι απολύτως δικό τους. Ένα πρώην πολιτικό κτίριο που έγινε κατοικία, γραφείο, showroom, εργαστήριο, αρχείο, σκηνή και φωλιά. Ένας χώρος όπου η μόδα δεν κρεμιέται απλώς σε ράγες, αλλά περνά μέσα από το κρεβάτι, το τραπέζι, την καρέκλα, το πάτωμα, τον τοίχο, την καθημερινή ζωή.
Στο τέλος, το παρισινό σπίτι του Rick Owens και της Michèle Lamy δεν είναι ενδιαφέρον επειδή είναι «ακριβώς όπως το φαντάζεσαι». Είναι ενδιαφέρον επειδή αποδεικνύει ότι αυτή η φαντασίωση δεν είναι σκηνικό. Είναι υποδομή. Εκεί παράγεται ο κόσμος που μετά βλέπουμε ως ρούχο, έπιπλο, εικόνα, χειρονομία, συνεργασία, cult. Το σπίτι δεν εξηγεί απλώς την αισθητική τους. Την κατοικεί.
Με στοιχεία από PIN–UP