Ένα σπάνιο χάλκινο άρμα, που οι αρχαιολόγοι δεν μπορούν να συγκρίνουν με κανένα άλλο γνωστό εύρημα από την Ιβηρική Χερσόνησο, αποκαλύφθηκε στον αρχαιολογικό χώρο Casas del Turuñuelo, στη δυτική Ισπανία.
Το εύρημα εντοπίστηκε στην Guareña της επαρχίας Μπανταχόθ, στην Εξτρεμαδούρα, μέσα σε μεγάλο τύμβο που καλύπτει ένα μνημειακό κτίριο του πολιτισμού της Ταρτησσού. Πρόκειται για έναν αρχαίο πολιτισμό που αναπτύχθηκε στη νοτιοδυτική Ιβηρική και είχε στενές επαφές με τον μεσογειακό κόσμο.
Οι ερευνητές του προγράμματος Building Tartessos, που μελετούν τον χώρο τα τελευταία χρόνια, βρήκαν το άρμα στον νότιο τομέα του κεντρικού κτιρίου. Η Έστερ Ροδρίγκεθ, συνδιευθύντρια της ανασκαφής, το χαρακτήρισε ένα από τα σημαντικότερα αντικείμενα που έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα στο Casas del Turuñuelo.
Το άρμα με τη μορφή του Αχελώου
Το άρμα ξεχωρίζει για τη διακόσμησή του. Στο μπροστινό μέρος φέρει ανάγλυφη μορφή του Αχελώου, θεότητας των ποταμών που στην αρχαιότητα συνδεόταν και με τον κόσμο των νεκρών. Στις πλευρές υπάρχουν δύο γρύπες, με κεφάλι αετού και σώμα λιονταριού, ενώ στα άκρα δύο ανθρώπινες μορφές με υψωμένα χέρια μοιάζουν να κρατούν το βάρος της κατασκευής. Διακοσμημένοι είναι και οι δύο τροχοί του.
Οι αρχαιολόγοι τονίζουν ότι για να βρουν κάτι συγκρίσιμο με το συγκεκριμένο αντικείμενο πρέπει να στραφούν στους Ετρούσκους, τον πολιτισμό που άκμασε στην κεντρική Ιταλία από τον 8ο έως τον 5ο αιώνα π.Χ. Αυτό οδηγεί τους ερευνητές στην εκτίμηση ότι το άρμα έφτασε στη νοτιοδυτική Ιβηρική μέσω των εμπορικών δικτύων που συνέδεαν την Ταρτησσό με την υπόλοιπη Μεσόγειο.
Η χρήση του άρματος δεν έχει ακόμη αποσαφηνιστεί. Ο Σεμπαστιάν Σελεστίνο, επίσης συνδιευθυντής της ανασκαφής, εκτιμά ότι μπορεί να είχε ρόλο σε τελετουργικά συμπόσια. Η θέση όπου βρέθηκε ενισχύει αυτή την υπόθεση, καθώς βρίσκεται κοντά στην αίθουσα όπου οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι οι κάτοικοι ή οι χρήστες του χώρου οργάνωσαν ένα τελευταίο γεύμα πριν εγκαταλείψουν και σφραγίσουν σκόπιμα το κτίριο, στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ.
Ελλάδα, Αίγυπτος και Ανατολή στον ίδιο χώρο
Το άρμα δεν ήταν το μόνο εύρημα που δείχνει τις επαφές της Ταρτησσού με άλλους πολιτισμούς. Οι αρχαιολόγοι βρήκαν επίσης κεραμικά από την Αττική, ένα αλαβάστρινο αγγείο αιγυπτιακής προέλευσης και ελεφαντοστά με παραστάσεις πολεμιστών, ζώων και φυτικών μοτίβων. Η τεχνοτροπία τους παραπέμπει σε εργαστήρια της ανατολικής Μεσογείου.
Η Ροδρίγκεθ τόνισε ότι τα αντικείμενα αυτά βοηθούν τους ερευνητές να κατανοήσουν καλύτερα τις εμπορικές διαδρομές που συνέδεαν την Ανατολή με την Ιβηρική Χερσόνησο. Όπως είπε, κάθε εισαγόμενο αντικείμενο προσθέτει ένα νέο στοιχείο για τα δίκτυα ανταλλαγών μέσα από τα οποία κυκλοφορούσαν όχι μόνο προϊόντα, αλλά και ιδέες, τεχνικές και σύμβολα.
Οι φετινές έρευνες, που έγιναν τον Απρίλιο και τον Μάιο, έδωσαν νέα εικόνα και για το ίδιο το μνημειακό κτίριο. Στον βόρειο και τον νότιο τομέα του τύμβου, ο οποίος έχει διάμετρο περίπου 90 μέτρων και ύψος έξι μέτρων, οι αρχαιολόγοι αναγνώρισαν νέους χώρους και περάσματα. Στον βόρειο τομέα βρέθηκαν ακόμη δύο εστίες και ένας χάλκινος λέβητας.
Δέκα χρόνια ανακαλύψεων στο Casas del Turuñuelo
Το Casas del Turuñuelo έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους για τη μελέτη της Ταρτησσού. Το 2017 οι αρχαιολόγοι εντόπισαν στην αυλή του κτιρίου μια μαζική τελετουργική θυσία 52 ζώων, κυρίως αλόγων, που φαίνεται να συνδέεται με την τελευταία περίοδο χρήσης του χώρου και την τελετουργική εγκατάλειψή του.
Το 2023 ακολούθησε μια ακόμη σημαντική ανακάλυψη: πέντε λίθινα ανάγλυφα με ανθρώπινα πρόσωπα, τα πρώτα που αποδίδονται στον πολιτισμό της Ταρτησσού. Δύο από τις μορφές σώζονται σχεδόν ακέραιες και οι ερευνητές εκτιμούν ότι μπορεί να παριστάνουν γυναικείες θεότητες.
Έναν χρόνο αργότερα βρέθηκε μικρή πλάκα από σχιστόλιθο, χαραγμένη και στις δύο πλευρές, με πρόσωπα, γεωμετρικά σχέδια και σκηνή μάχης. Στην ίδια πλάκα οι ερευνητές αναγνώρισαν και σημεία που παραπέμπουν σε προρωμαϊκή γραφή της νότιας Ιβηρικής.
Το 2025, οι ανασκαφές έφεραν στο φως ένα ακόμη εύρημα που δείχνει τις επαφές του χώρου με τον ελληνικό κόσμο. Πρόκειται για μαρμάρινο στοιχείο ελληνικής προέλευσης, πιθανότατα τμήμα βωμού, το οποίο οι ερευνητές χρονολογούν στον 5ο αιώνα π.Χ.
Με πληροφορίες από Euronews