Η Τζέσικα Μόργκαν επιστρέφει στην Tate, αυτή τη φορά όχι ως επιμελήτρια αλλά ως η νέα της διευθύντρια, σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους για τον βρετανικό μουσειακό θεσμό.
Η Μόργκαν, που από το 2015 διευθύνει το Dia Art Foundation στη Νέα Υόρκη, ορίστηκε διάδοχος της Μαρία Μπάλσο, η οποία αποχώρησε την άνοιξη έπειτα από εννέα χρόνια στην κορυφή της Tate. Θα αναλάβει καθήκοντα την 1η Ιανουαρίου 2027, με την Κάριν Χίντσμπο να παραμένει μέχρι τότε προσωρινή διευθύντρια.
Η επιλογή της δεν είναι απλώς αλλαγή προσώπου. Η Tate βρίσκεται σε σημείο καμπής: έχει τέσσερις χώρους, την Tate Modern, την Tate Britain, την Tate Liverpool και την Tate St Ives, έναν τεράστιο πυρήνα μόνιμων συλλογών, διεθνή φιλοδοξία, πίεση στα δημόσια οικονομικά και επισκεψιμότητα που ακόμη δεν έχει επιστρέψει πλήρως στα επίπεδα πριν από την πανδημία.
Η Μόργκαν γνωρίζει τον οργανισμό από μέσα. Εργάστηκε στην Tate για περισσότερο από μία δεκαετία και από το 2010 έως το 2014 ήταν ανώτερη επιμελήτρια διεθνούς τέχνης στην Tate Modern. Στη διάρκεια εκείνης της περιόδου συνδέθηκε με την προσπάθεια του ιδρύματος να ανοίξει τη συλλογή και το πρόγραμμα σε καλλιτέχνες από τη Μέση Ανατολή, τη Νότια Ασία, τη Νότια Κορέα και τη Λατινική Αμερική.
Αυτό που την έκανε φαβορί για τη θέση ήταν κυρίως η δουλειά της στο Dia. Σε έναν θεσμό ταυτισμένο για χρόνια με τον μεταπολεμικό μινιμαλισμό, τη Land Art και μια σχεδόν αποκλειστικά ανδρική καλλιτεχνική γενεαλογία, η Μόργκαν επιχείρησε να ανοίξει δραστικά το πεδίο. Ενίσχυσε τη συλλογή, έφερε νέες φωνές, διεύρυνε την παρουσία γυναικών καλλιτεχνών και επανέφερε στο προσκήνιο δημιουργούς που είχαν μείνει στο περιθώριο των επίσημων ιστοριών του μοντερνισμού.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο από τη θητεία της είναι αριθμητικό, αλλά όχι μόνο αριθμητικό: στο Dia, τα έργα γυναικών καλλιτεχνών στη συλλογή αυξήθηκαν από το 6,8% στο 29%. Πίσω από αυτό δεν βρίσκεται απλώς μια πολιτική αντιπροσώπευσης, αλλά μια άλλη αντίληψη για το τι αξίζει να διασωθεί, να εκτεθεί και να αποκτήσει κεντρική θέση στην ιστορία της τέχνης.
Η Tate την περιγράφει ως «παράγοντα αλλαγής». Ο πρόεδρός της, Ρόλαντ Ραντ, είπε ότι η Μόργκαν είναι άνθρωπος που θα αμφισβητήσει πολλά πράγματα, αλλά έχει την ικανότητα να παίρνει μαζί της τους ανθρώπους του οργανισμού. Η φράση έχει σημασία, γιατί το ηθικό του προσωπικού στην Tate έχει δοκιμαστεί από χρόνια οικονομικής πίεσης, αναδιαρθρώσεων, περικοπών, εργατικών κινητοποιήσεων και πολιτισμικών συγκρούσεων.
Η νέα διευθύντρια αναλαμβάνει έναν οργανισμό που δεν μοιάζει με κανέναν άλλο στη Βρετανία. Η Tate δεν είναι ένα μουσείο, αλλά ένα σύστημα μουσείων. Έχει την εθνική συλλογή βρετανικής τέχνης από το 1500, διεθνή μοντέρνα και σύγχρονη τέχνη, τεράστιο δημόσιο ρόλο και, ταυτόχρονα, πολύπλοκο οικονομικό μοντέλο. Η δωρεάν πρόσβαση παραμένει κεντρική πολιτική, ενώ οι εκθέσεις, οι δωρεές, οι χορηγίες και η ιδιωτική φιλανθρωπία γίνονται όλο και πιο κρίσιμες για την επιβίωση.
Η Μόργκαν θα χρειαστεί επίσης να κινηθεί σε ένα φορτισμένο πολιτικό περιβάλλον. Τα μεγάλα βρετανικά μουσεία βρίσκονται αντιμέτωπα με πραγματική μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης, συζητήσεις για πιθανή χρέωση εισόδου σε επισκέπτες από το εξωτερικό και συνεχή πίεση γύρω από το τι εκθέτουν, ποιους καλλιτέχνες προβάλλουν και πώς μιλούν για την ιστορία, την αποικιοκρατία, το φύλο, τη φυλή και την εθνική ταυτότητα.
Ταυτόχρονα, η Tate δεν ξεκινά από το μηδέν. Οι πρόσφατες επιτυχίες της, από την αναδρομική της Τρέισι Έμιν μέχρι τη μεγάλη έκθεση της Φρίντα Κάλο και την έκθεση της Άνα Μεντιέτα στην Tate Modern, δείχνουν ότι το κοινό υπάρχει ακόμη όταν το πρόγραμμα βρίσκει τη σωστή ένταση. Το ερώτημα είναι αν αυτά τα μεμονωμένα δυνατά σημεία μπορούν να μετατραπούν σε συνολική κατεύθυνση.
Η προηγούμενη περίοδος της Μαρία Μπάλσο άφησε πίσω της ένα σύνθετο αποτύπωμα. Από τη μία, άνοιξε το πρόγραμμα σε περισσότερες φωνές και καλλιτεχνικές ιστορίες που έλειπαν. Από την άλλη, δέχθηκε κριτική ότι η Tate απομακρύνθηκε από τη μόνιμη συλλογή της, έδωσε υπερβολικό βάρος στη σύγχρονη τέχνη και δεν βρήκε ποτέ πλήρως τον νέο της προσανατολισμό μετά την εποχή του Νίκολας Σερότα, του ανθρώπου που δημιούργησε την Tate Modern και κυριάρχησε στον θεσμό για σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Η Μόργκαν καλείται τώρα να κάνει κάτι πιο δύσκολο από το να φέρει απλώς «νέες φωνές». Πρέπει να ξαναδέσει την Tate με τη συλλογή της, το κοινό της, τους εργαζομένους της και τους δωρητές της, χωρίς να τη μετατρέψει σε ασφαλές μουσείο νοσταλγίας. Πρέπει να κρατήσει ζωντανή τη διεθνή φιλοδοξία της, ενώ η βρετανική πολιτιστική οικονομία στενεύει. Πρέπει να υπερασπιστεί τη δωρεάν πρόσβαση, ενώ ο δημόσιος προϋπολογισμός πιέζει. Πρέπει, τελικά, να απαντήσει στο ερώτημα τι σημαίνει Tate μετά την πανδημία, μετά τους πολιτισμικούς πολέμους και μετά την εποχή των μεγάλων διευθυντών-συμβόλων.
Η ίδια, στις πρώτες της δηλώσεις, μίλησε για «τεράστια τιμή» και για τη σημασία του να συνεχίσει και να προχωρήσει το έργο της ομάδας της Tate. Δεν έχει παρουσιάσει ακόμη πρόγραμμα, οικονομικό σχέδιο ή νέα πολιτική συλλογών. Αυτό θα έρθει αργότερα. Προς το παρόν, η είδηση είναι η ίδια η επιστροφή της: μια επιμελήτρια που έμαθε την Tate από μέσα, δοκιμάστηκε στη Νέα Υόρκη, άλλαξε το Dia και τώρα καλείται να δώσει νέο ρυθμό στον πιο ισχυρό θεσμό της βρετανικής τέχνης.
Αν η Tate χρειάζεται σήμερα κάτι, δεν είναι μόνο περισσότερους επισκέπτες ή μεγαλύτερες δωρεές. Χρειάζεται μια αφήγηση για το γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία. Η Τζέσικα Μόργκαν αναλαμβάνει ακριβώς εκεί: στο σημείο όπου ένα μουσείο πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να είναι ταυτόχρονα εθνικό, διεθνές, δημόσιο, ριζοσπαστικό και οικονομικά βιώσιμο.
Με στοιχεία από Guardian