Η στιγμή της αλήθειας ήρθε στο encore. Ύστερα από περισσότερες από δύο ώρες στη σκηνή, η Σελίν Ντιόν στεκόταν απέναντι στο «All By Myself», ένα από τα τραγούδια που απαιτούν ακριβώς όσα η ασθένειά της είχε θέσει υπό αμφισβήτηση: έλεγχο της αναπνοής, δύναμη, διάρκεια και εκείνη την τελευταία φωνητική κορύφωση που έχει γίνει σχεδόν συνώνυμη με την εκδοχή της από το 1996.
Η φωνή άντεξε. Στο περίφημο τελευταίο «anymore» η Ντιόν έμεινε για λίγο μόνη, χωρίς την ορχήστρα, άλλαξε ελαφρά την τελική νότα και ανέβηκε ψηλά πριν επιστρέψουν τα όργανα. Όταν τελείωσε, άφησε να φανεί σχεδόν κωμικά η ανακούφισή της. Το βράδυ του Σαββάτου, 12 Σεπτεμβρίου, στη Ναντέρ δεν επρόκειτο πια για μια εξαγγελία επιστροφής ή για μια μεμονωμένη εμφάνιση με ένα τραγούδι. Η Σελίν Ντιόν είχε μόλις ολοκληρώσει την πρώτη πλήρη συναυλία της εδώ και περισσότερο από έξι χρόνια.
Μπροστά σε περίπου 30.000 ανθρώπους στην Plenitude Arena, η 58χρονη τραγουδίστρια έδωσε ένα πρόγραμμα 25 τραγουδιών που κράτησε δύο ώρες και 15 λεπτά. Η τελευταία κανονική συναυλία της είχε γίνει στις 8 Μαρτίου 2020 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, λίγο πριν η πανδημία διακόψει την «Courage World Tour» και πολύ πριν η ίδια αποκαλύψει, το 2022, ότι πάσχει από το Σύνδρομο Δύσκαμπτου Ατόμου.
Η μεγάλη επιστροφή είχε φυσικά προηγούμενο: στις 26 Ιουλίου 2024 είχε εμφανιστεί στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού, τραγουδώντας το «Hymne à l’amour» της Εντίθ Πιαφ από τον Πύργο του Άιφελ. Εκείνη όμως ήταν μια σχεδόν μυθική τηλεοπτική στιγμή. Το βράδυ στη Ναντέρ έπρεπε να αποδειχθεί κάτι διαφορετικό: ότι μπορούσε να σταθεί ξανά για ολόκληρη συναυλία μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και, κυρίως, να το επαναλάβει άλλες 25 φορές.
Μπήκε στη σκηνή λίγο πριν από τις 9 το βράδυ, με μαύρο Dior, κομψό κότσο και ένα εντυπωσιακό κολιέ Boucheron. Δίπλα της, στο πιάνο, ήταν ο επί χρόνια μουσικός διευθυντής της Σκοτ Πράις. Το πρώτο τραγούδι ήταν το «On ne change pas». Η συγκίνηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
Η Ντιόν σταμάτησε για λίγο, καθώς το κοινό την αποθέωνε. Είπε ότι είχε υποσχεθεί στον εαυτό της πως δεν θα κλάψει και παραδέχθηκε, χαμογελώντας, ότι η υπόσχεση είχε ήδη αποτύχει. Ύστερα είπε αυτό που επί έξι χρόνια είχε μείνει μετέωρο: είχε υποσχεθεί ότι θα επιστρέψει και τώρα βρισκόταν πράγματι πάνω στη σκηνή.
Δεν ήταν όμως μια βραδιά χτισμένη αποκλειστικά πάνω στην εύκολη συγκίνηση του comeback. Η παραγωγή κράτησε σχετικά χαμηλά το επίπεδο της θεαματικής υπερβολής, τουλάχιστον με τα δεδομένα της Ντιόν. Ο σκηνογράφος Γουίλο Πέρον έστησε έναν χώρο με μεγάλους μονολιθικούς όγκους που παρέπεμπαν κάπου ανάμεσα σε Stonehenge και new-age σκηνικό, αφήνοντας το μεγαλύτερο μέρος του βάρους στη φωνή, στους μουσικούς και στο ίδιο το σώμα της τραγουδίστριας.
Στη σκηνή είχε μαζί της περίπου δώδεκα μουσικούς. Το πρόγραμμα στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα τραγούδια του Ζαν-Ζακ Γκολντμάν, του ανθρώπου που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον διαμόρφωσε τη γαλλόφωνη περίοδο της καριέρας της: «Destin», «Encore un soir», «Les Derniers seront les premiers», «J’irai où tu iras», «Ne bouge pas», «Dans un autre monde». Στο τέλος περίμεναν φυσικά τα «Pour que tu m’aimes encore» και «S’il suffisait d’aimer».
Ανάμεσά τους πέρασαν τα μεγάλα αγγλόφωνα τραγούδια —«Because You Loved Me», «The Power of Love», «My Heart Will Go On» αλλά και επιλογές που έδειχναν ότι η νέα παράσταση δεν σκοπεύει να γίνει απλώς μια βραδιά greatest hits. Το «I Feel Love» της Ντόνα Σάμερ άνοιξε ένα disco medley που έφτασε μέχρι το «Sweet Dreams (Are Made of This)» των Eurythmics, ενώ μια gospel ενότητα έφερε στη σκηνή 18 τραγουδιστές.
Υπήρξε ακόμη και όπερα. Για το «Ebben? Ne andrò lontana» από τη «La Wally» του Αλφρέντο Καταλάνι, άρια στενά συνδεδεμένη με τη Μαρία Κάλλας, η Ντιόν εμφανίστηκε με ροζ φτερά ενώ τεχνητό χιόνι έπεφτε στη σκηνή. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς άλλη ποπ σταρ που θα μπορούσε να μετακινηθεί στην ίδια συναυλία από Γκολντμάν σε Καταλάνι, από Ντόνα Σάμερ σε «Titanic», χωρίς η διαδρομή να μοιάζει εντελώς παράλογη.
Η φωνή δεν είναι ακριβώς η ίδια φωνή των προηγούμενων δεκαετιών και η παράσταση δεν προσποιείται το αντίθετο. Υπάρχει περισσότερη προσοχή, άλλος τρόπος να φτάνει στις κορυφώσεις, στιγμές όπου η ευθραυστότητα γίνεται αισθητή. Αυτό όμως έχει αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται σήμερα η Ντιόν. Εκεί όπου παλαιότερα η τεχνική υπεροχή μπορούσε να μοιάζει σχεδόν αδιαπέραστη, τώρα υπάρχει ένα στοιχείο κινδύνου: γνωρίζεις τι μπορεί να της κοστίζει κάθε φράση.
Γι’ αυτό και το «All By Myself» είχε βάρος πολύ μεγαλύτερο από τη δυσκολία μιας ψηλής νότας. Το τραγούδι, γραμμένο από τον Έρικ Κάρμεν πάνω σε θέμα από το Δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινοφ, βρίσκεται στο ρεπερτόριό της εδώ και τρεις δεκαετίες. Σήμερα ακούγεται σχεδόν αναγκαστικά διαφορετικά από μια γυναίκα που πέρασε χρόνια μακριά από το κοινό της και δεν γνώριζε αν θα μπορούσε να επιστρέψει.
Όμως αυτό που συνέβη στη Ναντέρ είναι μεγαλύτερο από μια ιστορία ανάρρωσης. Η Ντιόν δεν επέστρεψε με μια συμβατική περιοδεία. Έφερε στην Ευρώπη το μοντέλο που η ίδια βοήθησε όσο λίγοι να μεταμορφωθεί στο Λας Βέγκας: τη residency, τη μεγάλη σταρ που μένει σε μία πόλη και κάνει το κοινό να ταξιδεύει προς εκείνη.
Στο Caesars Palace, όπου εμφανίστηκε από το 2003 έως το 2007 και ξανά από το 2011 έως το 2019, το Colosseum χωρούσε περίπου 4.000 ανθρώπους. Στη Ναντέρ, η ίδια λογική εφαρμόζεται σε κλίμακα περίπου 30.000 θέσεων ανά βραδιά. Οι 16 συναυλίες του πρώτου κύκλου εκτείνονται έως τις 17 Οκτωβρίου και ακολουθούν άλλες δέκα τον Μάιο του 2027.
Συνολικά, περίπου 800.000 άνθρωποι αναμένεται να περάσουν από τη σειρά εμφανίσεων. Και αυτό έχει ήδη μετατρέψει την επιστροφή της Ντιόν σε γεγονός που ξεπερνά τη μουσική βιομηχανία. Ξενοδοχεία, εστιατόρια, καταστήματα, μεταφορές και τουριστικοί φορείς περιμένουν ένα κύμα επισκεπτών που θυμίζει περισσότερο μεγάλα αθλητικά γεγονότα παρά μια σειρά συναυλιών. Η Choose Paris Region έχει υπολογίσει τις πιθανές οικονομικές επιπτώσεις σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, ενώ σημαντικό μέρος του κοινού ταξιδεύει στη Γαλλία από το εξωτερικό.
Ήδη πριν από την πρώτη συναυλία, οι Galeries Lafayette είχαν στήσει pop-up αφιερωμένο στη Ντιόν, θαυμαστές περίμεναν καθημερινά έξω από το Royal Monceau όπου μένει και η γαλλική αγορά είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει τις εμφανίσεις σαν ένα μικρό οικοσύστημα cultural tourism. Η LiFO είχε ήδη καταγράψει αυτή την οικονομική διάσταση πριν ανοίξουν οι πόρτες της Arena.
Υπάρχει ακόμη μια παράξενη λεπτομέρεια που συνοψίζει το μέγεθος της σύγχρονης συναυλιακής βιομηχανίας. Η Plenitude Arena ο τεράστιος κλειστός χώρος στη Ναντέρ που πέρασε από ονόματα όπως Arena 92, U Arena και Paris La Défense Arenaανήκει πλέον στη Live Nation. Τις συναυλίες της Ντιόν, όμως, τις παράγει η ανταγωνίστρια AEG Presents. Το ίδιο το comeback είναι δηλαδή και μια άσκηση στη νέα οικονομία των παγκόσμιων live events: ένας καλλιτέχνης γίνεται προορισμός, μια πόλη γίνεται residency και η συναυλία γίνεται ταξίδι.
Η κλίμακα αυτή έχει βέβαια και το αντίστροφο κόστος της. Εκατοντάδες χιλιάδες μετακινήσεις προς μία πόλη, πολλές από αυτές αεροπορικές, σημαίνουν ότι το μοντέλο του music tourism που τόσο ενθουσιάζει την αγορά έχει και σοβαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η επιτυχία της Ντιόν δείχνει πόσο γρήγορα το μοντέλο της residency έχει μετακινηθεί από το «καταφύγιο» βετεράνων σταρ του Λας Βέγκας σε έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς της παγκόσμιας βιομηχανίας θεάματος.
Και κάπου εκεί η ιστορία επιστρέφει στη γυναίκα πάνω στη σκηνή. Στο πρώτο της βράδυ, η Ντιόν μπορούσε να είναι ταυτόχρονα η ποπ μηχανή που γεμίζει μια αρένα 30.000 θέσεων και η τραγουδίστρια που σταματά για λίγα δευτερόλεπτα επειδή την παίρνουν τα κλάματα. Μπορούσε να τραγουδά με gospel χορωδία, να εμφανίζεται μέσα σε τεχνητό χιόνι και λίγο αργότερα να περιμένει σχεδόν μαζί με το κοινό να δει αν θα φτάσει στην κορυφή του «All By Myself».
Η επιστροφή της Ντιόν είχε ανακοινωθεί τον Μάρτιο, τα εισιτήρια είχαν εξαντληθεί και το Παρίσι προετοιμαζόταν εδώ και μήνες. Το Σάββατο, όμως, τελείωσε η περίοδος των υποσχέσεων. Δεν «ετοιμάζεται να επιστρέψει» πια.
Επέστρεψε και, αν το σώμα της το επιτρέψει, αυτή η επιστροφή θα παίζεται τρεις βραδιές την εβδομάδα μπροστά σε μια μικρή πόλη ανθρώπων μέχρι την άνοιξη του 2027.
Με στοιχεία από Le Monde