Η σύγκρουση για το ρωσικό περίπτερο στη Μπιενάλε της Βενετίας περνά πλέον από την πολιτιστική αντιπαράθεση στη θεσμική αναμέτρηση.
Η Μπιενάλε ανακοίνωσε ότι θα αμφισβητήσει επισήμως την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποσύρει επιχορήγηση 2 εκατ. ευρώ, μετά την επιστροφή της Ρωσίας στη διοργάνωση για πρώτη φορά από την εισβολή στην Ουκρανία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προειδοποιήσει από την άνοιξη ότι η επανεμφάνιση της Ρωσίας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Τώρα, η περικοπή επιβεβαιώθηκε.
Η διοργάνωση απαντά ότι η απόφαση της ΕΕ δεν πλήττει το ρωσικό περίπτερο ούτε καν το εικαστικό σκέλος της Μπιενάλε. Σύμφωνα με τους οργανωτές, τα χρήματα αφορούσαν προγράμματα του κινηματογραφικού τμήματος, άσχετα με τη συμμετοχή της Ρωσίας στην έκθεση τέχνης. Με αυτή τη γραμμή, η Μπιενάλε υποστηρίζει ουσιαστικά ότι οι Βρυξέλλες τιμωρούν διαφορετικά πολιτιστικά έργα για μια απόφαση που ανήκει σε άλλο πεδίο της διοργάνωσης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, επιμένει ότι οι πολιτιστικές διοργανώσεις που χρηματοδοτούνται με χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων οφείλουν να υπερασπίζονται δημοκρατικές αξίες, την πολυφωνία και την ελευθερία της έκφρασης. Το επιχείρημα των Βρυξελλών είναι πως αυτές οι αξίες δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από την παρουσία ενός ρωσικού κρατικού περιπτέρου, την ώρα που η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία και κατηγορείται για συστηματική καταστολή στο εσωτερικό της.
Το ρωσικό περίπτερο επέστρεψε στη Μπιενάλε μετά από τετραετή απουσία. Η συμμετοχή του προκάλεσε αντιδράσεις ήδη πριν από τα εγκαίνια, με καλλιτέχνες, ακτιβιστές και ουκρανικούς φορείς να υποστηρίζουν ότι η παρουσία της Ρωσίας σε μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς σκηνές της σύγχρονης τέχνης λειτουργεί ως κανονικοποίηση της κρατικής προπαγάνδας. Η Μπιενάλε, αντίθετα, υπερασπίστηκε την απόφασή της επικαλούμενη την αυτονομία της τέχνης, τον πολιτιστικό διάλογο και την απόρριψη της λογοκρισίας.
Το περίπτερο δεν λειτουργεί πάντως σαν κανονική εθνική συμμετοχή. Μετά τις ημέρες των δημοσιογραφικών παρουσιάσεων, παραμένει κλειστό για το κοινό, ενώ οι επισκέπτες μπορούν να δουν προβολές στους εξωτερικούς του τοίχους και να ακούσουν μουσική από το εσωτερικό. Αυτή η σχεδόν φασματική παρουσία δηλαδή ένα περίπτερο που υπάρχει, αλλά δεν ανοίγει πραγματικά συμπυκνώνει όλη την ένταση της υπόθεσης.
Η αντιπαράθεση δεν είναι απλώς οικονομική. Τα 2 εκατ. ευρώ δεν απειλούν, σύμφωνα με τη Μπιενάλε, τη συνέχιση της διοργάνωσης. Το ερώτημα είναι πιο βαθύ: μπορεί η δημόσια πολιτιστική χρηματοδότηση να χρησιμοποιείται ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής; Και ποιος αποφασίζει πότε η ελευθερία του πολιτιστικού διαλόγου μετατρέπεται σε βιτρίνα για ένα κράτος που βρίσκεται σε πόλεμο;
Ακριβώς εκεί βρίσκεται το νέο βάρος της υπόθεσης. Η επιστροφή της Ρωσίας ήταν ήδη γνωστή. Η απειλή της ευρωπαϊκής περικοπής επίσης. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι η Μπιενάλε δεν αποδέχεται σιωπηλά την απόφαση, αλλά δηλώνει ότι θα διεκδικήσει τα δικαιώματά της ενώπιον των αρμόδιων αρχών. Μια σύγκρουση που ξεκίνησε από ένα εθνικό περίπτερο στους κήπους Τζαρντίνι γίνεται πλέον υπόθεση ανάμεσα σε έναν από τους ισχυρότερους πολιτιστικούς θεσμούς του κόσμου και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για τη Μπιενάλε, το διακύβευμα είναι η ανεξαρτησία της διοργάνωσης και η αρχή ότι η τέχνη δεν αποκλείεται με πολιτικά κριτήρια. Για την ΕΕ, το διακύβευμα είναι αν μπορεί να χρηματοδοτεί με ευρωπαϊκό χρήμα έναν θεσμό που δίνει χώρο σε ένα κράτος το οποίο έχει εισβάλει στην Ουκρανία.
Ανάμεσα στα δύο, η σύγχρονη τέχνη βρίσκεται ξανά εκεί όπου συχνά καταλήγει όταν η Ιστορία πιέζει: όχι έξω από την πολιτική, αλλά ακριβώς στο κέντρο της.
Με στοιχεία από Artnet News