Η
Η Σοφία Κόπολα είχε την Κίρστεν Ντανστ μπροστά στην κάμερά της. Η Έλινορ Κόπολα είχε τη Σοφία. Στα γυρίσματα της «Μαρίας Αντουανέτας», το 2005, η μητέρα της σκηνοθέτριας κατέγραφε μια άλλη ιστορία: την προσπάθεια της κόρης της να φτιάξει τον δικό της κόσμο στις Βερσαλλίες. Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας, εκείνες οι εικόνες επιστρέφουν στο «Making Marie Antoinette», το τελευταίο ντοκιμαντέρ της Έλινορ.
Η Έλινορ είχε γυρίσει σχεδόν 80 ώρες υλικού. Μητέρα και κόρη άρχισαν να το ξαναβλέπουν μαζί το 2020, στη διάρκεια της πανδημίας, στο οικογενειακό σπίτι στην Καλιφόρνια. Η Έλινορ ήθελε να το μετατρέψει σε ταινία, αλλά πέθανε το 2024, σε ηλικία 87 ετών, πριν προλάβει να την ολοκληρώσει. Η Σοφία συνέχισε το μοντάζ μαζί με τον Άαρον Μάθιους, με τη συμβολή δύο στενών φίλων της μητέρας της, της Ντάβια Νέλσον και της Λιζ Μπερντ. Από το αρχείο προέκυψε ένα ντοκιμαντέρ 86 λεπτών, με την Νταϊάν Λέιν να διαβάζει αποσπάσματα από τα ημερολόγια που κρατούσε τότε η Έλινορ.
Η παρουσία της Έλινορ δεν ακούγεται μόνο στη φωνή των ημερολογίων. Στην αρχή του ντοκιμαντέρ, η ίδια εμφανίζεται στιγμιαία μέσα στους καθρέφτες των Βερσαλλιών, με την κάμερα μπροστά στο πρόσωπό της. Είναι σχεδόν η ιδανική εικόνα για τη θέση της σε όλο το υλικό: βρίσκεται μέσα στον χώρο, αλλά στο περιθώριο του κάδρου, παρατηρώντας τους άλλους να φτιάχνουν την ταινία.
Για τη Σοφία, η επιστροφή σε εκείνο το υλικό δεν ήταν εξαρχής ευχάριστη. Έβλεπε μια νεότερη εκδοχή του εαυτού της: μια σκηνοθέτρια που ήξερε τι ήθελε, αλλά δεν είχε ακόμη τη σημερινή άνεση να το υπερασπιστεί. Η μητέρα της, αντί να αποφεύγει τις δύσκολες στιγμές, τις αναζητούσε. «Με έκανε να ανοιχτώ όπως δεν θα ανοιγόμουν σε κανέναν άλλον», έχει πει η Σοφία.
Η Έλινορ μπορούσε επίσης να της πει πράγματα που κανείς άλλος δεν θα τολμούσε τόσο εύκολα. Κάποια στιγμή παρατηρεί ότι όλες οι ταινίες που είχε γυρίσει μέχρι τότε η κόρη της αφορούσαν μοναχικά, προνομιούχα κορίτσια. Η Σοφία δεν δείχνει ακριβώς ενθουσιασμένη με τη διατύπωση. Η μικρή αυτή στιγμή είναι χαρακτηριστική της οικειότητας του ντοκιμαντέρ: η μητέρα δεν καταγράφει απλώς μια διάσημη σκηνοθέτρια στη δουλειά, αλλά το παιδί της και της μιλά σαν να μην υπάρχει συνεργείο γύρω τους.
Σήμερα η Σοφία βλέπει διαφορετικά αυτό που τότε της προκαλούσε αμηχανία. Αναγνωρίζει τις αντιστάσεις που συναντούσε και έναν νεότερο εαυτό που αναγκαζόταν να εξηγεί ξανά και ξανά αυτό που ήθελε. Ελπίζει ότι άλλες νέες σκηνοθέτριες θα αναγνωρίσουν κάτι δικό τους σε αυτή την προσπάθεια: την ανάγκη μιας γυναίκας να επαναλαμβάνει την άποψή της περισσότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν ένας άνδρας για να ακουστεί.
Το ντοκιμαντέρ δείχνει πόσο συγκεκριμένες μπορούσαν να γίνουν αυτές οι συγκρούσεις. Στη σκηνή του χορού μεταμφιεσμένων, η Κόπολα διαφωνεί με τον διευθυντή φωτογραφίας Λανς Άκορντ για ένα πλάνο από την οπτική γωνία του άνδρα που προορίζεται να γίνει εραστής της Μαρίας Αντουανέτας( τον υποδυόταν ο τότε σχεδόν άγνωστος Τζέιμι Ντόρναν.) Εκείνη δεν θέλει να μεταφέρει ξαφνικά την οπτική γωνία στον άνδρα. Η ταινία πρέπει να παραμείνει μέσα στην εμπειρία της Μαρίας.
Ανάλογη συζήτηση είχε προηγηθεί και με τον Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ο πατέρας της είχε προτείνει στο στάδιο του σεναρίου να δοθεί περισσότερος χώρος σε όσα συνέβαιναν με τον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄. Η Σοφία επέμεινε να μην το κάνει. Εκεί βρίσκεται ένα από τα πράγματα που σήμερα φαίνονται αυτονόητα στη «Μαρία Αντουανέτα»: η ιστορία δεν εγκαταλείπει τη νεαρή γυναίκα της για να εξηγήσει καλύτερα τους άνδρες γύρω της.
Σε άλλη στιγμή, ενώ καθοδηγεί την Κίρστεν Ντανστ για τη σκηνή όπου ο πρεσβευτής επιπλήττει τη βασίλισσα επειδή ενδιαφέρεται περισσότερο για τα μανίκια της παρά για μια διπλωματική κρίση, η Σοφία συνδέει τη στιγμή με δικές της εμπειρίες. Έχει χρειαστεί, λέει, να κάνει τους παραγωγούς να καταλάβουν ότι «δεν είναι ηλίθια». Η Έλινορ κρατά αυτή τη φράση μέσα στην ταινία, μαζί με τις πολύ μικρότερες ενδείξεις πίεσης που μόνο ένας κοντινός άνθρωπος μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει: τους πεσμένους ώμους, μια στιγμή εκνευρισμού στο πρόσωπο, την κόπωση που η Σοφία προσπαθεί να μη δείξει μπροστά στο συνεργείο.
Αυτό αποκτά μεγαλύτερο βάρος είκοσι χρόνια αργότερα, αν θυμηθεί κανείς την υποδοχή της ίδιας της «Μαρίας Αντουανέτας» το 2006. Η Κόπολα έχει κρατήσει αποκόμματα από τις τότε κριτικές και θυμάται τίτλους που αντιμετώπιζαν με περιφρόνηση ή συγκατάβαση την αισθητική της ταινίας. Όταν τα ξανακοίταξε πρόσφατα, πρόσεξε κάτι που δεν είχε συνειδητοποιήσει τότε: εκείνες οι αρνητικές κριτικές είχαν γραφτεί από άνδρες.
Το ροζ, τα γλυκά, τα φορέματα, η ποπ μουσική και η κοριτσίστικη ματιά είχαν εκληφθεί από μέρος της κριτικής σχεδόν ως απόδειξη επιπολαιότητας. Η ίδια θεωρεί ότι το κλίμα έχει αλλάξει. Το «girlish», όπως το αποκαλεί, μπορεί πλέον να γίνει δεκτό ως αισθητική γλώσσα και όχι αυτομάτως ως κάτι μικρότερο ή λιγότερο σοβαρό. Η ταινία που δίχασε τόσο έντονα όταν κυκλοφόρησε θεωρείται σήμερα μία από τις χαρακτηριστικότερες δημιουργίες της και η επίδρασή της εξακολουθεί να φαίνεται στη μόδα, στη φωτογραφία, στα μουσικά βίντεο και σε μια ολόκληρη μεταγενέστερη ποπ αισθητική.
Στις Βερσαλλίες, βέβαια, αυτός ο φαινομενικά ανάλαφρος παστέλ κόσμος απαιτούσε οτιδήποτε άλλο εκτός από ανεμελιά. Η Κόπολα επισκεπτόταν τους χώρους επί μήνες πριν αρχίσει το γύρισμα. Τα γυρίσματα στο κτήμα κράτησαν 19 ημέρες και περίπου 300 άνθρωποι εργάζονταν στην παραγωγή. Κοστούμια, περούκες, λουλούδια, φαγητά, φωτισμός και εκατοντάδες μικρές λεπτομέρειες έπρεπε να οργανωθούν ώστε όλος αυτός ο μηχανισμός να μη φαίνεται ποτέ στην οθόνη.
Μόνο για τη Μαρία Αντουανέτα, η Μιλένα Κανονέρο είχε δημιουργήσει 72 διαφορετικά φορέματα. Η τελειομανία του ενδυματολογικού τμήματος μπορούσε να κοστίσει πολύτιμο χρόνο από ένα ήδη πιεσμένο πρόγραμμα γυρισμάτων. Μία από τις ιστορίες που θυμούνται οι άνθρωποι των Βερσαλλιών αφορά μια περούκα που χάλασε στη διάρκεια μιας νυχτερινής προετοιμασίας και το μικρό καράβι που τη στόλιζε έπεσε. Έπρεπε να επισκευαστεί πριν συνεχιστεί η δουλειά.
Αλλά η κάμερα της Έλινορ ενδιαφέρεται εξίσου για όσα συμβαίνουν όταν όλη αυτή η μεγαλοπρέπεια σταματά για λίγο να παίζει τον ρόλο της. Καταγράφει δεκάδες κομπάρσους στη σειρά για μαλλιά και μακιγιάζ στους διαδρόμους των Βερσαλλιών. Πλησιάζει τα σύγχρονα αθλητικά παπούτσια που ξεπροβάλλουν κάτω από απολύτως σωστά φορέματα του 18ου αιώνα. Κοιτάζει τα πράγματα που την κάνουν να γελά ή να σταματά για λίγο.
Ο Τζέισον Σουόρτσμαν σκοτώνει τον χρόνο ανάμεσα στις λήψεις παίζοντας ποπ τραγούδια στο τσέμπαλο. Η Ασία Αρτζέντο διαβάζει τις παλάμες των ανθρώπων γύρω της. Οι κομπάρσοι κάθονται με τις περούκες τους, μιλούν στα κινητά και καπνίζουν. Για λίγα λεπτά, οι Βερσαλλίες δεν είναι ούτε ιστορικό μνημείο ούτε κινηματογραφικό όνειρο αλλά ένας χώρος εργασίας γεμάτος ανθρώπους που περιμένουν να ξαναρχίσει η λήψη.
Παράλληλα με την Έλινορ, ένα δεύτερο αρχείο των γυρισμάτων δημιουργούσε ο φωτογράφος Άντριου Ντάραμ, παλιός φίλος και συνεργάτης της Κόπολα. Οι φωτογραφίες του συγκεντρώνονται τώρα σε ομώνυμο βιβλίο, επίσης με τίτλο «Making Marie Antoinette». Δείχνουν ακριβώς αυτή την άλλη ζωή της παραγωγής: την Κίρστεν Ντανστ και τον Τζέισον Σουόρτσμαν έξω από τους ρόλους τους, κομπάρσους με περούκες στο διάλειμμα, μικρά κινητά τηλέφωνα δίπλα σε φορέματα εποχής, τη Σοφία την ώρα που δουλεύει.
Η ταινία γυρίστηκε δύο χρόνια πριν εμφανιστεί το πρώτο iPhone. Ο Ντάραμ παρατηρεί ότι, αν το ίδιο πλατό υπήρχε λίγα χρόνια αργότερα, η καθημερινότητά του πιθανότατα θα καταγραφόταν αδιάκοπα στα social media. Αντί γι’ αυτό, μεγάλο μέρος της ζωής των γυρισμάτων έμεινε αθέατο. Οι φωτογραφίες του και το βίντεο της Έλινορ λειτουργούν σήμερα και ως αρχείο μιας εποχής του κινηματογράφου λίγο πριν κάθε παρασκήνιο μετατραπεί σε περιεχόμενο.
Η ίδια η «Μαρία Αντουανέτα» είχε εξαρχής την πρόθεση να μικρύνει την απόσταση ανάμεσα σε μια ιστορική ταινία και στο παρόν. Τα περίφημα Converse που εμφανίζονται για μια στιγμή στην οθόνη μπήκαν αυθόρμητα στο πλάνο. Ο Ρόμαν Κόπολα, που είχε αναλάβει τη δεύτερη μονάδα, θυμάται ότι το μικρό αυτό αστείο συμπύκνωνε μια βασική ιδέα: κάτω από τα κοστούμια και τις περούκες βρίσκονταν νέοι άνθρωποι. Η εποχή έπρεπε να παραμένει ορατή χωρίς να απομακρύνει από τον θεατή τις επιθυμίες, την πλήξη και την αμηχανία τους.
Στο τέλος των γυρισμάτων, πάντως, η Σοφία έχει εξαντληθεί. Μπροστά στην κάμερα της μητέρας της παραδέχεται ότι της άρεσε η εμπειρία μιας τόσο μεγάλης παραγωγής, αλλά ότι δεν θέλει να την ξαναζήσει: από εδώ και πέρα, λέει, θα κάνει μικρότερες και απλούστερες ταινίες και δεν σκοπεύει να επιστρέψει σε ταινία εποχής. Δεν κράτησε ακριβώς την υπόσχεση, ακολούθησαν αργότερα το «The Beguiled» και το «Priscilla».
Η Έλινορ Κόπολα ήξερε καλά τη διαφορά ανάμεσα σε μια ολοκληρωμένη ταινία και στην αβεβαιότητα του γυρίσματος. Είχε καταγράψει τα ταραχώδη γυρίσματα του «Αποκάλυψη Τώρα» στις Φιλιππίνες. Από εκείνο το υλικό γεννήθηκε το «Hearts of Darkness: A Filmmaker’s Apocalypse», το ντοκιμαντέρ που συνυπέγραψε και το οποίο παραμένει ένα από τα γνωστότερα χρονικά της δημιουργίας μιας ταινίας.
Η δική της καλλιτεχνική διαδρομή, όμως, δεν περιορίστηκε στην παρατήρηση του συζύγου και της κόρης της. Ήταν εικαστικός, φωτογράφος και σκηνοθέτρια και, στα 80 της, γύρισε την πρώτη της ταινία μυθοπλασίας, «Το Παρίσι Μπορεί να Περιμένει», με πρωταγωνίστρια την Νταϊάν Λέιν την ηθοποιό που τώρα δανείζει τη φωνή της στα ημερολόγια του τελευταίου της ντοκιμαντέρ.
Η Σοφία έχει περιγράψει και μια λιγότερο θεαματική αλλά καθοριστική πλευρά αυτής της κληρονομιάς. Η μητέρα της τής χάριζε μία φωτογραφία σε κάθε γενέθλια. Μια εικόνα του Μπιλ Όουενς, που η Σοφία είχε προσέξει σε έκθεση, έγινε η αρχή μιας μικρής προσωπικής συλλογής και μιας σχέσης με τη φωτογραφία που επηρέασε αργότερα τον τρόπο με τον οποίο προετοιμάζει τις ταινίες της. Τα πλατό του πατέρα της ήταν το κινηματογραφικό της σχολείο· η μητέρα της τής έμαθε έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζει.
Της έμαθε επίσης, όπως έχει πει η ίδια, ότι μπορούσε να διευθύνει χωρίς να φωνάζει. Σε άλλη συνέντευξη η Σοφία αναγνώρισε ανάμεσά τους μια σειρά μικρότερων συγγενειών: την αγάπη για τα υφάσματα και το χαρτί, την περιέργεια για το πώς φτιάχνονται τα πράγματα, την ευχαρίστηση της παρατήρησης. Για ένα μόνο χάρισμα της μητέρας της αστειεύτηκε ότι δεν το είχε κληρονομήσει: το σχεδόν αφύσικα σταθερό χέρι με το οποίο κρατούσε την κάμερα.
Η εικοστή επέτειος έφερε μαζί της μια ολόκληρη επιστροφή στη «Μαρία Αντουανέτα». Εκτός από το ντοκιμαντέρ και το βιβλίο του Ντάραμ, η ταινία επιστρέφει στις αίθουσες σε αποκατεστημένη κόπια. Από τις 22 Σεπτεμβρίου έως τις 24 Ιανουαρίου, το Μικρό Τριανόν στις Βερσαλλίες θα φιλοξενήσει επίσης έκθεση που σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τη Σοφία Κόπολα.
Θα παρουσιαστούν αυθεντικά κοστούμια της Μιλένα Κανονέρο, παπούτσια του Μανόλο Μπλάνικ, αντικείμενα από τα γυρίσματα, storyboards, σχολιασμένα σενάρια, φωτογραφίες από το πλατό και σχέδια των σκηνικών. Αποσπάσματα της ταινίας θα προβάλλονται μέσα στα ίδια δωμάτια όπου γυρίστηκαν. Οι κινηματογραφικές Βερσαλλίες θα επιστρέψουν, για λίγους μήνες, μέσα στις πραγματικές.
Το «Making Marie Antoinette» θα παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης στις 29 και 30 Σεπτεμβρίου, με συζητήσεις μετά τις προβολές, και θα ακολουθήσουν ακόμη δύο προβολές, την 1η και την 11η Οκτωβρίου. Η MUBI θα το κυκλοφορήσει στις αμερικανικές αίθουσες στις 23 Οκτωβρίου και θα το διαθέσει διεθνώς στην πλατφόρμα της από τις 6 Νοεμβρίου.
Η Έλινορ είχε κρατήσει την εικόνα της κόρης της την ώρα που εκείνη έφτιαχνε έναν κόσμο. Είκοσι χρόνια αργότερα, η Σοφία ολοκλήρωσε την κίνηση από την άλλη πλευρά της κάμερας: φρόντισε η τελευταία ταινία της μητέρας της να μη μείνει στο αρχείο.
με στοιχεία από The Hollywood Reporter, Mubi