Η Martine Gutierrez έχει χτίσει μεγάλο μέρος της δουλειάς της πάνω στην εικόνα του εαυτού της. Στο Wunderkind, όμως, επιστρέφει σε κάτι ακόμη πιο πρωταρχικό: στο παιδί που έπαιζε, ζωγράφιζε, ντυνόταν, φαντασιωνόταν, κατασκεύαζε κόσμους πριν καν ξέρει ποιο όνομα θα δώσει σε όλα αυτά.
Η νέα έκθεση της Γκουτιέρες στο Huis Marseille του Άμστερνταμ παρουσιάζεται ως η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα έκθεση της δουλειάς της και συγκεντρώνει υλικό από ολόκληρη τη ζωή της. Δεν είναι μια απλή αναδρομή. Είναι μια επιστροφή στο παιδικό αρχείο, στα αντικείμενα, στις ζωγραφιές, στις κούκλες, στα βίντεο και στις εικόνες που δείχνουν πώς η ταυτότητα αρχίζει να σχηματίζεται πολύ πριν γίνει πολιτική δήλωση ή καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Ένα από τα πρώτα έργα που περιγράφονται από την έκθεση είναι το Mom’s Refrigerator: ένα ψυγείο γεμάτο παιδικές ζωγραφιές, καρδιές, γοργόνες, ευχές, μικρές δηλώσεις αγάπης προς τη μητέρα. Δίπλα του, ένα φόρεμα με παγιέτες, μια γάτα που περνά σαν φάντασμα, ένα δωμάτιο που μοιάζει οικείο ακόμη κι αν δεν είναι δικό μας. Η Γκουτιέρες μετατρέπει το σπίτι σε πρώτη γκαλερί και τη μητέρα της σε πρώτη θεατή, συλλέκτρια και αρχειονόμο.
Η ίδια λέει ότι το Wunderkind είναι, σε μεγάλο βαθμό, ένας φόρος τιμής στη μητέρα της, που κράτησε σχεδόν όλα όσα έφτιαχνε από παιδί. Αν το Indigenous Woman, το μεγάλο καλλιτεχνικό βιβλίο και περιοδικό της που ανέδειξε την καταγωγή της από τους Μάγια, ήταν ένα έργο για τον πατέρα της, το Wunderkind είναι ένα έργο για τη μητέρα της. Και κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο μια μητέρα μπορεί να σώσει το αρχείο ενός παιδιού πριν το ίδιο καταλάβει ότι το έχει ανάγκη.
Η Γκουτιέρες έγινε γνωστή για έργα στα οποία χρησιμοποιεί το πρόσωπο και το σώμα της για να εξερευνήσει ταυτότητα, φύλο, φυλή, επιθυμία, καταγωγή και κατασκευή εικόνας. Στο Wunderkind, όμως, το βλέμμα μετακινείται. Υπάρχουν ακόμη αυτοπορτρέτα, αλλά η ίδια δεν είναι πάντα παρούσα με το σώμα της. Είναι παρούσα μέσα από τα πράγματα που τη διαμόρφωσαν: την παιδική κάμερα, τις κούκλες, τις στολές, τα παραμύθια, τα δωμάτια, τις γοργόνες, τα σημάδια μιας φαντασίας που ήδη έψαχνε σώμα.
Η έκθεση γεννήθηκε σε μια περίοδο πένθους και επανεκκίνησης. Μετά από μια έντονη περίοδο υποκριτικής, με συμμετοχές σε παραγωγές όπως τα Fantasmas, Problemista και Los Espookys του Julio Torres, η Γκουτιέρες ήθελε να επιστρέψει στη δική της καλλιτεχνική πρακτική. Το 2025 τιμήθηκε με υποτροφία Γκούγκενχαϊμ και άρχισε να δουλεύει πάνω σε αυτό που θα γινόταν το Wunderkind.
Η αφετηρία, όπως λέει, ήταν η επιθυμία να ανοίξει το αρχείο μιας ολόκληρης ζωής. Η γέννησή της είχε καταγραφεί σε VHS από τον πατέρα της. Η μητέρα της έβλεπε το βίντεο κάθε χρόνο στα γενέθλιά της. Η ίδια δεν ήξερε καν ότι υπήρχε. Από εκεί ξεκίνησε μια διαδικασία επιλογής: τι ανήκει στην προσωπική μνήμη, τι μπορεί να γίνει έργο, τι μπορεί να μοιραστεί χωρίς να προδοθεί.
Στην καρδιά της έκθεσης υπάρχει η ιδέα ότι η αυτοεικόνα αρχίζει πολύ νωρίς. Η Γκουτιέρες μιλά για το πώς ο έλεγχος της εικόνας της γεννήθηκε από την αίσθηση ότι δεν την έβλεπαν όπως έβλεπε η ίδια τον εαυτό της. Αυτό δεν αφορά μόνο τα τρανς σώματα, αν και για εκείνη έχει προφανώς βαθύ βάρος. Αφορά κάθε άνθρωπο που ένιωσε κάποτε ότι η εικόνα του στα μάτια των άλλων ήταν λάθος.
Οι κούκλες, τα παιχνίδια και οι παιδικές φαντασιώσεις δεν παρουσιάζονται εδώ ως αθώα αντικείμενα. Είναι εργαλεία. Μικρές δοκιμές του εαυτού. Τρόποι να επινοήσεις μια μορφή όταν ακόμη δεν έχεις λέξεις. Η Γκουτιέρες μιλά για τη γοητεία της με τις γοργόνες, τη Μικρή Γοργόνα, τα παραμύθια, τις πριγκίπισσες που είχαν «δικό τους μυαλό», τη Μουλάν, τη Γιασμίν, την Ποκαχόντας. Όχι επειδή θέλει να κάνει εύκολη νοσταλγία, αλλά επειδή εκεί αναγνωρίζει μια πρώτη γλώσσα μεταμόρφωσης.
Η φράση της για το ασχημόπαπο είναι αποκαλυπτική: έπρεπε να «φανερώσει τον κύκνο». Δεν περίμενε να εμφανιστεί μόνος του. Έπρεπε να πείσει τον κόσμο ότι ήταν ήδη εκεί. Σε αυτή τη φράση χωρά μεγάλο μέρος της δουλειάς της: η εικόνα δεν είναι ψέμα, είναι εργασία. Δεν είναι επιφάνεια, είναι διεκδίκηση.
Το Wunderkind είναι επίσης ένα έργο για τη μητέρα ως μάρτυρα. Η μητέρα της Γκουτιέρες, όπως λέει η καλλιτέχνιδα, ήταν πάντα το κοινό της, η πρώτη που έβλεπε, φύλαγε, ενθάρρυνε. Στην έκθεση βρίσκεται παντού, ακόμη και όταν δεν εμφανίζεται. Στο ψυγείο, στο παιδικό δωμάτιο, στα κουτιά με στολές, στα σχέδια, στις μνήμες του σπιτιού. Η Γκουτιέρες ήθελε να κάνει την έκθεση τώρα, πριν να είναι αργά, για να τη ζήσει μαζί της.
Γι’ αυτό το Wunderkind μοιάζει τόσο προσωπικό. Δεν είναι μια έκθεση που απλώς λέει ότι «η ταυτότητα είναι επιτέλεση». Αυτό το ξέρουμε πια. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι δείχνει πως η επιτέλεση αρχίζει πριν από τη σκηνή, πριν από την κάμερα, πριν από το καλλιτεχνικό σύστημα. Αρχίζει στο παιδικό δωμάτιο, στο παιχνίδι, στην επιθυμία να μοιάσεις με κάτι που ακόμη δεν ξέρεις αν επιτρέπεται να είσαι.
Η Martine Gutierrez δεν ψάχνει εδώ μόνο την τρανς ταυτότητα. Ψάχνει την προϊστορία κάθε αυτοεφεύρεσης. Εκεί όπου το παιδί δοκιμάζει ρόλους, πρόσωπα, φωνές, εικόνες και σώματα, χωρίς να ξέρει ακόμη ότι αυτό κάποτε θα λέγεται τέχνη.
Με στοιχεία από V Magazine, Huis Marseille