Η 83η Μόστρα της Βενετίας θα ανοίξει με μια ταινία για τη στιγμή που το έντυπο ταμπλόιντ άρχισε να μοιάζει με προφητεία του σημερινού διαδικτύου. Το Ink του Ντάνι Μπόιλ, με τον Γκάι Πιρς στον ρόλο του Ρούπερτ Μέρντοχ και τον Τζακ Ο’Κόνελ στον ρόλο του Λάρι Λαμπ, θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στις 2 Σεπτεμβρίου, στη Sala Grande του Palazzo del Cinema, και θα συμμετάσχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του φεστιβάλ.
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Τζέιμς Γκράχαμ και επιστρέφει στο 1969, όταν ο Μέρντοχ αγόρασε τη βρετανική εφημερίδα The Sun και ανέθεσε στον Λάρι Λαμπ να τη μεταμορφώσει. Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν απλώς μια επιτυχημένη εκδοτική κίνηση. Ήταν η γέννηση μιας νέας μηχανής λαϊκής ενημέρωσης, σκανδάλου, πολιτισμικής πρόκλησης και εμπορικού ενστίκτου, που θα έκανε τη Sun τη μεγαλύτερη σε πωλήσεις εφημερίδα στον κόσμο.
Ο Μπόιλ περιγράφει την ιστορία ως κάτι που συνέβη πολύ πριν από το Fox News, το clickbait, το Truth Social, το Twitter, το Facebook, την Google ή το OnlyFans. Αυτή ακριβώς είναι και η δύναμη του θέματος. Το Ink δεν κοιτάζει απλώς τη βρετανική δημοσιογραφία του τέλους της δεκαετίας του ’60. Κοιτάζει την πρώτη ύλη μιας εποχής όπου η πληροφορία έπαψε να είναι μόνο ενημέρωση και έγινε θέαμα, ταυτότητα, πρόκληση, θυμός και προϊόν.
Η Sun του Μέρντοχ και του Λαμπ δεν πούλησε μόνο ειδήσεις. Πούλησε τόνο, ένστικτο, λαϊκότητα, σεξ, φόβο, αντιελιτισμό και επιθετική αμεσότητα. Έμαθε να μιλά σε ένα κοινό που ένιωθε ότι οι παραδοσιακές εφημερίδες δεν το έβλεπαν, αλλά το έκανε με όρους που θα άλλαζαν για πάντα τη σχέση ανάμεσα στον Τύπο, την πολιτική και την αγορά. Εκεί βρίσκεται και το σημερινό ενδιαφέρον της ταινίας: η tabloid κουλτούρα δεν ήταν απλώς ένα βρετανικό φαινόμενο. Ήταν ένα εργαστήριο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί μεγάλο μέρος της δημόσιας σφαίρας σήμερα.
Το έργο του Γκράχαμ είχε πρωτοπαρουσιαστεί στο Λονδίνο το 2017 και μεταφέρθηκε στο Broadway το 2019, όπου απέσπασε υποψηφιότητες και βραβεία Tony. Ο ίδιος έχει πει ότι άρχισε να γράφει την ιστορία πολύ πριν από τον Τραμπ και πολύ πριν από το Brexit, αλλά ήθελε να πιάσει κάτι που ήδη υπήρχε στον αέρα: τον λαϊκισμό ως ύφος, ως στρατηγική και ως τρόπο να ξαναγραφτεί η σχέση ανάμεσα στα μέσα και στο κοινό τους.
Η επιλογή της Βενετίας να ανοίξει με το Ink δίνει στην ταινία μεγαλύτερο βάρος από ένα απλό βιογραφικό δράμα για έναν μεγιστάνα των media. Ο Ρούπερτ Μέρντοχ δεν είναι μόνο ένα πρόσωπο της εκδοτικής ιστορίας. Είναι μια ολόκληρη υποδομή εξουσίας, από τις εφημερίδες μέχρι την τηλεόραση και από τη λαϊκή κουλτούρα μέχρι την πολιτική επιρροή. Το να ξεκινά η Μόστρα με μια ταινία για τη γέννηση αυτής της μηχανής μοιάζει λιγότερο με νοσταλγική επιστροφή στο 1969 και περισσότερο με σχόλιο πάνω στο παρόν.
Στο καστ συμμετέχει και η Κλερ Φόι, ενώ το φιλμ σηματοδοτεί την πρώτη φορά που ο Μπόιλ ανοίγει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Ο σκηνοθέτης έχει βρεθεί πολλές φορές στην Μπιενάλε, αλλά χαρακτήρισε αυτή την επιλογή το «βάπτισμά» του στο κινηματογραφικό φεστιβάλ.
Το Ink μοιάζει με ιδανικό άνοιγμα για μια εποχή που ξαναρωτά τι ακριβώς είναι τα media: ενημέρωση, ψυχαγωγία, πολιτική τεχνολογία ή μηχανή παραγωγής θυμού. Πριν από το feed, πριν από τα social media, πριν από τις πλατφόρμες και τα viral ψέματα, υπήρχε ήδη μια εφημερίδα που είχε καταλάβει ότι το κοινό δεν αγοράζει μόνο γεγονότα. Αγοράζει ένταση, αναγνώριση και την αίσθηση ότι κάποιος μιλάει στη θέση του.
Με στοιχεία από Reuters και La Biennale.