Στις φωτογραφίες του Sunil Gupta, η κουίρ ζωή δεν ζητά άδεια για να υπάρξει. Στέκεται στον δρόμο, κοιτάζει τον φακό, κυκλοφορεί σε πόλεις, δωμάτια, κήπους, πάρτι, σώματα και σχέσεις που η επίσημη κοινωνία συχνά προτιμούσε να μη βλέπει. Η κάμερά του, εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες, δεν καταγράφει απλώς ανθρώπους. Καταγράφει το δικαίωμα να φαίνεσαι.
Η μεγάλη αναδρομική Sunil Gupta: Life with a Camera, 1970 to Now ανοίγει στο Kettle’s Yard στις 19 Σεπτεμβρίου και παρουσιάζει τη διαδρομή ενός φωτογράφου που έζησε και δούλεψε ανάμεσα σε ηπείρους, νόμους, κοινότητες και κρίσεις. Ινδός, κουίρ και οροθετικός, με ζωή ανάμεσα στην Ινδία, τον Καναδά, τη Νέα Υόρκη και τη Βρετανία, ο Gupta χρησιμοποίησε τη φωτογραφία ως αρχείο ορατότητας αλλά και ως τρόπο επιβίωσης.
Στη σειρά Christopher Street του 1976, η Νέα Υόρκη εμφανίζεται ως τόπος δημόσιας κουίρ παρουσίας. Άντρες περπατούν, κοιτάζονται, φλερτάρουν, δείχνουν τον εαυτό τους στο φως της ημέρας. Για τον Gupta, αυτή η εικόνα είχε τεράστια σημασία: μια γκέι κοινότητα που δεν κρυβόταν μόνο στη νύχτα, αλλά μπορούσε να υπάρχει δημόσια, σχεδόν σαν καθημερινή παρέλαση.
Όταν επέστρεψε στη Βρετανία, η αντίθεση ήταν απότομη. Δεν υπήρχε αντίστοιχη Christopher Street, ούτε η ίδια ορατότητα μέσα στη μέρα. Οι άνθρωποι γύριζαν ξανά στην ντουλάπα και η κουίρ ζωή έπρεπε να διαπραγματεύεται συνεχώς τι μπορούσε να φανεί, πού και με ποιο κόστος. Από εκεί και μετά, το έργο του Gupta κινείται συχνά πάνω σε αυτό το όριο: ανάμεσα στην επιθυμία να φανείς και στους νόμους, τους θεσμούς ή τους φόβους που προσπαθούν να σε εξαφανίσουν.
Η δεκαετία του AIDS άλλαξε βαθιά τη δουλειά του. Ο Gupta είχε ήδη συνεργαστεί με την Tessa Boffin στην έκθεση Ecstatic Antibodies: Resisting the AIDS Mythology το 1990, σε μια εποχή όπου πολλοί επιμελητές και θεσμοί δίσταζαν ακόμη και να ανοίξουν τη συζήτηση. Η δική του διάγνωση με HIV τον οδήγησε, όπως έχει πει, σε μια περίοδο σιωπής και ακινησίας. Η επιστροφή του στον σκοτεινό θάλαμο έγινε ένα είδος προσωπικής θεραπείας: ένας τρόπος να ξαναπιάσει το σώμα του μέσα από την εικόνα.
Αργότερα, στην Ινδία, το θέμα της ορατότητας έγινε ξανά πολιτικό, αλλά με άλλους όρους. Σε σειρές όπως το Exiles και το Mr Malhotra’s Party, οι φωτογραφίες του Gupta επιμένουν σε πρόσωπα που κοιτούν ευθεία τον θεατή. Δεν είναι κρυφές εικόνες μιας μυστικής ζωής. Είναι πορτρέτα ανθρώπων που μπαίνουν στο κέντρο του κάδρου, σε μια χώρα όπου οι νόμοι και η κοινωνική πίεση περιόριζαν ακόμη βίαια τη δημόσια κουίρ ύπαρξη.
Αυτή η άρνηση να κοιτάξει αλλού βρίσκεται στον πυρήνα της φωτογραφίας του. Ο Gupta δεν φωτογραφίζει την κουίρ ζωή ως περιθώριο, αλλά ως ιστορία, σχέση, σώμα, επιθυμία, πολιτική και καθημερινότητα. Οι εικόνες του είναι συχνά τρυφερές, αλλά δεν είναι ήπιες. Είναι ρομαντικές, αλλά όχι αθώες. Ξέρουν ότι το να σε βλέπουν μπορεί να είναι δικαίωμα, κίνδυνος, έκθεση και λύτρωση ταυτόχρονα.
Η αναδρομική στο Kettle’s Yard έρχεται να δείξει αυτό ακριβώς το εύρος: από φίλους και εραστές στο Μόντρεαλ μέχρι τη δημόσια κουίρ ζωή της Νέας Υόρκης, από τη Βρετανία της Section 28 μέχρι το Δελχί, από το AIDS μέχρι τη σημερινή τρανς ορατότητα. Ο Gupta επιμένει ότι η κουίρ ιστορία δεν κινείται σε καθαρές, χωρισμένες γραμμές. Οι τρανς άνθρωποι, λέει, ήταν πάντα εδώ — και παραμένουν από τους πιο ευάλωτους.
Στο τέλος, το έργο του δεν ζητά απλώς να θυμηθούμε ότι υπήρξαν κουίρ ζωές σε δύσκολες εποχές. Ζητά να τις κοιτάξουμε με την ένταση που κοίταξαν κι εκείνες πίσω. Για τον Sunil Gupta, η φωτογραφία δεν ήταν ποτέ μόνο αισθητική. Ήταν ένας τρόπος να πει: ήμασταν εδώ, είμαστε εδώ, και δεν πρόκειται να εξαφανιστούμε.
Με στοιχεία από Dazed, Kettle’s Yard