Το sublime δεν βρίσκεται πια μόνο σε καταιγίδες, παγετώνες, ηφαίστεια και άγρια τοπία. Μπορεί να βρίσκεται και σε μια βιτρίνα γεμάτη donuts, σε μια αγορά με κρέατα που κρέμονται στη σειρά, σε δίσκους φαγητού που επαναλαμβάνονται μέχρι να πάψουν να μοιάζουν με γεύμα και να γίνουν σύστημα.
Αυτός είναι ο κόσμος του Oscar Oiwa στη νέα του έκθεση The Supplemental Sublime, που παρουσιάζεται στην GOCA by Garde, στην Τσέλσι της Νέας Υόρκης, από τις 3 Σεπτεμβρίου έως τις 3 Οκτωβρίου. Η έκθεση συγκεντρώνει τριάντα χρόνια δουλειάς γύρω από ένα θέμα που φαίνεται καθημερινό, αλλά στον Oiwa ανοίγει προς κάτι πολύ μεγαλύτερο: το φαγητό ως μνήμη, αγορά, επιθυμία, υπερκατανάλωση και παγκόσμια αλυσίδα.
Ο Oiwa δεν ζωγραφίζει απλώς φαγητά. Ζωγραφίζει την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που βάζουμε στο στόμα μας και σε όλα όσα κρύβονται πίσω του: γη, εργασία, νερό, καύσιμα, μεταφορές, διαφήμιση, συσκευασία, κεφάλαιο, συνήθεια. Η μπουκιά είναι ιδιωτική. Το σύστημα που την κάνει δυνατή είναι σχεδόν αδύνατο να το δεις ολόκληρο.
Στην έκθεση παρουσιάζονται νέες μεγάλες ελαιογραφίες του 2026, μαζί με παλαιότερα έργα που φτάνουν πίσω στη δεκαετία του ’90. Τίτλοι όπως Donut’s Shop, U.N. Meat Market, Air Food, Candy Farm, Boba Recycle Center, Wagashi Hatake, Chinese Restaurant και NY Breakfast δείχνουν το εύρος αυτού του κόσμου: το γλυκό, το βιομηχανικό, το τοπικό, το μεταναστευτικό, το υπερβολικό, το πρόχειρο, το νοσταλγικό και το παγκοσμιοποιημένο κάθονται στο ίδιο τραπέζι.
Η έννοια του sublime, που από τον 18ο αιώνα συνδέθηκε με την εμπειρία όπου η ομορφιά και ο τρόμος συναντιούνται, μεταφέρεται εδώ αλλού. Όχι στη φύση που σε ξεπερνά, αλλά στην αφθονία που σε καταπίνει. Στους πίνακες του Oiwa, το φαγητό πρώτα σε δελεάζει. Μετά αρχίζει να βαραίνει. Η απόλαυση παραμένει πραγματική, αλλά κάτω από την επιφάνεια εμφανίζεται κάτι ανήσυχο: εθισμός, περίσσευμα, σπατάλη, κόστος, εξάρτηση από ένα σύστημα που υπόσχεται ατελείωτες επιλογές και παράγει διαρκώς νέα έλλειψη.
Ο ίδιος ο καλλιτέχνης έχει ζήσει ανάμεσα σε διαφορετικές κουλτούρες φαγητού. Γεννήθηκε στο Σάο Πάολο από Ιάπωνες μετανάστες, σπούδασε αρχιτεκτονική, έζησε για χρόνια στο Τόκιο και από το 2002 έχει βάση τη Νέα Υόρκη. Αυτές οι μετακινήσεις δεν εμφανίζονται στην έκθεση ως απλή βιογραφική σημείωση. Γίνονται τρόπος θέασης. Το φαγητό δεν είναι ποτέ μόνο γεύση· είναι τόπος, μνήμη, εμπόριο, μετάφραση, απώλεια και προσαρμογή.
Γι’ αυτό και οι πίνακές του δεν θρηνούν κάποια χαμένη «καθαρή» κουλτούρα. Το φαγητό πάντα ταξίδευε, άλλαζε, ανακατευόταν, γινόταν εμπόρευμα και ξανά προσωπική ανάμνηση. Το θέμα είναι τι συμβαίνει όταν αυτή η μετακίνηση γίνεται τόσο μεγάλη, τόσο γρήγορη και τόσο αόρατη ώστε η καθημερινή αφθονία να αρχίζει να μοιάζει με απειλή.
Στα έργα του, τα donuts δεν είναι απλώς donuts, τα γλυκά δεν είναι μόνο γλυκά, το κρέας δεν είναι μόνο κρέας. Είναι εικόνες ενός κόσμου που έχει μάθει να μετατρέπει τα πάντα σε προσφορά, επιθυμία και ράφι. Το φαγητό, το πιο κοντινό πράγμα στο σώμα, γίνεται ένας τρόπος να φανεί το μακρινό: οι αλυσίδες τροφοδοσίας, οι πόλεις, η κατανάλωση, η κλιματική ανησυχία, η παγκοσμιοποίηση της γεύσης.
Η έκθεση δεν μοιάζει να κουνά το δάχτυλο στον θεατή. Ο Oiwa αγαπά το φαγητό, αγαπά την εικόνα, αγαπά και την αστεία πλευρά της υπερβολής. Ακριβώς γι’ αυτό το έργο του λειτουργεί πιο ύπουλα. Σε τραβά με χρώμα, χιούμορ και αναγνωρίσιμες εικόνες, και ύστερα αφήνει την ανησυχία να εμφανιστεί μόνη της.
Το The Supplemental Sublime δεν παρουσιάζει το φαγητό ως αθώα νεκρή φύση. Το παρουσιάζει ως τοπίο της εποχής μας: όμορφο, λαχταριστό, υπερβολικό, παγκόσμιο και λίγο τρομακτικό. Έναν κόσμο όπου κάθε μπουκιά μοιάζει προσωπική, αλλά πίσω της υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο που συνεχίζει να δουλεύει, να μεταφέρει, να συσκευάζει, να διαφημίζει και να ζητά κι άλλο.
Με στοιχεία από Cultured Magazine