Κάποιες φορές η αποκατάσταση ενός πίνακα δεν αποκαλύπτει μόνο χρώματα, πινελιές ή τεχνικές λεπτομέρειες. Αποκαλύπτει και τι ακριβώς θέλησε μια άλλη εποχή να αλλάξει.
Στην περίπτωση του “Let The Little Children Come Unto Me”, ενός έργου του 17ου αιώνα που πλέον αποδίδεται στον Ρέμπραντ, οι στρώσεις μεταγενέστερης επιζωγράφισης που αφαιρέθηκαν έφεραν στο φως μια εντυπωσιακή λεπτομέρεια: μια μορφή στο πλήθος, την οποία ο ζωγράφος είχε αρχικά αποδώσει με τουρμπάνι, είχε μετατραπεί από άγνωστο μεταγενέστερο χέρι σε πιο συμβατική ολλανδική φιγούρα, με μαλακό καπέλο.
Δεν ήταν η μόνη αλλαγή. Ο μεταγενέστερος ζωγράφος είχε επέμβει και σε άλλα σημεία του έργου, κάνοντάς το πιο «παραδοσιακό» και λιγότερο αιχμηρό. Ένα γυμνό παιδί που είχε ζωγραφίσει ο Ρέμπραντ εμφανιζόταν ντυμένο, ενώ το ημιτελές προσκήνιο είχε συμπληρωθεί αδέξια.
Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στην τεχνική αποκάλυψη, αλλά και στο θέμα του ίδιου του έργου. Ο πίνακας απεικονίζει τη βιβλική σκηνή όπου ο Χριστός δέχεται τα παιδιά που οι μαθητές του προσπαθούν να απομακρύνουν. Πρόκειται για μια εικόνα αποδοχής, φιλοξενίας και ανοχής. Στην αρχική εκδοχή του Ρέμπραντ, αυτή η ιδέα φαίνεται να αποκτά και κοινωνικό σώμα: το πλήθος γύρω από τον Χριστό δεν είναι ομοιογενές, αλλά περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές, θρησκευτικές και πολιτισμικές αναφορές, ανθρώπους που μοιάζουν να προέρχονται από έναν πιο σύνθετο και ανοιχτό κόσμο.
Ο ιστορικός τέχνης Άντριου Γκρέιαμ-Ντίξον συνδέει το έργο με το Λέιντεν της δεκαετίας του 1620, την πόλη όπου γεννήθηκε ο Ρέμπραντ. Εκείνη την περίοδο, μέσα στη δίνη του Τριακονταετούς Πολέμου, μεγάλοι αριθμοί προσφύγων κατέφθαναν στην Ολλανδική Δημοκρατία. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στο Λέιντεν, προκαλώντας αντιδράσεις σε μέρος του τοπικού πληθυσμού.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, η εικόνα του Χριστού που καλωσορίζει παιδιά και οικογένειες αποκτά μια δεύτερη ανάγνωση. Δεν είναι απλώς μια βιβλική σκηνή. Είναι, πιθανόν, μια θέση απέναντι στο ερώτημα ποιος χωράει μέσα στην κοινότητα και ποιος πρέπει να μείνει απέξω.
Η σχέση του Ρέμπραντ με τους Ρεμονστράντες, μια θρησκευτική ομάδα που υποστήριζε την ανεκτικότητα και την αποδοχή, ενισχύει αυτή την ανάγνωση. Αυτό που φανερώνει σήμερα η αποκατάσταση είναι ότι η αρχική σύνθεση δεν είχε απλώς μεγαλύτερη εικαστική πολυπλοκότητα. Είχε και μια πιο ανοιχτή, πιο ανήσυχη κοινωνική ενέργεια.
Αυτό ακριβώς φαίνεται πως αμβλύνθηκε από τη μεταγενέστερη παρέμβαση. Το τουρμπάνι έγινε καπέλο. Η διαφορετικότητα έγινε πιο γνώριμη. Η γύμνια του παιδιού καλύφθηκε. Η σκηνή μαλάκωσε, σαν να έπρεπε να περάσει μέσα από ένα φίλτρο κοινωνικής ευπρέπειας.
Το έργο είχε εντοπιστεί το 2014 σε γερμανική δημοπρασία, όπου είχε καταλογογραφηθεί ως ανώνυμο ολλανδικό έργο του 17ου αιώνα. Μετά την έρευνα και την αποκατάσταση, ο οίκος Sotheby’s το παρουσιάζει πλέον ως έργο του Ρέμπραντ και το βγάζει σε δημοπρασία στο Λονδίνο την 1η Ιουλίου, με εκτίμηση από 8 έως 12 εκατομμύρια λίρες.
Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα πρώιμα έργα του Ρέμπραντ που παραμένουν σε ιδιωτικά χέρια. Η δημόσια παρουσίασή του στο Λονδίνο, από τις 27 Ιουνίου, θα είναι η πρώτη ευκαιρία για το κοινό να το δει στην αποκατεστημένη του μορφή.
Το πιο συναρπαστικό, όμως, δεν είναι μόνο ότι ένας πίνακας ξαναβρήκε την υπογραφή του. Είναι ότι ξαναβρήκε και την αρχική του αμηχανία. Εκείνη τη λεπτομέρεια που κάποιος θεώρησε υπερβολική, ξένη ή άβολη. Ένα τουρμπάνι στο κέντρο ενός πλήθους. Μια μικρή εικόνα του άλλου, που χρειάστηκε σχεδόν τέσσερις αιώνες για να επιστρέψει.
με στοιχεία από Guardian