Ένα γράμμα από τη Γερμανία ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μια ιστορία που το Μουσείο Καλών Τεχνών της Ορλεάνης κουβαλά από το 1940.
Την άνοιξη του 2025, ένα ζευγάρι Γερμανών συλλεκτών επικοινώνησε με το μουσείο για ένα μικρό έργο που είχε στην κατοχή του εδώ και περίπου 40 χρόνια. Στο πίσω μέρος υπήρχε ετικέτα με την ένδειξη «Musée d’Orléans» και οι συλλέκτες ήθελαν να μάθουν αν η υποψία τους ήταν σωστή: μήπως το έργο ήταν κλεμμένο;
Ήταν. Το έργο ήταν μια ελαιογραφική μελέτη του Ασίλ-Ετνά Μισαλόν, ζωγραφισμένη στη Ρώμη το 1818, με θέμα τον Θάνατο του Ρολάνδου. Ανήκε στο μουσείο της Ορλεάνης και είχε εξαφανιστεί τον Ιούνιο του 1940, όταν οι ναζιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στην πόλη και οι συλλογές του μουσείου λεηλατήθηκαν μέσα στο χάος του πολέμου.
Το μικρό έργο επιστράφηκε, μεταφέρθηκε ξανά στις όχθες του Λίγηρα και βρίσκεται πλέον σε εργαστήριο αποκατάστασης στο Παρίσι, πριν παρουσιαστεί δημόσια τον Σεπτέμβριο. Η επιστροφή του, όμως, δεν είναι μόνο μια συγκινητική ιστορία αποκατάστασης. Έγινε η αφορμή για μια πολύ μεγαλύτερη αναζήτηση.
Το Μουσείο Καλών Τεχνών της Ορλεάνης ξεκίνησε καμπάνια με τον τίτλο Wanted, δανειζόμενο τη γλώσσα των αφισών καταζητούμενων για να εντοπίσει 424 έργα που εξακολουθούν να αγνοούνται. Ο κατάλογος θα σταλεί σε οίκους δημοπρασιών, συμβολαιογράφους, συλλέκτες και επαγγελματίες της αγοράς τέχνης, με την ελπίδα ότι κάποιο από τα έργα μπορεί να εμφανιστεί σε δημόσια πώληση, σε κληρονομιά ή σε ιδιωτική συλλογή.
Η λίστα των χαμένων έργων είναι εντυπωσιακή. Περιλαμβάνει πίνακες και σχέδια που αποδίδονται ή συνδέονται με μεγάλα ονόματα, από τον Καναλέτο και τον Ραφαήλ μέχρι τον Ευγένιο Μπουντέν και τον Πίτερ Μπρίγκελ τον Νεότερο. Το μουσείο δεν κυνηγά απλώς ανώνυμα αντικείμενα που χάθηκαν σε μια σκοτεινή περίοδο. Κυνηγά εικόνες που μπορεί να κρέμονται ακόμη σε σαλόνια, να φυλάσσονται σε αποθήκες ή να περνούν σιωπηλά από χέρι σε χέρι.
Η διευθύντρια του μουσείου, Ολιβιά Βουαζέν, λέει ότι ο στόχος είναι να δοθούν πλέον τόσο καθαρά στοιχεία ώστε κανείς στην αγορά τέχνης να μην μπορεί να πει «δεν ήξερα». Οι καιροί έχουν αλλάξει: οι οίκοι δημοπρασιών και οι επαγγελματίες της αγοράς είναι πια πολύ πιο προσεκτικοί απέναντι στον κίνδυνο διακίνησης κλεμμένων έργων, ειδικά όταν υπάρχει τεκμηριωμένο ιστορικό ναζιστικής λεηλασίας.
Η υπόθεση ακουμπά και την ταραγμένη ιστορία του κληροδοτήματος του Πολ Φουρσέ, ενός παθιασμένου συλλέκτη που είχε δωρίσει στα μουσεία της Ορλεάνης εκατοντάδες πίνακες και χιλιάδες σχέδια. Κάποια έργα καταστράφηκαν στις πυρκαγιές που συνόδευσαν την άφιξη των Ναζί το 1940. Άλλα χάθηκαν, πέρασαν σε οικογενειακές συλλογές, βρέθηκαν στα χέρια της γαλλικής διοίκησης ή απλώς εξαφανίστηκαν από το ορατό πεδίο.
Αυτό κάνει την αναζήτηση ακόμη πιο δύσκολη. Δεν πρόκειται μόνο για έργα που αρπάχτηκαν με οργανωμένο τρόπο. Πρόκειται και για αντικείμενα που χάθηκαν μέσα στη σύγχυση, σε μια στιγμή όπου πόλεμος, κατάρρευση, φόβος και ευκαιριακή αρπαγή μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Ογδόντα πέντε χρόνια αργότερα, το μουσείο καλείται να ξαναφτιάξει διαδρομές που κόπηκαν βίαια.
Η καμπάνια Wanted δείχνει και κάτι ευρύτερο για τη σημερινή συζήτηση γύρω από τα λεηλατημένα έργα. Η επιστροφή τους δεν είναι πια μόνο υπόθεση κρατών, διπλωματικών διαπραγματεύσεων και μεγάλων μουσείων. Γίνεται και δημόσιο κυνήγι χαμένων εικόνων, με καταλόγους, αφίσες, τεκμήρια και μια νέα ηθική πίεση προς την αγορά τέχνης.
Για την Ορλεάνη, ακόμη και μία επιστροφή θα ήταν νίκη. Το έργο του Μισαλόν έδειξε ότι τα χαμένα αντικείμενα δεν έχουν απαραίτητα εξαφανιστεί για πάντα. Μπορεί να βρίσκονται κάπου, με μια παλιά ετικέτα στην πίσω πλευρά, περιμένοντας κάποιον να αναρωτηθεί από πού πραγματικά ήρθαν.
Με στοιχεία από Le Monde