Ένα μικρό, αυστηρό, λογοτεχνικό μυθιστόρημα έγινε μέσα σε λίγες ημέρες αντικείμενο κανονικού κουτσομπολιού. Όχι επειδή υποσχόταν αποκαλύψεις, όχι επειδή ήρθε από τον κόσμο των αυτοβιογραφιών διασήμων, όχι επειδή είχε στο εξώφυλλο κάποιο διάσημο πρόσωπο. Το «Life of M», το νέο βιβλίο της Rachel Cusk, έγινε ο λογοτεχνικός θόρυβος του τέλους του καλοκαιριού επειδή σχεδόν όλοι όσοι άρχισαν να το διαβάζουν είδαν πίσω από την ηρωίδα του τη Νάταλι Πόρτμαν.
Το ερώτημα κυκλοφόρησε γρήγορα, με τον τρόπο που κυκλοφορούν σήμερα τα πολιτισμικά μυστήρια: πρώτα σε group chats, μετά σε λογοτεχνικά sites, ύστερα σε μεγάλα περιοδικά και εφημερίδες. Είναι η M, η διάσημη ηθοποιός του βιβλίου, μια μυθοπλαστική εκδοχή της Πόρτμαν; Είναι ένα roman à clef με πολύ λεπτό πέπλο; Είναι μια άσκηση πάνω στη φήμη που χρησιμοποιεί αναγνωρίσιμα στοιχεία από τη ζωή μιας σταρ; Ή είναι κάτι πιο περίεργο: ένα βιβλίο που δεν χρειάζεται να είναι «για» τη Νάταλι Πόρτμαν για να αποδείξει πόσο πολύ θέλουμε να τη βρούμε μέσα του;
Η Cusk δεν έχει επιβεβαιώσει ότι η ηρωίδα της βασίζεται στην Πόρτμαν. Η ίδια η Πόρτμαν δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια. Δημοσιεύματα, ωστόσο, επικαλούνται ανθρώπους γύρω από την ηθοποιό που εμφανίζονται ενοχλημένοι, ενώ η συγγραφέας έχει μιλήσει για το άγχος που της προκαλεί η μετατροπή του μυθιστορήματος σε σχεδόν δικαστική αναμέτρηση γύρω από πραγματικά γεγονότα. Από τη δική της πλευρά, επιμένει ότι το αν η M είναι ή δεν είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο δεν είναι το βασικό σημείο του βιβλίου. Το ίδιο το σκάνδαλο, βέβαια, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να πείσεις το κοινό να μη διαβάσει έτσι ένα τόσο αναγνωρίσιμο ίχνος.
Οι αντιστοιχίες είναι πολλές και δεν χρειάζονται ιδιαίτερη φαντασία. Η M είναι ηθοποιός, πολύ διάσημη, με διεθνή καριέρα, ζωή σε ευρωπαϊκή πόλη που θυμίζει Παρίσι και εικόνα συνδεδεμένη με την ομορφιά, την εξυπνάδα, τα βιβλία και τους μεγάλους οίκους. Υπήρξε παιδί-ηθοποιός σε μια πρώτη ταινία που της στέρησε απότομα την παιδικότητα, σε μια ιστορία όπου το βλέμμα πάνω στο κορίτσι ήταν ήδη φορτισμένο με ενήλικη επιθυμία. Αργότερα πρωταγωνίστησε σε μια ταινία για μια μπαλαρίνα που οδηγείται στην ψυχική κατάρρευση. Υπάρχει ακόμη η σκιά ενός ρόλου που παραπέμπει σε pop star επιζήσασα σχολικής βίας. Με λίγα λόγια, «Léon», «Black Swan», «Vox Lux»: όλο το πακέτο που κάνει τον αναγνώστη να σκέφτεται αμέσως την Πόρτμαν.
Στο ίδιο πλέγμα μπαίνει και η πραγματική σχέση θαυμασμού της Πόρτμαν με την Cusk. Η ηθοποιός έχει μιλήσει δημόσια με ενθουσιασμό για τη γραφή της, την έχει επιλέξει στη λέσχη ανάγνωσής της, έχει εμφανιστεί ως αναγνώστρια που βλέπει στη λογοτεχνία κάτι σχεδόν ιερό. Αυτή η λεπτομέρεια κάνει τη φασαρία πιο φορτισμένη: δεν μιλάμε για μια σταρ που βρέθηκε τυχαία μέσα στη φαντασία μιας συγγραφέως, αλλά για μια γυναίκα που είχε ήδη δηλώσει θαυμασμό για τη δουλειά της. Αν υπάρχει εκεί προδοσία, είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί. Αν υπάρχει αμηχανία, είναι πολύ εύκολο να γίνει θέαμα.
Το παράξενο είναι ότι όποιος ανοίξει το «Life of M» περιμένοντας αποκαλύψεις για τη Νάταλι Πόρτμαν μάλλον θα απογοητευτεί. Το βιβλίο δεν μοιάζει με κρυφό celebrity dossier. Δεν είναι ένα «αληθινό» πορτρέτο με αλλαγμένα ονόματα. Δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την ψυχολογία της σταρ με τον τρόπο που θα την καταλάβαινε ένα περιοδικό προφίλ. Η Cusk γράφει, όπως συχνά γράφει, ψυχρά, αφαιρετικά, σχεδόν εναντίον της ίδιας της ιδέας του χαρακτήρα. Η M είναι συχνά λιγότερο άνθρωπος και περισσότερο επιφάνεια πάνω στην οποία πέφτει το φως της φήμης.
Από εκεί η συζήτηση παύει να είναι απλώς ένα παιχνίδι αναγνώρισης. Αν η M μοιάζει τόσο με την Πόρτμαν ώστε όλοι να την αναγνωρίζουν, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσο αφηρημένη ώστε να μην αποκτά ποτέ πλήρη ανθρωπιά, τότε τι ακριβώς κάνει το βιβλίο; Χρησιμοποιεί μια πραγματική γυναίκα για να μιλήσει για την απώλεια του εαυτού μέσα στη φήμη; Ή δείχνει ακριβώς πώς η φήμη αφαιρεί από έναν άνθρωπο το δικαίωμα να είναι περισσότερο από εικόνα;
Η ειρωνεία είναι σχεδόν τέλεια. Η Cusk έγραψε ένα βιβλίο για την εικόνα, την ταυτότητα, την αυθεντικότητα και τη δημόσια αναγνωρισιμότητα, και το βιβλίο καταβροχθίστηκε αμέσως από την ίδια τη μηχανή που περιγράφει. Αντί να συζητηθεί πρώτα ως λογοτεχνική μορφή, συζητήθηκε ως υπόθεση: ποια είναι η M, τι ξέρει η Cusk, τι νιώθει η Πόρτμαν, αν οι φίλοι της θύμωσαν, αν η όλη ιστορία είναι σκάνδαλο ή έξυπνο marketing. Ένα μυθιστόρημα για τη φήμη έγινε γεγονός επειδή η φήμη το έκανε αναγνώσιμο.
Η περίπτωση της Πόρτμαν κάνει το θέμα ακόμη πιο πυκνό. Γιατί η Πόρτμαν δεν είναι οποιαδήποτε σταρ. Από πολύ μικρή ηλικία κουβαλά μια σπάνια και συχνά άβολη πολιτισμική προβολή: όμορφη αλλά σοβαρή, διάσημη αλλά ιδιωτική, σταρ αλλά και απόφοιτη του Harvard, παιδί του Χόλιγουντ αλλά και πρόσωπο που μοιάζει πάντα να προστατεύει κάτι από το δημόσιο βλέμμα. Η εικόνα της έχει χρησιμοποιηθεί ξανά και ξανά ως επιφάνεια πάνω στην οποία άλλοι άνθρωποι προβάλλουν δικές τους αγωνίες: αντρικές φαντασιώσεις, λογοτεχνικές ματαιοδοξίες, ιδέες για την εξυπνάδα, την ομορφιά, την απρόσιτη γυναίκα, την καλή μαθήτρια που πρέπει κάπως να αποκαλυφθεί ως κάτι πιο «σκοτεινό».
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Πόρτμαν βρίσκεται μέσα σε αφήγηση άλλου ανθρώπου. Η παλιά ιστορία με τον Moby, που έγραψε στα απομνημονεύματά του ότι είχαν σχέση και είδε την ηθοποιό να τον διαψεύδει δημόσια, είναι ίσως το πιο καθαρό προηγούμενο: ένας άντρας γράφει τη δική του εκδοχή μιας νεαρής γυναίκας και εκείνη αναγκάζεται μετά να εξηγήσει ότι αυτό που διάβασε δεν αναγνωρίζει τη μνήμη της. Υπάρχει και το πιο λογοτεχνικό επεισόδιο με τον Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, η δημοσιευμένη αλληλογραφία, οι φήμες, οι αναγνώσεις μιας σχέσης που έγινε σχεδόν μύθος της νεοϋορκέζικης λογοτεχνικής σκηνής. Σε κάθε περίπτωση, η Πόρτμαν επιστρέφει όχι μόνο ως ηθοποιός αλλά ως υλικό για την αφήγηση κάποιου άλλου.
Η Πόρτμαν επιστρέφει έτσι σε έναν γνώριμο και άβολο ρόλο: τη μούσα που δεν ζήτησε να γίνει μούσα. Όχι επειδή μπορεί κανείς να αποδείξει ότι η Cusk την «πήρε» και την έβαλε αυτούσια σε ένα βιβλίο· αυτό δεν το ξέρουμε. Αλλά επειδή μια τόσο αναγνωρίσιμη γυναίκα δεν αφήνεται εύκολα στην ησυχία της από τη φαντασία των άλλων. Ακόμη και όταν δεν μιλά, ακόμη και όταν δεν επιβεβαιώνει τίποτα, ακόμη και όταν το κείμενο επιμένει πως είναι μυθοπλασία, η δημόσια εικόνα της επιστρέφει και οργανώνει τη συζήτηση.
Απέναντι σε αυτό, υπάρχει το παράδοξο της ίδιας της Cusk. Δεν είναι μια συγγραφέας που αγνοεί τι σημαίνει να βλέπεις τη ζωή σου να γίνεται δημόσιο υλικό. Τα δικά της βιβλία για τη μητρότητα, τον γάμο, τον χωρισμό και την οικογένεια προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις. Έχει κατηγορηθεί για σκληρότητα, για ναρκισσισμό, για χρήση πραγματικών ανθρώπων ως υλικό της πρόζας της. Έχει μιλήσει για το πώς η δημόσια ανάγνωση μπορεί να παραμορφώσει μια γυναίκα συγγραφέα, να της επιστρέψει το έργο της σαν ετυμηγορία για τον χαρακτήρα της.
Γι’ αυτό το «Life of M» μοιάζει με καθρέφτη που γύρισε απότομα. Η Cusk γνωρίζει τη βία της παρερμηνείας, αλλά εδώ εμφανίζεται να διεκδικεί το δικαίωμα της μυθοπλασίας πάνω σε μια φιγούρα που μοιάζει πολύ με πραγματικό πρόσωπο. Η ίδια θα μπορούσε να πει ότι αυτό ακριβώς είναι το ρίσκο της τέχνης: να μπαίνει σε απαγορευμένες περιοχές της σύγχρονης συνείδησης, εκεί όπου η φήμη κάνει τους ανθρώπους ταυτόχρονα υπερβολικά γνωστούς και βαθιά άγνωστους. Οι επικριτές της μπορούν να απαντήσουν ότι το ρίσκο δεν το πληρώνει μόνο ο συγγραφέας. Μερικές φορές το πληρώνει και το πρόσωπο που γίνεται αναγνωρίσιμο υλικό μέσα στο έργο.
Οι κριτικές διχάστηκαν, αλλά η φασαρία γύρω από το βιβλίο είχε ήδη αποκαλύψει κάτι άλλο: η λογοτεχνία έγινε ξανά δημόσιο γεγονός τη στιγμή που απέκτησε ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Άλλοι είδαν στο βιβλίο μια παράξενη, δύσκολη, θαρραλέα διερεύνηση της φήμης και της σύγχρονης δημόσιας περσόνας. Άλλοι το βρήκαν ψυχρό, αδύναμο ή υπερβολικά αφηρημένο, ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί τόσο πολύ να εξαφανίσει τον χαρακτήρα ώστε στο τέλος κινδυνεύει να εξαφανίσει και τη ζωή.
Υπάρχει κάτι σχεδόν παλιομοδίτικο και ταυτόχρονα απολύτως σημερινό σε αυτό. Παλιομοδίτικο, γιατί η λογοτεχνία πάντα ζούσε από το ερώτημα «ποιον εννοεί;». Οι αναγνώστες πάντα έψαχναν πίσω από τους χαρακτήρες τους πρώην, τους φίλους, τους εραστές, τους εχθρούς, τις οικογένειες, τους συγγραφείς που καρικατουράρουν άλλους συγγραφείς. Απολύτως σημερινό, γιατί σήμερα αυτό το παιχνίδι δεν μένει σε σαλόνια και φιλολογικούς κύκλους. Γίνεται αμέσως περιεχόμενο: headline, thread, explainer, group chat, clip, newsletter, cultural take. Η υποψία γίνεται διανομή.
Έτσι, το «Life of M» έφτασε να κουβαλά δύο ιστορίες. Η μία είναι η ιστορία του βιβλίου: μια συγγραφέας, μια διάσημη ηθοποιός, μια βιογραφία που ίσως δεν είναι βιογραφία, ένα πρόσωπο που αποσυναρμολογείται μέσα στη φήμη. Η άλλη είναι η ιστορία της υποδοχής του: ένα κοινό που δεν άντεξε να αφήσει την M ως αρχικό γράμμα και έτρεξε να της δώσει ονοματεπώνυμο. Αυτό το δεύτερο βιβλίο .το βιβλίο που γράφτηκε από τους αναγνώστες, τα media και το κουτσομπολιό, ίσως είναι τελικά πιο αποκαλυπτικό από το πρώτο.
Γιατί, αν το σκεφτεί κανείς, το ερώτημα «είναι η Νάταλι Πόρτμαν;» είναι το πιο εύκολο. Το δύσκολο είναι να παραδεχτούμε γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ να είναι. Ίσως επειδή η Πόρτμαν κουβαλά μια από τις πιο ανθεκτικές φαντασιώσεις της σύγχρονης κουλτούρας: την εικόνα μιας γυναίκας που είναι αρκετά διάσημη για να ανήκει σε όλους, αρκετά έξυπνη για να μας κάνει να θέλουμε να την ερμηνεύσουμε, αρκετά ιδιωτική για να μας εκνευρίζει που δεν μας δίνει περισσότερα. Όσο λιγότερα προσφέρει, τόσο περισσότερα γράφονται πάνω της.
Το «Life of M» μπορεί να μην είναι βιβλίο για τη Νάταλι Πόρτμαν. Μπορεί να είναι βιβλίο για την επιθυμία μας να τη διαβάσουμε εκεί. Για τον τρόπο που μια σταρ γίνεται ιδέα, η ιδέα γίνεται αφήγηση και η αφήγηση γίνεται δικαίωμα πρόσβασης. Για το πώς η σοβαρή λογοτεχνία, όταν ακουμπά ένα αναγνωρίσιμο γυναικείο πρόσωπο, αποκτά ξαφνικά ένα δεύτερο σώμα: το σώμα του κουτσομπολιού.
H Cusk έγραψε ένα μυθιστόρημα για τη φήμη και όλοι το διάβασαν σαν χάρτη προς μια διάσημη γυναίκα. Η Πόρτμαν δεν χρειάστηκε να πει τίποτα για να βρεθεί στο κέντρο.
Και η M, είτε είναι είτε δεν είναι εκείνη, απέδειξε κάτι που η ίδια η λογοτεχνία συχνά δυσκολεύεται να παραδεχτεί: πως καμιά φορά το πρόσωπο που δεν κατονομάζεται είναι εκείνο που κυκλοφορεί περισσότερο.
Με στοιχεία από Guardian, New York Times, New Yorker
Τα βιβλία της Rachel Cusk κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Gutenberg, ανάμεσά τους η τριλογία «Περίγραμμα», «Μετάβαση», «Κύδος» και το «Δεύτερο σπίτι».