«Παράτα την αναζήτηση της Αλήθειας· βολέψου με μια καλή φαντασίωση». Η φράση της Fran Lebowitz δίνει τον τίτλο σε μια νέα έκθεση φωτογραφίας στη Νέα Υόρκη και γίνεται ένα μικρό μανιφέστο για το πορτρέτο: ίσως ένα πρόσωπο να μην αποκαλύπτεται ποτέ πραγματικά όταν προσπαθείς να το δείξεις «όπως είναι». Ίσως χρειάζεται μια καλύτερη φαντασίωση για να πλησιάσεις κάτι αληθινό.
Η έκθεση «settle for a good fantasy» ανοίγει στη Luhring Augustine, στο Chelsea, στις 11 Σεπτεμβρίου και θα διαρκέσει έως τις 24 Οκτωβρίου. Συγκεντρώνει τέσσερις φωτογράφους διαφορετικών γενεών και διαδρομών —την Janice Guy, τον Joe Mama-Nitzberg, τον Shaun Pierson και τον David Seidner γύρω από μια κοινή άρνηση: το πορτρέτο δεν χρειάζεται να είναι μια καθαρή, ιδανική, συνεκτική εικόνα ενός προσώπου.
Αντί γι’ αυτό, η έκθεση προτείνει κάτι πιο ασυνεχές. Τα πρόσωπα εδώ φτιάχνονται από κομμάτια που δεν κουμπώνουν πάντα μεταξύ τους: θραύσματα, χειρονομίες, μεταμφιέσεις, επιφάνειες, πόζες, λάθη, επαναλήψεις, ίχνη. Στο σημείωμα της έκθεσης, η γκαλερί μιλά για μια προσέγγιση που απορρίπτει την εξιδανίκευση και αγκαλιάζει τη συναρμογή, την ολίσθηση και την ανοιχτή μορφή. Τα «κομμάτια του παζλ» δεν χρειάζεται και ίσως δεν πρέπεινα ταιριάξουν άψογα μεταξύ τους.
Το πορτρέτο, ειδικά στη φωτογραφία, κουβαλά ακόμη την παλιά υπόσχεση της αποκάλυψης: ότι κάπου μέσα στο βλέμμα, στο πρόσωπο, στο σώμα, στο φως, η εικόνα θα πιάσει κάτι από την αλήθεια του ανθρώπου. Εδώ, όμως, η αλήθεια δεν αντιμετωπίζεται σαν ενιαίο πράγμα που περιμένει να βρεθεί. Αν υπάρχει, περνά μέσα από τη ρωγμή, την επινόηση, την ασυνέχεια, τη λάθος ένωση.
Η Janice Guy φέρνει στην έκθεση μια ιστορία που ξεκινά από τα αυτοπορτρέτα της δεκαετίας του 1970, όταν σπούδαζε στην Kunstakademie Düsseldorf. Τα έργα εκείνης της περιόδου έχουν κάτι αυστηρό και ταυτόχρονα ασταθές: το ίδιο πρόσωπο επιστρέφει ξανά και ξανά, αλλά ποτέ ως τελική ταυτότητα. Η Guy εγκατέλειψε αργότερα τη φωτογραφία ως βασικό της μέσο και πέρασε στην επιμελητική και γκαλεριστική δουλειά, συνιδρύοντας τη Murray Guy στη Νέα Υόρκη το 1998. Όταν οι φωτογραφίες της επανεμφανίστηκαν μετά το 2007, έμοιαζαν να ανήκουν ταυτόχρονα στο παρελθόν και στο παρόν της φωτογραφικής εικόνας.
Ο Joe Mama-Nitzberg κινείται σε μια άλλη περιοχή της εικόνας, όπου το πορτρέτο, το αρχείο, η ποπ μνήμη και η queer αναφορά συχνά συνδέονται με τρόπο υπαινικτικό, ειρωνικό και φορτισμένο. Οι τίτλοι ορισμένων έργων του, όπως «Enhanced Gay Streisand» ή «Say Hello/Wave Goodbye», δείχνουν ήδη ένα βλέμμα που δεν αντιμετωπίζει την εικόνα ως σταθερό τεκμήριο αλλά ως χώρο επιθυμίας, μνήμης, υπερβολής και ανακατασκευής. Το πρόσωπο δεν εμφανίζεται ποτέ απλώς ως «θέμα». Κυκλοφορεί μέσα σε συσχετισμούς, πολιτισμικά θραύσματα και ιδιωτικές μυθολογίες.
Ο Shaun Pierson, ο νεότερος της έκθεσης, γεννημένος το 1997 και απόφοιτος του Yale School of Art, δουλεύει με εικόνες που μοιάζουν να κόβουν το σώμα και το πρόσωπο σε πιο αινιγματικά σημεία: κεφάλια, κορμούς, επιφάνειες, λεπτομέρειες, αντικείμενα, αποσπάσματα. Στα έργα του, η ταυτότητα δεν παρουσιάζεται σαν καθαρό πορτρέτο αλλά σαν πεδίο συνάντησης ανάμεσα στο σώμα, την επιφάνεια και την αίσθηση ότι κάτι λείπει. Το ελλιπές δεν είναι αδυναμία της εικόνας. Είναι η μέθοδός της.
Ο David Seidner προσθέτει στην έκθεση μια διαφορετική ιστορική ένταση. Γεννημένος στο Λος Άντζελες το 1957, μετακόμισε στο Παρίσι στα 17 του για να δουλέψει ως φωτογράφος μόδας και στα 19 του είχε ήδη δημοσιεύσει φωτογραφίες σε μεγάλα περιοδικά. Στη δεκαετία του ’80 και του ’90 φωτογράφισε για τίτλους όπως Harper’s Bazaar, Harper’s & Queen, The New York Times Magazine, Vanity Fair και διεθνείς εκδόσεις της Vogue, ενώ παράλληλα συνέχισε την προσωπική του καλλιτεχνική δουλειά και διαμόρφωσε μια ιδιαίτερη σχέση με το πορτρέτο. Πέθανε το 1999 από επιπλοκές που συνδέονταν με το AIDS· το αρχείο του βρίσκεται από το 2001 στο International Center of Photography της Νέας Υόρκης.
Στα έργα του Seidner, η μόδα, το πρόσωπο και το θραύσμα αποκτούν σχεδόν θεατρική ακρίβεια. Γυναικεία πρόσωπα σε κομμάτια, αξεσουάρ, μάσκες, βλέμματα, επιφάνειες που παραπέμπουν σε περιοδικό αλλά δεν εξαντλούνται στη λάμψη του editorial. Το πορτρέτο δεν γίνεται ομολογία χαρακτήρα. Γίνεται κατασκευή βλέμματος. Και αυτό, μέσα σε μια έκθεση που ξεκινά από μια φράση της Lebowitz, έχει ιδιαίτερη σημασία: η φαντασίωση δεν είναι το αντίθετο της αλήθειας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η εικόνα παραδέχεται ότι κάθε αλήθεια περνά πρώτα από μια σκηνοθεσία.
Η συνάντηση των τεσσάρων φωτογράφων δεν βασίζεται στην ομοιότητα του ύφους τους. Βασίζεται σε μια κοινή καχυποψία απέναντι στο «ιδανικό» πορτρέτο. Η έκθεση δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για εικόνες που καθησυχάζουν τον θεατή ότι κατάλαβε το πρόσωπο που βλέπει. Αντίθετα, ενδιαφέρεται για εικόνες που δείχνουν πως κάθε πρόσωπο είναι ήδη πολλαπλό: λίγο σώμα, λίγο ρόλος, λίγο μνήμη, λίγο επιθυμία, λίγο τεχνική, λίγο ψέμα, λίγο αλήθεια που δεν αντέχει να εμφανιστεί ολόκληρη.
Γι’ αυτό ο τίτλος λειτουργεί τόσο καλά. Η Fran Lebowitz, με τη γνωστή της ξηρή νεοϋορκέζικη ευφυΐα, δεν προτείνει την απάτη αντί της αλήθειας. Προτείνει κάτι πιο πονηρό: να σταματήσεις να πιστεύεις ότι η αλήθεια θα εμφανιστεί καθαρή, ενιαία, έτοιμη να φωτογραφηθεί. Στο πορτρέτο, ειδικά σήμερα, η «καλή φαντασίωση» μπορεί να είναι πιο τίμια από την ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας.
Η Luhring Augustine συμπληρώνει την έκθεση με μια συζήτηση στις 10 Οκτωβρίου, με τους Janice Guy, Joe Mama-Nitzberg και Shaun Pierson, την οποία θα συντονίσει ο David Campany, creative director του International Center of Photography. Δεν είναι τυχαίο. Η συζήτηση γύρω από το πορτρέτο, το αρχείο, τη φωτογραφία και την ταυτότητα είναι σήμερα ξανά κεντρική, ακριβώς επειδή οι εικόνες μάς ζητούν συνεχώς να τις πιστέψουμε. Και αυτή η έκθεση μοιάζει να λέει το αντίθετο: μην τις πιστεύεις τόσο γρήγορα. Κοίτα πώς φτιάχνονται. Κοίτα τι κρύβουν. Κοίτα πώς η φαντασίωση μπορεί να είναι, μερικές φορές, πιο αποκαλυπτική από την αλήθεια.
Με στοιχεία από Luhring Augustine, Artforum,Artguide