Ένα ανέκδοτο διήγημα της Ίντιθ Γουόρτον δημοσιεύεται για πρώτη φορά περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του.
Το The Men Who Saved the World, ημιτελές κείμενο της πρώτης γυναίκας που τιμήθηκε με Πούλιτζερ Μυθοπλασίας, δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του Strand Magazine, μετά τον εντοπισμό του στο αρχείο της Γουόρτον στη Beinecke Rare Book and Manuscript Library του Yale.
Πρόκειται για δύο διορθωμένα αλλά αχρονολόγητα δακτυλόγραφα, τα οποία οι μελετητές τοποθετούν πιθανότατα γύρω στο 1918, προς το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Strand Magazine έχει παρουσιάσει στο παρελθόν άγνωστα ή σπάνια κείμενα συγγραφέων όπως ο Μαρκ Τουέιν, ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ, ο Ρέιμοντ Τσάντλερ, ο Γκράχαμ Γκριν και ο Τενεσί Ουίλιαμς.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα γαλλικό château, λίγα χιλιόμετρα από το μέτωπο. Έξω ακούγονται ακόμη τα κανόνια. Μέσα, οι πλούσιοι κάτοικοι του σπιτιού προσπαθούν να επιστρέψουν στις παλιές τους συνήθειες: δείπνο, λουλούδια, σαμπάνια, συζητήσεις, πιθανώς και χορός.
Στο κέντρο του διηγήματος βρίσκεται μια εικόνα που μοιάζει να συμπυκνώνει ολόκληρο τον κόσμο της Γουόρτον: το ίδιο τραπέζι πάνω στο οποίο σερβίρεται το δείπνο είχε χρησιμοποιηθεί λίγους μήνες πριν ως χειρουργικό τραπέζι για ακρωτηριασμούς, όταν το château λειτουργούσε ως στρατιωτικό νοσοκομείο.
Αυτή είναι η σκηνή που κάνει το The Men Who Saved the World κάτι περισσότερο από μια φιλολογική ανακάλυψη. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη χαμένο κείμενο μεγάλου ονόματος. Είναι η Γουόρτον να κοιτά την καλή κοινωνία τη στιγμή που προσπαθεί να ξαναστρώσει το τραπέζι της πάνω σε ένα τραύμα που δεν έχει ακόμη κλείσει.
Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η Milly Arden, μια νεαρή Αμερικανίδα νοσοκόμα που βρίσκεται ως φιλοξενούμενη στο σπίτι του Fred και της Madge Upshall. Η Milly παρατηρεί το περιβάλλον γύρω της να επιστρέφει με σχεδόν αμήχανη ευκολία στην προπολεμική του τελετουργία, ενώ η ίδια κουβαλά ακόμη τη γνώση του πολέμου: τα τραύματα, τους ακρωτηριασμούς, τους άντρες που έρχονται από το μέτωπο, τον ήχο των κανονιών που φτάνει ως τα παράθυρα.
Στο δείπνο κάθεται δίπλα στον Captain Sherman Wake, έναν νεαρό ήρωα πολέμου, ο οποίος δείχνει πρόθυμος να μιλήσει για τη «καταστροφική φρίκη και σπατάλη» που έχει δει κοντά στο μέτωπο. Σύμφωνα με το AP, σε ένα χαρακτηριστικό σημείο ο Wake παρατηρεί ότι τα κανόνια ακούγονται αρκετά καθαρά από το château και ότι πρέπει να κάνουν τα παράθυρα να τρίζουν όταν όλα είναι ήσυχα.
Η αντίθεση είναι καθοριστική: έξω, ο πόλεμος συνεχίζεται· μέσα, η κοινωνία προσπαθεί να ξαναβρεί τον ρυθμό της. Η οικοδέσποινα ενδιαφέρεται για το αν μπορεί να υπάρξει χορός. Τα λουλούδια και η σαμπάνια επιστρέφουν. Το τραπέζι, που λίγο πριν ανήκε στη χειρουργική βία του πολέμου, ξαναγίνεται σύμβολο πολιτισμένης άνεσης.
Η Γουόρτον γνώριζε καλά αυτή την τάξη πραγμάτων. Γεννημένη το 1862 σε πλούσια οικογένεια της Νέας Υόρκης, υπήρξε η συγγραφέας που αποτύπωσε με σπάνια ακρίβεια τους κώδικες, τις σιωπές και την υποκρισία της υψηλής κοινωνίας. Στα Χρόνια της αθωότητας, για το οποίο τιμήθηκε με Πούλιτζερ το 1921, έδειξε έναν κόσμο που συντρίβει την επιθυμία κάτω από τους κανόνες της ευπρέπειας. Στο The House of Mirth και στο The Custom of the Country, διάβασε την κοινωνική φιλοδοξία ως μηχανισμό βίας.
Στο The Men Who Saved the World, το βλέμμα της μεταφέρεται από τα σαλόνια της Νέας Υόρκης σε ένα γαλλικό château κοντά στο μέτωπο. Αλλά το αντικείμενο παραμένει οικείο: η τάξη που προσπαθεί να σώσει την εικόνα της, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω της έχει ήδη σπάσει.
Η ίδια η Γουόρτον είχε ζήσει τον πόλεμο από κοντά. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, βρισκόταν στο Παρίσι και δεν περιορίστηκε στον ρόλο της παρατηρήτριας. Οργάνωσε χώρους εργασίας για γυναίκες που είχαν χάσει τη δουλειά τους, βοήθησε στη δημιουργία ξενώνων για πρόσφυγες και έγραψε ανταποκρίσεις από το μέτωπο για το Scribner’s Magazine. Αργότερα, οι εμπειρίες της πέρασαν και στη λογοτεχνία της, μεταξύ άλλων στο μεταπολεμικό μυθιστόρημα A Son at the Front.
Το νέο εύρημα φωτίζει μια πιο άμεση, σχεδόν ωμή πλευρά της πολεμικής της γραφής. Η μελετήτρια Ίζαμπελ Πάρσονς, η οποία είχε εντοπίσει και αναλύσει το χειρόγραφο στο Edith Wharton Review, σημείωσε ότι το διήγημα στρέφει σατιρικό βλέμμα στις εθελοντικές προσπάθειες προνομιούχων γυναικών, αλλά και ότι μοιάζει με μια πειραματική προσπάθεια της Γουόρτον να αντιμετωπίσει τις τραυματικές συνέπειες του πολέμου μέσα από τις αναφορές στους ακρωτηριασμούς.
Αυτό το στοιχείο το κάνει ιδιαίτερα σημαντικό. Η Γουόρτον έχει συχνά διαβαστεί ως συγγραφέας που απέφευγε τις πολύ γραφικές περιγραφές της σωματικής φρίκης του πολέμου. Εδώ, όμως, η εικόνα του τραπεζιού επιμένει. Δεν χρειάζεται να δείξει το χειρουργείο. Αρκεί να δείξει το αντικείμενο που επιβίωσε από αυτό και επέστρεψε στην κοινωνική του χρήση.
Ο Άντριου Γκάλι, αρχισυντάκτης του Strand Magazine, είπε ότι η ιστορία μοιάζει απροσδόκητα επίκαιρη, επειδή μιλά για ανθρώπους που βρίσκονται μακριά από φρικτά γεγονότα και προσπαθούν να επιστρέψουν στην κανονικότητα, ενώ η φρίκη συνεχίζεται λίγο πιο πέρα. Στο δικό του εισαγωγικό σημείωμα, περιγράφει την εικόνα: τα κανόνια ακούγονται στο βάθος, νεαροί στρατιώτες κάθονται ανάμεσα στους καλεσμένους, και η οικοδέσποινα αναρωτιέται αν θα μπορούσε να υπάρξει χορός.
Αυτό το ερώτημα. Aν μπορεί να υπάρξει χορός ενώ ο πόλεμος ακούγεται ακόμη έξω από τα παράθυρα, είναι ίσως το πραγματικό κέντρο του διηγήματος.
Το The Men Who Saved the World έμεινε ημιτελές. Δεν ξέρουμε γιατί η Γουόρτον δεν το ολοκλήρωσε. Ίσως το υλικό ήταν πολύ κοντά στο τραύμα. Ίσως η αγορά της εποχής δεν ήθελε πια «πολεμικές ιστορίες» μετά το τέλος του πολέμου. Ίσως η ίδια εγκατέλειψε ένα κείμενο που δοκίμαζε έναν πιο άμεσο τρόπο να μιλήσει για το σώμα, την τάξη και την καταστροφή.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, όμως, το διήγημα επιστρέφει ακριβώς επειδή το ερώτημά του δεν ανήκει μόνο στο 1918. Τι κάνει μια κοινωνία όταν η φρίκη βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα μακριά, αλλά το τραπέζι έχει ήδη στρωθεί; Πόσο γρήγορα επιστρέφει η άνεση; Πόσο εύκολα το τραύμα σκεπάζεται με λουλούδια, σαμπάνια και ευγένεια;
Η Ίντιθ Γουόρτον ήξερε ότι η καλή κοινωνία δεν χρειάζεται να είναι αναίσθητη για να γίνει τρομακτική. Αρκεί να έχει μάθει να συνεχίζει.
Στο χαμένο της διήγημα, ο πόλεμος δεν μένει έξω από την τραπεζαρία. Έχει ήδη περάσει από το τραπέζι
με στοιχεία από Ιndepedent