Ο Αλεσάντρο Πιπέρνο μοιάζει με άνθρωπο που έγινε λογοτεχνικός χαρακτήρας πριν προλάβει να το αποφασίσει ο ίδιος.
Κοστούμι, πίπα, Ρώμη, εβραϊκή καταγωγή, πανεπιστήμιο, γαλλική λογοτεχνία, οικογένειες που καταστρέφονται με καλούς τρόπους. Από το 2005, όταν το πρώτο του μυθιστόρημα, Με τις χειρότερες προθέσεις, έγινε εκδοτικό φαινόμενο στην Ιταλία, ο Πιπέρνο κουβαλά μια δημόσια εικόνα που μοιάζει να βγήκε από τα ίδια του τα βιβλία. Εκείνος, πάντως, δεν φαίνεται να τη βλέπει με μεγάλη τρυφερότητα.
Όταν το πρώτο του βιβλίο εξερράγη εμπορικά, ήταν 30 ετών και είχε ήδη φανταστεί μια άλλη ζωή για τον εαυτό του: καθηγητής, λογοτεχνία, πανεπιστήμιο. Ξαφνικά βρέθηκε στο κέντρο της προσοχής, ανάμεσα σε θαυμασμό και εχθρότητα. Όσα ήταν απλώς δικά του —η πίπα, ο τρόπος που ντυνόταν, η εβραϊκότητα— έγιναν ετικέτες. Και οι ετικέτες, στη λογοτεχνία όπως και στη ζωή, είναι συχνά η αρχή της παρεξήγησης.
Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα Aire de familia, που κυκλοφορεί στα ισπανικά από τις εκδόσεις Libros del Asteroide, ο Ιταλός συγγραφέας επιστρέφει στον κόσμο που έχει κάνει δικό του υλικό: τη Ρώμη, την εβραϊκή αστική τάξη της πόλης, την οικογένεια, την κοινωνική έκθεση, την κωμωδία της παρακμής και την απειλή της μαζικής καταδίκης.
Το νέο βιβλίο σατιρίζει και την κουλτούρα της ακύρωσης, μέσα από έναν πανεπιστημιακό καθηγητή που χάνει τη θέση του επειδή αναφέρει στο μάθημα μισογυνικές φράσεις του Φλομπέρ. Όμως ο Πιπέρνο δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για την ακύρωση ως σύνθημα. Τον ενδιαφέρει κάτι παλιότερο και πιο σκοτεινό: η στιγμή που ένας άνθρωπος γίνεται δημόσιος στόχος, όταν η μάζα αποφασίζει να τον αγαπήσει ή να τον μισήσει χωρίς να τον γνωρίζει.
Εδώ μπαίνει ο Ελίας Κανέτι και το Μάζα και εξουσία. Ο Πιπέρνο λέει ουσιαστικά ότι, όσο οι άνθρωποι παραμένουν άτομα, μπορεί κανείς να συζητήσει μαζί τους, να τους κάνει να σκεφτούν, να τους σταματήσει. Όταν όμως ενώνονται σε μάζα, μετατρέπονται σε κάτι επικίνδυνο. Ακόμη και ένας λογικός άνθρωπος, διαβάζοντας κάτι εναντίον κάποιου που δεν γνωρίζει, νιώθει αμέσως την ώθηση να τον μισήσει. Αυτό το ρεύμα, αυτή η βία της κοινής οργής, είναι ένας από τους αόρατους τρόμους της εποχής μας.
Δεν είναι περίεργο που ο Πιπέρνο αγαπά τον Προυστ. Τον αγαπά όχι μόνο για τη μεγάλη, υπνωτική πρόζα του, αλλά επειδή κανείς, όπως λέει, δεν διάβασε την ανθρώπινη καρδιά με τόση ακρίβεια, τρυφερότητα και διαύγεια. Ο χρόνος είναι για εκείνον το βασικό υλικό του μυθιστορήματος. Όχι ο χρόνος ως ημερολόγιο, αλλά ως ρήγμα: αυτό που ήμασταν, αυτό που γίναμε, αυτό που οι άλλοι βλέπουν πάνω μας.
Ο ίδιος λέει ότι βλέπει ένα παιδί με μια μπάλα και αισθάνεται πιο κοντά σε εκείνο το παιδί απ’ ό,τι στον σημερινό εαυτό του, τον συγγραφέα και καθηγητή. Οι πρώτες ταπεινώσεις, οι πρώτες αγάπες, οι πρώτες φιλίες μοιάζουν να καθορίζουν τα πάντα. Γι’ αυτό και οι ήρωές του ζουν διαρκώς ανάμεσα σε δύο ηλικίες: σε αυτό που έγιναν και σε εκείνο από το οποίο δεν κατάφεραν ποτέ να αποκοπούν.
Η Ρώμη, στα λόγια του, δεν είναι καρτ ποστάλ. Είναι μια πόλη με την οποία όποιος γεννήθηκε εκεί έχει σχεδόν νοσηρή σχέση: θέλει να απελευθερωθεί από αυτήν, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτήν. Ο Πιπέρνο μπορεί να λέει ότι υπάρχουν καλύτερες χώρες από την Ιταλία, ότι στο Όσλο θα ζούσε ίσως πιο πολιτισμένα, αλλά μετά επιστρέφει στη Ρώμη, με 40 βαθμούς, βλέπει έναν καραμπινιέρο τόσο αδιάφορο που δεν κοιτά καν το διαβατήριό του, και νιώθει γαλήνη. Αυτή η αδράνεια, αυτή η αδυναμία απόφασης, αυτή η παράξενη ρωμαϊκή καθυστέρηση, αν έχεις γεννηθεί μέσα της, γίνεται παρηγοριά.
Η κοινωνία που περιγράφει είναι εξίσου αντιφατική. Η ρωμαϊκή μεγαλοαστική και μεσαία τάξη, η παρακμασμένη αριστοκρατία, οι διανοούμενοι, οι σωστές διευθύνσεις, τα σωστά εστιατόρια, τα σωστά ρούχα, οι σωστές διακοπές, όλα σχηματίζουν έναν κόσμο γεμάτο τελετουργίες, χυδαιότητα, αλαζονεία και γοητεία. Ο Πιπέρνο τον σατιρίζει, αλλά δεν παριστάνει ότι στέκεται έξω από αυτόν. Είναι, όπως παραδέχεται, βουτηγμένος μέσα του ως τον λαιμό.
Ακόμη πιο ιδιαίτερη είναι η ρωμαϊκή εβραϊκή κοινότητα που επιστρέφει στα βιβλία του. Οι Εβραίοι της Ρώμης δεν ανήκουν εύκολα στις κατηγορίες των Ασκεναζί ή των Σεφαραδιτών. Είναι μια πανάρχαια κοινότητα, δεμένη με την ίδια την ιστορία της πόλης, με παρουσία που φτάνει πίσω στον 1ο αιώνα. Έζησαν για αιώνες στο γκέτο, έγιναν με έναν παράξενο τρόπο μάρτυρες της ρωμαϊκότητας, άφησαν ίχνη ακόμη και στην κουζίνα της πόλης: αγκινάρες, γλυκά με ρικότα, μαριναρισμένα κολοκυθάκια.
Στα μυθιστορήματά του, όμως, αυτή η ταυτότητα δεν εμφανίζεται σαν μουσειακό σήμα. Είναι οικογενειακή μνήμη, ταξική συνήθεια, τραύμα που περνάει μέσα από σπίτια, τραπέζια, συγγένειες, κληρονομιές, εξοχικά και κακές αποφάσεις. Οι οικογένειες που τον ενδιαφέρουν μεγάλωσαν μέσα στον φασισμό και, μετά το Ολοκαύτωμα, δεν απάντησαν στην καταστροφή με αυστηρή μνήμη ή πένθιμη αυτοσυγκράτηση. Βούτηξαν στη μεταπολεμική ευφορία των δεκαετιών του ’50 και του ’60.
Αυτή είναι η πιο δυνατή του εικόνα: μια εβραϊκή αστική τάξη που προσπάθησε να αντιδράσει στην τραγωδία με πολυτέλεια, ελευθεριότητα, διασκέδαση και σεξ. Με άλλα λόγια, με μια δική της dolce vita. Όχι ανέμελη, όχι αθώα, αλλά σχεδόν απελπισμένη. Σαν το πένθος να φόρεσε λευκό σμόκιν και να ανέβηκε σε υπερωκεάνιο.
Ο Πιπέρνο έχει μια οικογενειακή εικόνα γι’ αυτό: τους παππούδες του τη δεκαετία του ’60 πάνω σε πλοίο, με λευκά σμόκιν, σαν φιγούρες από τον Φιτζέραλντ. Ο παππούς του ήταν 25 ετών το 1946. Άρχισαν να διασκεδάζουν, να ζουν, να ξοδεύουν, και για να το κάνουν αυτό κατέστρεψαν πολλά. Δεν ήταν απλώς κοινωνική άνοδος. Ήταν και ένας τρόπος να τρέξουν μακριά από κάτι που τους είχε ήδη προλάβει.
Γιατί υπάρχει και η άλλη εικόνα, αυτή που δεν έχει καμία λάμψη. Η γιαγιά του ήταν έγκυος στον πατέρα του, στο σπίτι της στη Via Dandolo, όταν έφτασαν τα φορτηγά των Γερμανών. Οι γείτονες από πάνω την προειδοποίησαν. Την έκρυψαν στο σπίτι τους. Οι Γερμανοί μπήκαν με σκυλιά, έσπασαν την πόρτα και δεν βρήκαν κανέναν. Ήταν ζήτημα λεπτών. Ο Πιπέρνο λέει ότι με αυτό μεγάλωσε η τρίτη γενιά: με την αίσθηση ότι η ίδια της η ύπαρξη υπήρξε θέμα τύχης.
Κάπου εδώ εξηγείται γιατί, στα βιβλία του, όλα γυρίζουν στην οικογένεια. Το μοντέρνο μυθιστόρημα μπορεί να προσπάθησε να ξεφύγει από αυτήν, αλλά ο Πιπέρνο επιμένει ότι η οικογένεια παραμένει ο τόπος όπου συμβαίνουν όλα. Εκεί γεννιούνται οι πρώτες ήττες, οι πρώτες κωμωδίες, τα πρώτα ψέματα, οι πρώτες υποχρεώσεις. Εκεί σε σώζουν και εκεί σε καταστρέφουν. Εκεί η Ιστορία μικραίνει αρκετά ώστε να χωρέσει σε ένα τραπέζι.
Η σχέση του με τη λογοτεχνία έχει επίσης κάτι ηδονικό. Ο ίδιος χωρίζει τους συγγραφείς σε δύο κατηγορίες: εκείνους που παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους και πολύ λίγο το έργο τους, και εκείνους που δεν παίρνουν πολύ σοβαρά τον εαυτό τους αλλά παίρνουν πολύ σοβαρά αυτό που κάνουν. Θέλει να ανήκει στους δεύτερους. Δεν γράφει, λέει, για να αλλάξει τον κόσμο. Γράφει επειδή η λογοτεχνία τον διασκεδάζει με έναν τρόπο συναισθηματικό, σχεδόν αισθησιακό.
Ίσως γι’ αυτό η σκληρότητα των βιβλίων του δεν στεγνώνει ποτέ. Υπάρχει πάντα χιούμορ, ειρωνεία, απόλαυση, μια αίσθηση ότι ο συγγραφέας βλέπει τους ανθρώπους του καθαρά, αλλά δεν θέλει να τους στερήσει το δικαίωμα να είναι γελοίοι, ελκυστικοί, μικρόψυχοι, τραγικοί και αστείοι ταυτόχρονα.
Στα μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας που διδάσκει, οι φοιτητές του αγαπούν τον Προυστ και τον Καμί, ειδικά τον Ξένο. Ο Σταντάλ δεν λειτουργεί εύκολα. Η Μαντάμ Μποβαρί τους μαγεύει, επειδή η ιδέα ότι όλοι επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε παραμένει ακαταμάχητη. Η Αισθηματική αγωγή, το αγαπημένο του μυθιστόρημα, τους αφορά λιγότερο, ίσως επειδή είναι βιβλίο πιο ώριμο, πιο σκληρό, για την αποτυχία της ζωής. Ο Μπωντλαίρ, αντίθετα, περνάει. Ο Πιπέρνο τον συγκρίνει με τον Μπομπ Ντίλαν: αινιγματικός, αντιφατικός, άπιαστος.
Στην Ελλάδα, ο Πιπέρνο δεν είναι άγνωστος. Βιβλία του όπως το Με τις χειρότερες προθέσεις, ο Διωγμός, οι Αχώριστοι και το Εκεί που τελειώνει η ιστορία έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη. Αυτό βοηθά να διαβαστεί και το νέο του βιβλίο όχι σαν μεμονωμένη είδηση, αλλά σαν συνέχεια ενός μεγάλου, επίμονου οικογενειακού σύμπαντος.
Στο κέντρο του σύμπαντος αυτού υπάρχει πάντα κάποιος που προσπαθεί να ξεφύγει από τον ρόλο του. Ένας γιος, ένας πατέρας, ένας συγγραφέας, ένας καθηγητής, ένας Ρωμαίος, ένας Εβραίος, ένας άνθρωπος που οι άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει ποιος είναι.
Και ο Πιπέρνο, με την πίπα του, το κοστούμι του και την ειρωνεία του, επιστρέφει κάθε φορά στο ίδιο σημείο: στην οικογένεια ως το μέρος όπου η Ιστορία γίνεται νεύρωση, κωμωδία και λογοτεχνία.
Με στοιχεία από El País