Ήταν ένα «la la la» που έμοιαζε σχεδόν υπερβολικά απλό για να αλλάξει οτιδήποτε. Κι όμως, είκοσι πέντε χρόνια μετά, το «Can’t Get You Out of My Head» παραμένει ένα από τα καθαρότερα ποπ αντικείμενα του 21ου αιώνα: ένα τραγούδι που δεν εξηγεί τον εαυτό του, δεν φωνάζει, δεν ξεχειλίζει, αλλά μπαίνει στο μυαλό σαν μικρή, ασημένια μηχανή.
Το κομμάτι κυκλοφόρησε στις 17 Σεπτεμβρίου 2001 και οδήγησε την Κάιλι Μινόγκ στη δική της «imperial phase», εκείνη τη σπάνια περίοδο όπου ένας ποπ καλλιτέχνης μοιάζει να ξέρει ακριβώς ποιος είναι, τι θέλει το κοινό από εκείνον και πώς μπορεί να το πάει λίγο πιο μπροστά. Με το άλμπουμ «Fever», τα βίντεο, τη μόδα, την περιοδεία και τη συνολική εικόνα εκείνης της εποχής, η Κάιλι δεν έκανε απλώς comeback. Βρήκε μια νέα γλώσσα: πιο ψυχρή, πιο αυστηρή, πιο σεξουαλική, πιο φουτουριστική.
Η ιστορία του τραγουδιού ξεκίνησε ένα φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο του 2000, σε ένα στούντιο-γκαράζ στο Σάρεϊ. Ο Ρομπ Ντέιβις, πρώην κιθαρίστας των Mud, και η Κάθι Ντένις, ποπ σταρ που είχε ήδη περάσει στη σύνθεση τραγουδιών, δούλεψαν πάνω σε ένα ντέμο που τελείωσε μέσα σε λίγες ώρες. Η Ντένις έφερε τον τίτλο και το κεντρικό μοτίβο, ο Ντέιβις πρόσθεσε το «la la la» και το τραγούδι πήρε αμέσως μια μορφή που δεν έμοιαζε με κλασικό σινγκλ κουπλέ-ρεφρέν. Κάθε φράση ακουγόταν σαν μικρό ρεφρέν.
Πριν φτάσει στην Κάιλι, το τραγούδι πέρασε από άλλα χέρια. Οι S Club 7 δεν το πήραν. Η Σόφι Έλις-Μπέξτορ επίσης το απέρριψε. Ο Σάιμον Φούλερ πρότεινε να σταλεί στην Κάιλι, παρότι ακόμη και οι δημιουργοί του δεν ήταν βέβαιοι ότι ταίριαζε σε εκείνη. Η ίδια, αντίθετα, κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι το κομμάτι της ανήκε. Δεν ήταν απλώς ένα πιθανό hit. Ήταν μια πόρτα.
Αυτό που έκανε το «Can’t Get You Out of My Head» τόσο δυνατό ήταν η περίεργη οικονομία του. Δεν είχε την υπερβολή μιας μεγάλης ντίβας, ούτεη χαρά μιας ντίσκο αναβίωσης. Είχε χώρο, επανάληψη, ψυχρότητα, ηλεκτρονική ακρίβεια και ένα hook τόσο απλό που έμοιαζε σχεδόν απειλητικό. Την ίδια περίοδο, η ποπ άρχιζε να απορροφά πιο τολμηρές παραγωγές από την R&B και το hip-hop, από τους Neptunes έως τον Timbaland. Το «I’m a Slave 4 U» της Μπρίτνεϊ Σπίαρς θα κυκλοφορούσε τον ίδιο μήνα. Η ποπ έμπαινε σε μια πιο μινιμαλιστική, πιο σωματική, πιο παράξενη δεκαετία.
Η Κάιλι, όμως, το έκανε εικόνα. Το εξώφυλλο του «Fever», φωτογραφημένο από τον Βίνσεντ Πίτερς, έδειχνε μια πιο αυστηρή, ελεγχόμενη, σχεδόν αρχιτεκτονική σεξουαλικότητα. Ο Γουίλιαμ Μπέικερ, stylist και δημιουργικός διευθυντής της, είχε στο μυαλό του τις φωτογραφίες του Ζαν-Πολ Γκουντ για την Γκρέις Τζόουνς, όπου η επιθυμία δεν είναι απλώς γοητεία, αλλά δύναμη. Στην εικόνα της Κάιλι, το καλώδιο του μικροφώνου τυλίγεται γύρω από το σώμα της, σαν να συνδέει απευθείας τη φωνή, τη μηχανή και την εικόνα.
Το βίντεο της Ντον Σάντφορθ πήγε αυτή την αισθητική ακόμη πιο μακριά. Λευκοί θόλοι, καθαρές γραμμές, φουτουριστικά τοπία, κόκκινοι χορευτές με καλυμμένα πρόσωπα, μια πόλη που μοιάζει με υπόσχεση της νέας χιλιετίας. Και στο κέντρο, το λευκό φόρεμα με την κουκούλα και το άνοιγμα ως τον αφαλό, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ποπ ρούχα της εποχής. Δεν ήταν απλώς σέξι. Ήταν ψυχρό, γεωμετρικό, σχεδόν εξωγήινο.
Η επιτυχία ήταν ακαριαία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το σινγκλ μπήκε κατευθείαν στο Νο 1, πουλώντας 306.000 αντίτυπα την πρώτη εβδομάδα, και νίκησε άνετα τη Βικτόρια Μπέκαμ, που την ίδια ημέρα κυκλοφορούσε το «Not Such an Innocent Girl». Η μάχη των charts είχε όλα τα στοιχεία που αγαπούσε ο βρετανικός Τύπος των αρχών των 00s: μια πρώην Spice Girl, μια παλιά ποπ πριγκίπισσα που ξαναγινόταν αήττητη, ωραίες δηλητηριώδεις ατάκες και ένα τραγούδι που είχε ήδη ξεφύγει από τον ανταγωνισμό πριν ακόμη μετρηθούν οι πωλήσεις.
Υπήρχε, όμως, και κάτι πιο παράξενο στο timing. Το «Can’t Get You Out of My Head» κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, σε μια στιγμή όπου η δυτική ποπ κουλτούρα προσπαθούσε να ξαναβρεί μια αίσθηση κανονικότητας. Το τραγούδι δεν είχε καμία σχέση με την τραγωδία και ακριβώς γι’ αυτό μπόρεσε να λειτουργήσει σαν καταφύγιο. Δεν κουβαλούσε μήνυμα, ούτε ζητούσε εξήγηση. Έδινε ρυθμό, γυαλάδα και φυγή, σε μια περίοδο όπου η πραγματικότητα είχε γίνει δυσβάσταχτη.
Αργότερα, αυτή η λειτουργία της Κάιλι ως ποπ αντίδοτο πήρε σχεδόν παράλογες διαστάσεις. Η ίδια παρακολουθούσε αμήχανα τον τρόπο με τον οποίο ο Τύπος προσπαθούσε να τη φορτώσει με συμβολισμούς που δεν της ανήκαν. Η Κάιλι δεν ήταν «απάντηση» σε τίποτα τόσο σκοτεινό. Ήταν κάτι πιο ταπεινό και ίσως πιο χρήσιμο: ένα σώμα στη σκηνή, ένα τραγούδι που δεν ζητούσε ανάλυση, ένα ποπ αντικείμενο που επέτρεπε στον κόσμο να χορέψει ξανά χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσει γιατί.
Στις ΗΠΑ, όπου η Κάιλι δεν είχε την ίδια συνεχή παρουσία στα charts, το τραγούδι άρχισε να ανεβαίνει στις αρχές του 2002 και να περνά από τα κλαμπ στο ευρύτερο ακροατήριο. Η εικόνα είναι σχεδόν τέλεια: μια πίστα στη Νέα Υόρκη, ένας DJ που παίζει το κομμάτι για πολλή ώρα, κόσμος που το αναγνωρίζει σαν κάτι που ήδη ήθελε χωρίς να ξέρει ότι το ήθελε. Το «Can’t Get You Out of My Head» δεν ήταν απλώς κολλητικό. Ήταν μεταδοτικό.
Η queer διάστασή του δεν χρειαζόταν καν να δηλωθεί. Υπήρχε στον τρόπο που η Κάιλι έγινε σώμα επιθυμίας χωρίς απειλή, camp χωρίς καρικατούρα, ντίβα χωρίς να χάσει την ελαφρότητα. Στα Brit Awards του 2002, η εμφάνισή της με το mash-up του «Can’t Get You Out of My Head» και του «Blue Monday» των New Order, σε παραγωγή του Έρολ Άλκαν, έγινε σχεδόν κουίρ ποπ τεκμήριο. Η Κάιλι ξαπλωμένη πάνω σε ένα γιγάντιο CD, με Dolce & Gabbana μίνι φόρεμα και ασημένιες μπότες, ανάμεσα στο θέαμα, την ανοησία, τη σεξουαλικότητα και την τέλεια ποπ αυτογνωσία.
Αυτό εξηγεί γιατί το τραγούδι άντεξε. Δεν ήταν μόνο το μεγαλύτερο hit της Κάιλι. Ήταν η στιγμή όπου όλα γύρω της κούμπωσαν: ήχος, σώμα, εικόνα, βίντεο, κουλτούρα των κλαμπ, τηλεόραση, charts, camp μνήμη, διεθνής αγορά. Η φράση του τίτλου έγινε αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δεν μπορούσες να το βγάλεις από το κεφάλι σου γιατί ήταν φτιαγμένο για να μη βγαίνει.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, το «Can’t Get You Out of My Head» ακούγεται ακόμη παράξενα καθαρό. Δεν νοσταλγεί τον εαυτό του. Δεν ακούγεται σαν ρετρό φετίχ των 00s. Ακούγεται σαν τραγούδι που κατάλαβε νωρίς ότι η ποπ του μέλλοντος θα ήταν λιγότερο φλύαρη, πιο σωματική, πιο στιλιζαρισμένη, πιο κοντά στη μηχανή αλλά ακόμη γεμάτη επιθυμία.
Η Κάιλι δεν βρήκε εκεί απλώς το απόλυτο σινγκλ της. Βρήκε μια μορφή που μπορούσε να την ακολουθήσει για πάντα.
με στοιχεία από Guardian