Νέους κανόνες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υιοθετεί η ΕΕ. Μεταξύ άλλων θεσπίζεται ανώτατο όριο για τα δάνεια αυτά, ενώ οι τράπεζες καλούνται να δημιουργήσουν αποθεματικό για την κάλυψη των κινδύνων.


Σήμερα το καθεστώς των μη εξυπηρετούμενων «ανοιγμάτων»- που διέπει στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια, αλλά και επιχειρηματικά ανοίγματα- ρυθμίζεται από κανονισμό του 2013, ο οποίος δεν προσφέρει αποτελεσματική και κυρίως ομοιογενή λύση για τα προβλήματα που ανέκυψαν στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

 

«Το πρόβλημα είναι ότι η Ευρώπη αυτή τη στιγμή δεν έχει ένα ενιαίο πλαίσιο για να αντιμετωπίσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια» λέει ο Μίλτος Κύρκος, ευρωβουλευτής με «Το Ποτάμι».

 

Όπως επισημαίνει «αυτό έχει επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, έχει επιπτώσεις στη μη προστασία του καταναλωτή, έχει επιπτώσεις και στο ότι πολλά δάνεια βγήκαν μη εξυπηρετούμενα επειδή έπεσαν οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Επίσης πολλά τραπεζικά προϊόντα δίνονταν χωρίς να προστατεύεται ο δανειολήπτης, ειδικά με τη χρήση μικρών γραμμάτων, τα οποία ο καταναλωτής πολλές φορές δεν καταλαβαίνει».

 

Την έλλειψη αποτελεσματικής και ομοιογενούς προστασίας του δανειολήπτη επισημαίνει και ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης.

 

«Με δεδομένο ότι εκ των πραγμάτων η τράπεζα είναι ο δυνατός και ο δανειολήπτης-καταναλωτής ο αδύνατος, όπως καθορίζεται και στην ευρωπαϊκή οδηγία περί καταχρηστικών ρητρών, η προστασία του δανειολήπτη σημαίνει ότι εμείς θα πρέπει να παρεμβαίνουμε και να διερευνούμε καταγγελίες για μη αποτελεσματική εφαρμογή της συγκεκριμένης οδηγίας. Σας αναφέρω λοιπόν ότι ιδιαίτερα στην περίπτωση της Κύπρου η οδηγία δεν εφαρμόζεται με αποτελεσματικό τρόπο και σε άλλα κράτη-μέλη δεν εφαρμόζεται με ομοιόμορφο τρόπο».

 

Δικλείδες ασφαλείας για το μέλλον

Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όλα τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να δημιουργήσουν ειδικό αποθεματικό για την κάλυψη των κινδύνων. Επιπλέον, για πρώτη φορά προβλέπεται δεσμευτικό όριο για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Γιατί όμως δεν επαρκούσε ο προηγούμενος κανονισμός για την προστασία των τραπεζών; Όπως λέει ο Μίλτος Κύρκος στην Deutsche Welle «υπάρχουν κριτήρια, τα οποία ήταν διαφορετικά από τράπεζα σε τράπεζα και πολλές φορές χρησιμοποιούνταν όχι με καλό τρόπο, για να μεταφέρουν δάνεια από κατηγορία σε κατηγορία και να ελαφρύνουν προσωρινά έναν ισολογισμό. Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο προσπαθούν να βάλουν έναν ενιαίο κανόνα».

 

Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο εγκρίθηκε αυτή την εβδομάδα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αναμένεται να τεθεί σύντομα σε ισχύ, καθώς το Συμβούλιο Υπουργών έχει ήδη συμφωνήσει. Το πρόβλημα είναι ότι οι νέοι κανόνες θα ισχύσουν μόνο για δάνεια που χορηγούνται μετά την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας και όχι για εκείνα που έχουν ήδη συσσωρευθεί στη διάρκεια της κρίσης.

 

Και αυτό παρότι η κρίση αποτελεί βασική αιτία για την υπερβολική συγκέντρωση των κόκκινων δανείων, όπως επισημαίνει και ο εισηγητής του Ευρωκοινοβουλίου Ρομπέρτο Γκουαλτιέρι. «Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο βασικός λόγος για τη συσσώρευση των κόκκινων δανείων είναι η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά και οι αρνητικές επιπτώσεις από την πολιτική λιτότητας σε μερικά κράτη-μέλη» λέει ο Ιταλός ευρωβουλευτής. «Είναι επίσης αλήθεια ότι σε ορισμένα κράτη-μέλη δεν υπήρξαν διαφανή κριτήρια για τη χορήγηση δανείων».

 

Η περίπτωση της Ελλάδας

Για τους δανειολήπτες στην Ελλάδα που έχουν ήδη εκκρεμότητες με τις τράπεζες ο κανονισμός δεν δίνει άμεση λύση. Υπάρχουν όμως ρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο, επισημαίνει ο ευρωβουλευτής Μίλτος Κύρκος.

 

«Καθυστερημένα πολύ, τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε ένα ορθό μέτρο, που προβλέπει επιμήκυνση των δανείων σε χρόνο και επιδότηση των επιτοκίων γι αυτούς που δεν έχουν την ικανότητα να πληρώσουν» τονίζει ο Έλληνας ευρωβουλευτής.

 

«Είναι καθυστερημένο και δεν περιλαμβάνει μέτρα για την καταπολέμηση της συμπεριφοράς των κακοπληρωτών, που έχουν μεγάλες περιουσίες, αλλά δεν εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Γι αυτό και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καθυστέρησε την εκταμίευση της δόσης. Επαναλαμβάνω: θετικό μέτρο, πολύ αργά, αλλά έστω και αργά είναι πολύ σωστό».

 

Με πληροφορίες από Deutsche Welle