«Οι δύσκολες στιγμές για την Ελλάδα δεν έχουν τελειώσει», τονίζει το πρακτορείο Bloomberg, επισημαίνοντας τις μεταρρυθμίσεις που απομένει να υλοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση. «Ο δρόμος της Ελλάδας προς την έξοδο από το πρόγραμμα διάσωσης: 140 μεταρρυθμίσεις έγιναν, πολλές άλλες απομένουν», είναι ο τίτλος του σημερινού δημοσιεύματος.

 

Όπως επισημαίνει το άρθρο, η έξοδος της χώρας στις αγορές την περασμένη εβδομάδα, η δέσμευση από τους ευρωπαίους πιστωτές για τη δόση των 8,5 δισ. ευρώ, η πιθανότητα εκταμίευσης περαιτέρω χρημάτων από το ΔΝΤ και η αναβάθμιση από τη Standard & Poor's, «συνέβαλαν στη στήριξη της εικόνας για τους επενδυτές ότι η Ελλάδα ανακάμπτει».

 

«Το πρόβλημα είναι, ότι πολλά εξαρτώνται από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων από τη χώρα -δεκάδες από τα 140 μέτρα που συμφωνήθηκαν βρίσκονται σε διάφορα στάδια εφαρμογής και απαιτούνται περισσότερες από 100 συμπληρωματικές δράσεις για την πρόσβαση στα υπόλοιπα κονδύλια ύψους 26,9 δισ. ευρώ πριν λήξει το τρέχον πρόγραμμα διάσωσης τον Αύγουστο 2018», υπογραμμίζει το Bloomberg και συνεχίζει:

 

«Ενώ οι αποδείξεις της μείωσης των δαπανών βρίσκονται παντού στην Ελλάδα, από τη μείωση των εισοδημάτων έως την αυξανόμενη φτώχεια, η χώρα έχει λιγότερα να δείξει όσον αφορά τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι απαιτήσεις των δανειστών για περισσότερα μέτρα απειλούν καταστήσουν εκρηκτική την πολιτική σκηνή, καθώς Έλληνες πολίτες και επιχειρήσεις υπολογίζουν το κόστος της χρηματοπιστωτικής κρίσης που έχει γεμίσει αναταραχή τις ζωές τους τα τελευταία επτά χρόνια».

 

«Με τα χρόνια, οι πιστωτές επέβαλαν μεταρρυθμίσεις που επηρέασαν την καθημερινή ζωή των Ελλήνων, από την απαίτηση αποδείξεων για φορολογικές ελαφρύνσεις και ηλεκτρονικές συνταγές για τους ασθενείς, ώστε να αποφευχθεί η κατάχρηση, μέχρι μειώσεις συντάξεων έως και κατά 50%. Αν και το ιστορικό της Ελλάδας στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων δεν έχει κερδίσει "μπράβο", τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πιο απαιτητικά διαρθρωτικά μέτρα που στοχεύουν στη βαθιά αλλαγή παγιωμένων συνηθειών», τονίζει το πρακτορείο.

 

Ο Γεράσιμος Μοσχονάς, αναπληρωτής καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τονίζει πως το πραγματικό πρόβλημα είναι με μεταρρυθμίσεις όπως εκείνη του φορολογικού συστήματος και του δικαστικού συστήματος που απαιτούν «μακρά εφαρμογή». Όπως σημειώνει, τα μέτρα μείωσης δαπανών είχαν δραματική επίδραση στη ζωή των πολιτών, καθιστώντας δύσκολες τις περαιτέρω μακροχρόνιες μεταρρυθμίσεις, ανέφερε.

 

«Το εισόδημα ενός μέσου νοικοκυριού έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 40% στη διάρκεια της κρίσης, ο κίνδυνος φτώχειας έχει αυξηθεί κατά 35,6%, οι περικοπές των συντάξεων είναι τεράστιες και υπάρχει υπερβολική φορολογία», αναφέρει.

 

Το άρθρο τονίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει περαιτέρω τις συντάξεις, προωθεί το άνοιγμα των καταστημάτων της Κυριακές και εξετάζει περαιτέρω φόρους και αλλαγές στους εργατικούς νόμους που θα καθιστούσαν δύσκολο για τους υπαλλήλους να προχωρήσουν σε απεργία. Το δημοσίευμα κάνει αναφορά και στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, επικαλούμενο ως παράδειγμα την περίπτωση του πρώην αεροδρομίου στο Ελληνικό.

 

«Δεν υπάρχει σοβαρή εφαρμογή» των δύσκολων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, επισημαίνει ο Μοσχονάς. «Το ελληνικό κράτος απέτυχε» να τις θέσει σε εφαρμογή ακόμη και μετά την ψήφισή τους στο κοινοβούλιο λόγω έλλειψης πολιτικής βούλησης και έλλειψης τεχνικής εμπειρογνωμοσύνης, πρόσθεσε.

 

«Αυτό που περνάει από το κοινοβούλιο και αυτό που υλοποιείται είναι δύο διαφορετικά πράγματα», δήλωσε ο Αριστείδης Χατζής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι τροπολογίες, τα διατάγματα και οι εγκύκλιοι μπορούν να αλλάξουν τον νόμο τελείως «έτσι ώστε να μην εφαρμοστεί καθόλου στο τέλος», πρόσθεσε.