Oι υπογραφές γίνονται στο [email protected]

 

Koρυφαίες προσωπικότητες της Τέχνης και της διανόησης  προσυπογράφουν ανοιχτή επιστολή προς τον πρωθυπουργό για την φημολογούμενη απομάκρυνση του πιο επιτυχημένου διευθυντή που είχε ποτέ το Φεστιβάλ Αθηνών από τη θέση του.

 

Η επιστολή έχει ως εξής:

 

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ
Σαν να μην έφταναν οι τεράστιες οικονομικές δυσκολίες, οι δυσβάσταχτες θυσίες που ενσκήπτουν επί δικαίων και αδίκων , ο πόνος για τον ξεπεσμό της χώρας και η αγωνιώδης , ατέρμονη κατάσταση αναμονής μιας επικείμενης κατάρρευσης που όλο αναβάλλεται, έπεσε επιπλέον σαν βόμβα η φήμη ( ελπίζουμε) , ότι η πολύπαθη πόλη των Αθηνών θα στερηθεί την ευεργετική αύρα που πνέει κάθε καλοκαίρι από το Φεστιβάλ Αθηνών, από τότε που το διευθύνει ο σημερινός καλλιτεχνικός διευθυντής του.
« Θα αντικαταστήσουν τον Λούκο» λέει η φήμη. Μα γιατί; Η απορία εύλογη. Διότι:
Είναι πασίγνωστο πως χάρη στον Γιώργο Λούκο, έμπειρο στη διεύθυνση μεγάλων φεστιβάλ, με γνώση του χώρου , με διεθνείς γνωριμίες και ισχυρή προσωπικότητα, η μικρή μας χώρα απέκτησε ένα «μεγάλο» φεστιβάλ γνωστό πλέον διεθνώς στους πιο αναγνωρισμένους καλλιτεχνικούς θεσμούς , σε διεθνούς φήμης καλλιτέχνες και τον σοβαρό ξένο τύπο!
Είναι πασίγνωστο ότι επί των ημερών του το, επί χρόνια παρηκμασμένο φεστιβάλ Αθηνών, απέκτησε φυσιογνωμία, όραμα και ζωή, αύξησε το κοινό - με όλους τους χώρους του ασφυχτικά γεμάτους, αλλά επί πλέον διαμόρφωσε ένα άλλο, πολυσυλλεκτικό κοινό με τους νέους να κυριαρχούν σε εντυπωσιακά ποσοστά !
Είναι πασίγνωστο ότι ο καλλιτεχνικός κόσμος της χώρας , για πρώτη φορά, σε τέτοιο βαθμό και για όλα τα είδη της τέχνης, έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί , να ενημερώνεται και να εμπλουτίζει την εμπειρία του με ορισμένα από τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα των άξιων συναδέλφων του διεθνώς, προνόμιο που πριν ανήκε σε όσους, λίγους, μπορούσαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό γι αυτόν τον σκοπό.
Είναι πασίγνωστο πως ο διεθνής τύπος ασχολήθηκε για πρώτη φορά και σε αυτήν την έκταση με έναν καλλιτεχνικό θεσμό της χώρας , προβάλλοντάς την με τον καλύτερο τρόπο, και μάλιστα σε αρνητικούς γι αυτήν καιρούς.
Είναι επίσης γνωστό ότι χάρη στο φεστιβάλ, έλληνες καλλιτέχνες ανοίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία, έξω από τα σύνορα της χώρας δημιουργώντας θετική εικόνα για την πατρίδα τους.
Είναι τέλος «κοινό μυστικό» πως πολλοί είναι οι νέοι που όλον τον χρόνο συγκεντρώνουν χρήματα « για να έχουν το καλοκαίρι για το φεστιβάλ» και πολλοί που ρυθμίζουν τον χρόνο των διακοπών τους «ανάλογα με το πρόγραμμα του Φεστιβάλ».
Κύριε Πρωθυπουργέ
Ένα από τα στραβά που μας έφεραν ως εδώ είναι και η «εθνική κατάρα» να καθαιρούνται από τις θέσεις τους επιτυχημένοι άνθρωποι– είναι γνωστό πόσοι άξιοι εγκατέλειψαν τη χώρα διωγμένοι από την έλλειψη αναγνώρισης του έργου τους.
Σε μια εποχή που οι Έλληνες υποφέρουμε από την έλλειψη χρημάτων έχουμε όσο ποτέ ανάγκη ,σαν αντιστάθμισμα, να βλέπουμε την Πολιτεία να προσφέρει, τουλάχιστον, ηθική αναγνώριση σε όσους την αξίζουν.
Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,
Γνωρίζουμε την κρισιμότητα των ημερών . Θα μας κάνετε, παρόλα αυτά την τιμή να μας απαντήσετε; Αληθεύει ή είναι φήμη το «θα αντικαταστήσουν τον Λούκο»;

Οι υπογράφοντες

Λευτέρης Βογιατζής, Ξένια Καλογεροπούλου,Νόνικα Γαληνέα,Μάγια Λυμπεροπούλου, Θωμάς Μοσχόπουλος, Σταμάτης Φασουλής, Μιχαήλ Μαρμαρινός, Δημήτρης Παπαιωάννου, Ρούλα Πατεράκη, Χλόη Γεωργάκη Ομπολένσκυ, Γιώργος Κουμεντάκης, Σταμάτης Κραουνάκης , Λίνα Νικολακοπούλου, Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Δημητριάδης, Γιάννης Αγγελάκας, Όλια Λαζαρίδου, Μελίνα Τανάγρη, Γιώργος Βέλτσος, Ρένη Πιττακή ,Κωστής Παπαγιώργης, Αντώνης Αντύπας, Γιώργος Κουρουπός, Αμαλία Μουτούση ,Τζίνα Πολίτη, Δημήτρης Καταλειφός, Άγγελος Παπαδημητρίου, Μισέλ Φάις, Τάσος Ψιμάρας, Άντζελα Μπρούσκου, Αργύρης Ξάφης , Αργύρης Μπακιρτζής, Δημήτρης Καραντζάς, Νίκος Καραθάνος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, Μηνάς Χατζησάββας, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Άννα Κοκκίνου, Άννυ Κολτσιδοπούλου,Σταύρος Ντουφεξής, Λυδία Φωτοπούλου,Άκης Σακελλαρίου, Μάκης Μηλάτος, Γιώργος Δεπάστας, Παρθενόπη Μπουζούρη, Γιώργος Σκεύας, Κορνήλιος Σελαμσής, Γιώργος Νανούρης, Ερίκος Σοφράς, Βίκυ Βολιώτη,Τζούλια Τσακίρη, Αλεξία Καλτσίκη, Γιάννης Κότσιφας ,Άννα Μάσχα, Γιώργος Λούλης, Καρυοφιλιά Καραμπέτη 
Γιάννης Μόσχος, Νίκος Κουρής, Αθηνά Τσαγκάρη, Γιώργος Δεπάστας,Γιάννης Χάρης , Βίκτωρ Αρδίτης, Βίκος Ναχμίας, Γιάννης Ανδρέου, άκης Ανούσης, Ρίνα Ανούση, Μαρία Ηλιού, Ιωσήφ Βεντούρας, Γιάννης Μαυριτσάκης, Αντώνης Δαγκλίδης, Θέμελης Γλινάτσης
(η λίστα ανανεώνεται συνεχώς με υπογραφές που γίνονται στο [email protected])
 
 
_________
Με την θλιβερή αυτή ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε το πρόσφατο ρεπορτάζ του Σταύρου Διοσκουρίδη στο τεύχος 296 της LifO
 
 

Φεστιβάλ Αθηνών: Απο εδώ ξεκίνησαν όλα

 

Πολλά από τα πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα στη νέα καλλιτεχνική κατάσταση της Αθήνας εισέβαλαν για πρώτη φορά ορμητικά μέσα από το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Λούκου. Ας αποδώσουμε λοιπόν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, λίγο πριν από τη νέα σεζόν. Μιλούν οι Λευτέρης Βογιατζής, Δημήτρης Παπαϊωάννου, Διονύσης Καββαθάς, Βένα Γεωργακοπούλου, Γιώργος Λούκος και οι συνεργάτες του στο Φεστιβάλ.

 

Είναι αξίωμα το μεγάλο φεστιβάλ μιας μικρής χώρας ν’ αντανακλά την καλλιτεχνική δημιουργία της αλλά και την πολιτιστική καλλιέργειά της. Πέρα από τη δεκαετία του ’60, την περίοδο που η Αθήνα ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης (1985) και κάποιες άλλες μεμονωμένες στιγμές, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είχε αποκτήσει μια αρνητική εικόνα για τον πολύ κόσμο. Για να μην είμαστε άδικοι, δεν ήταν ότι δεν έφερνε ωραία πράγματα αλλά ότι απευθυνόταν σ’ ένα κοσμικό κοινό, εκτυλισσόταν αποκλειστικά σε αμφιθεατρικούς χώρους, όπως το Ηρώδειο, και πάντα άφηνε μια υποψία ότι τα «πράγματα» του Φεστιβάλ τα τακτοποιούσε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική παρέα. Το 2005 το Φεστιβάλ είχε 77 παραστάσεις, δύο περισσότερες από το 2004, και το πρόγραμμα περιλάμβανε από Μιχάλη Κακογιάννη μέχρι Πασχάλη Τερζή και DJ Spooky. Το 2006 ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος, με μεγάλη θητεία σε φεστιβάλ του εξωτερικού. Αυτό ξέραμε τότε.

Η δημοσιογράφος Βένα Γεωργακοπούλου θυμάται πως τα χρόνια πριν από το 2006 είχε τη χειρότερη εντύπωση για το Ελληνικό Φεστιβάλ. «Αραιά και πού υπήρχε μια παράσταση, ελληνική ή ξένη, που πραγματικά ένιωθα λαχτάρα να τη δω. Είχαν γίνει, βέβαια, κάποιες προσπάθειες ανανέωσης (από τον Μικρούτσικο και τον Κουρουπό), αλλά πάντα σκόνταφταν σε επετηρίδες, γραφειοκρατία, κυκλώματα ατζέντηδων, τη γνωστή ελληνική κακοδαιμονία». Η υποδοχή που ο πολιτιστικός Τύπος επιφύλαξε στον Γιώργο Λούκο ήταν θριαμβευτική. «Ακόμα θυμάμαι τη χαρά αλλά και την έκπληξη που επικράτησε στη δική μου εφημερίδα (“Ελευθεροτυπία”). Ούτε καν μας πέρασε απ’ το μυαλό να κρατήσουμε κάποια απόσταση από τον διορισμό του, επειδή τον “έφερε” στην Ελλάδα ο Κώστας Καραμανλής. So what; Το έργο του Λούκου στο Μπαλέτο της Όπερας της Λυών ήταν πασίγνωστο, τουλάχιστον στους καλλιτεχνικούς συντάκτες. Και συναντούσαμε και τον ίδιο, τόσο ευγενικό και με ενδιαφέρον για τους νέους Έλληνες καλλιτέχνες, στο Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, γιατί η τρομερή Βίκυ Μαραγκοπούλου τον είχε εντάξει σε μια επιτροπή προσωπικοτήτων που στήριζε τον δικό της, ήδη ταχέως ανερχόμενο θεσμό. Και μόνο το όνομά του μας έλεγε ότι το Φεστιβάλ πήγαινε σε μια νέα εποχή, κοσμοπολίτικη, σύγχρονη, ενημερωμένη. Και δεν διαψευστήκαμε». Να σημειώσουμε για την ιστορία πως στην πρώτη χρονιά του Λούκου το Φεστιβάλ έκανε πάνω από 250.000 εισιτήρια, αριθμός-ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα.

 

ΚΑΤΑΡΓΗΣΕ ΤΟΥΣ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟΥΣ

Ο πρώτος καλλιτέχνης με τον οποίο συνομίλησε και προσπάθησε να φέρει δεν ήταν άλλος από τη χορογράφο Πίνα Μπάους. Αφού τον έπεισε ν’ αναλάβει το Φεστιβάλ, την έπεισε να έρθει στην Αθήνα. «Για να σου φέρω γούρι», του είχε πει. Πάρα πολλοί καλλιτέχνες ήρθαν «για τον Γιώργο» και όχι για την αίγλη του Φεστιβάλ. Η Αριάν Μνουσκίν, που έχει έρθει τρεις φορές με το Θέατρο του Ήλιου, για παράδειγμα, δεν ήθελε ν’ ακούει για τη χώρα μας, αφού, ενώ την κλείνανε οι εγχώριοι παράγοντες, μετά δεν της απαντούσαν για το πού, το πότε και το πόσα. Ο Λούκος όχι μόνο της άλλαξε γνώμη αλλά ο θρύλος λέει ότι πέρυσι ακύρωσε τη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ της Βιέννης για να έρθει στην Ελλάδα.

«Μια αυτονόητη κίνηση ήταν να καταργήσει τους ενδιάμεσους. Ήταν αυτονόητο, αλλά το αυτονόητο είναι εξαιρετικό μερικές φορές. Οπότε, με αυτό τον τρόπο κατάφερε με λιγότερα χρήματα να έχει περισσότερες παραγωγές», λέει στη LifΟ ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. «Δεν είναι όπως τότε, που διάφοροι ατζέντηδες αναλάμβαναν να φέρουν τους καλλιτέχνες, που οι σπατάλες ήταν κάτι το ασύλληπτο», θα υπογραμμίσει ο Λευτέρης Βογιατζής. «Με τον Λούκο έφυγαν από τη μέση άνθρωποι που αποκαλύφθηκε ότι σπαταλούσαν χρήματα. Με την εντιμότητα προσφέρει άλλο ένα παράδειγμα. Επικεφαλής στο Φεστιβάλ βρίσκεται ένας άνθρωπος που είναι πολύ κοντά στην πραγματικότητα της τέχνης. Είναι πολύ κοντά στους καλλιτέχνες, κάτι που είναι πάρα πολύ σημαντικό και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ταξιδεύει συχνά και βλέπει πράγματα ο ίδιος. Είναι σε θέση ν’ αναλάβει και την επιτυχία και την αποτυχία. Είναι μακριά από τα κυκλώματα, γι’ αυτό υποφέρει όσα υποφέρει», συμπληρώνει ο κ. Βογιατζής.

 

ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΑΛΕΣΜΑ –ΚΥΡΟΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

«Γεγονός είναι ότι τα έξι τελευταία χρόνια το Ελληνικό Φεστιβάλ έκανε κάλεσμα σε όλους τους καταξιωμένους ανθρώπους του θεάτρου, ενώ παράλληλα απευθύνθηκε στους νεότερους. Ο μεγάλος θεατρολόγος Μπερνάρ Ντορτ επισημαίνει έναν άλλου είδους διαχωρισμό: “Υπάρχουν δύο θέατρα: το θέατρο της συγκατάβασης και της συναίνεσης κι ένα άλλο, διαφορετικό θέατρο, βίαιο, ανήσυχο, παράξενο”. Ο Λούκος και όσοι είχαμε την τύχη να συνεργαστούμε μαζί του σε αυτή την προσπάθεια επιλέξαμε το δεύτερο στρατόπεδο. Και αυτή η επιλογή αγκαλιάστηκε με ενθουσιασμό από νέους, ως επί το πλείστον, θεατές», λέει η θεατρολόγος Δηώ Καγγελάρη. «Ο Λούκος είχε τη δύναμη και το κύρος ν’ ανακατέψει την τράπουλα, γιατί δεν είχε ανάγκη ούτε υπουργούς, ούτε βουλευτές, ούτε κοσμικούς και κοσμικές. Είχε μάθει στη Λυών σε απόλυτη καλλιτεχνική ελευθερία και αυτήν εφάρμοσε κι εδώ», υπογραμμίζει η Βένα Γεωργακοπούλου. Ο ίδιος ο Λούκος θεωρεί προσωπικό του επίτευγμα το ότι κατάφερε κι έφερε ονόματα όπως η Ρενέ Φλέμινγκ, η Συλβί Γκιλέμ, η Ντέμπορα Γουόρνερ και η Φιόνα Σο, τον γερμανικό θεατρικό οργανισμό Σαουμπίνε και τον Τόμας Όστερμαϊερ και τον Ρικάρντο Μούτι.

 

ΦΡΕΣΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ - ΦΡΕΣΚΟ ΚΟΙΝΟ -ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ - SUMMER SCHOOL ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ.

Η Γιούλη Παπαθεοδώρου, υπεύθυνη Επικοινωνίας του Φεστιβάλ, θυμάται πως το στοίχημα του 2006 ήταν «να καλέσουμε ένα άλλο κοινό, το οποίο να είναι νεότερο, εναλλακτικότερο και ν’ ακολουθεί το φεστιβάλ για τις φρέσκες παραστάσεις του, αλλά και σε χώρους όπου δεν είχε συνηθίσει να πηγαίνει το καλοκαίρι». Το νεανικό κοινό πείστηκε επειδή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η κ. Γεωργακοπούλου, «είδε ό,τι έβλεπε εκείνη τη στιγμή ο υπόλοιπος δυτικός κόσμος. Νιώσαμε ξαφνικά ότι οι παραστάσεις και οι καλλιτέχνες για τους οποίους διαβάζαμε και ζηλεύαμε στις ξένες εφημερίδες, ευρωπαϊκές αλλά και αμερικανικές, είναι και δικά μας, οικεία πρόσωπα». Και το νέο ελληνικό κοινό ήθελε να δει νέους Έλληνες δημιουργούς. Το Φεστιβάλ έβαλε πάγο σε πρόσωπα που θεωρούσαν δεδομένη την παρουσία τους σε αυτό και άνοιξε το πρόγραμμά του σε νέα πρόσωπα του θεάτρου, του χορού και της μουσικής, που δεν τους είχε δοκιμάσει μεν αλλά και δεν τους είχε αλλοιώσει ο χρόνος. Η Δηώ Καγγελάρη επισημαίνει πως «η ανάδειξη νέων ομάδων υπήρξε ένας από τους βασικούς στόχους της καλλιτεχνικής πολιτικής του Γιώργου Λούκου. Το Φεστιβάλ Αθηνών προτείνει στους νέους δημιουργούς ένα βήμα ανοιχτό στον πειραματισμό και στον διάλογο, παρακολουθεί την πορεία τους και συμβάλλει στην εξέλιξή τους, ιδιαίτερα όταν διακρίνει δείγματα προσωπικής γραφής, ανανεώνοντας τη συνεργασία. Και είναι πραγματική χαρά να βλέπεις νεανικές ομάδες να εμβαθύνουν στην έρευνά τους, όπως η ομάδα Χώρος ή ο Σίμος Κακάλας, ή άγνωστους μέχρι χθες θιάσους να κάνουν με επιτυχία το πρώτα τους βήματα στο εξωτερικό, όπως πρόσφατα οι Blitz στη σκηνή της Σαουμπίνε στο Βερολίνο».

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου πιστεύει πως μέσω του Φεστιβάλ αναδείχτηκαν «δύο ολόκληρες γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών που είχαν ένα σύγχρονο πρόσωπο, είχαν κάποια στήριξη από το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά δεν τους δινόταν χώρος στο Φεστιβάλ Αθηνών. Αυτός ο κόσμος εξετέθη. Τους δόθηκε η ευκαιρία και φάνηκε ποιοι κατάφεραν και ποιοι ζητούσαν ένα μεγαλύτερο βήμα. Μια γειτνίαση με άλλα ονόματα του ευρωπαϊκού και του παγκόσμιου στερεώματος που παίζουν στο ίδιο γήπεδο μπάλα. Ήταν κάτι επίσης αυτονόητο για δυνάμεις που εργαζόντουσαν χρόνια να έχουν την ευκαιρία τους να δειγματίσουν. Αυτό το έκανε, επίσης, ο Λούκος. Το σημαντικότερο απ’ όλα είναι ότι, δίνοντας μια κατεύθυνση στη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή, δίνοντάς μας πολύ από το υλικό που αλλιώς θα ταξιδεύαμε αρκετά στις πρωτεύουσες του κόσμου για να δούμε, πρόσφερε στον κόσμο τη δυνατότητα να δει πολλά πράγματα κι έτσι να τοποθετήσει εμάς, τους δημιουργούς, σ’ ένα σωστότερο πλαίσιο όσον αφορά τη σχέση μας με το κοινό μας. Είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Πολλοί συνάνθρωποί μου, που είναι φιλότεχνοι, αισθάνομαι ότι πια μπορούν να συνομιλήσουν με το έργο μου».

Ο επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Διονύσης Καββαθάς το περιγράφει πιο επιστημονικά. «Η ριζική καινοτομία του Λούκου στο Φεστιβάλ Αθηνών είναι κατά κοινή ομολογία η εισαγωγή μιας χωρικής διαφοράς μεταξύ όπων καλλιτεχνικής επιμελητείας (Ηρώδειο, Μέγαρο ουσικής, Επίδαυρος), όπου επιβεβαιώνεται μαζικά το αισθητικά “ωραίο”, προσφέροντας έτσι έσοδα στο ταμείο της πολιτιστικής αυτής επιχείρησης, και τόπων υποδοχής (επί της Πειραιώς κ.α.) καλλιτεχνικού αναστοχασμού πάνω σε νέες μορφές τέχνης, όπου τα αισθητήρια όργανατων επισκεπτών ασκούνται στην πρόσληψη καινοφανών σχημάτων του χρόνου και του χώρου. Η νέα αυτή “σχολή του γένους”, που λειτουργεί επί τη βάσει της φιλοσοφικής διαφοράς μεταξύ “ωραίου’ και “υψηλού”, παρουσίασε τα τελευταία χρόνια πρότυπα καλλιτεχνικής παραγωγής, τα οποία ανέβασαν ψηλά τον πήχη των αισθητικών μας προσδοκιών και καλλιέργησαν την κριτική μας ικανότητα στο έπακρον. Έκτοτε, κάθε εγχώρια παραγωγή κρίνεται ανελέητα με “διεθνή” κριτήρια και κανείς παραγωγός ή θεατής δεν μπορεί να επικαλεστεί πλέον αισθητικές αξίες της “εντοπιότητας”. Θεωρώ ότι το Φεστιβάλ Αθηνών λειτουργεί για όλους τους επισκέπτες του ως ένα summer school της αισθητικής αγωγής. Ο Λούκος μας έκανε φυγάδες στο “εκ-σωτερικό” της πόλης».

 

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 260

Ρώτησα τον Γιώργο Λούκο τι θυμόταν από την πρώτη του μέρα στο Φεστιβάλ. «Η πρώτη μου μέρα στο Φεστιβάλ θυμάμαι πως ήταν η επίσκεψή μου στην Πειραιώς. Σε αυτό το παρατημένο, χορταριασμένο, εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο, το οποίο πήγα να βρω και αποφάσισα να γίνει ο νέος χώρος ενός ανανεωμένου φεστιβάλ». Ο θρύλος, πάλι, λέει ότι εκεί τον πήγε ο Λευτέρης Βογιατζής, που στις αποθήκες της Πειραιώς προσπαθούσε να φτιάξει μια καινούργια θεατρική στέγη. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου θεωρεί πως αν το Φεστιβάλ κοιτάζει προς τη σύγχρονη σκηνή, τότε οι παραστάσεις δύσκολα φιλοξενούνται σε αμφιθέατρα, όπως είναι τα περισσότερα εξωτερικά θέατρα της χώρας. «Η σύγχρονη ευρωπαϊκή παραγωγή χρειάζεται χώρους μετωπικούς. Η ίδρυση ενός τέτοιου χώρου, όπως η Πειραιώς 260, έδωσε ένα στίγμα τελείως διαφορετικό και σύγχρονο και μπόρεσε να φιλοξενήσει εργασίες οι οποίες ήταν τεχνικά κατασκευασμένες για τέτοιους χώρους». H Δηώ Καγγελάρη δανείζεται μια φράση του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου και περιγράφει την Πειραιώς 260 ως «καλλιτεχνικό σχολείο». «Με υπερεντατικά μαθήματα»,

συμπληρώνει η ίδια. Εκτός από τα ανακαινισμένα εργοστάσια της Πειραιώς, το Φεστιβάλ περιπλανήθηκε μέχρι σήμερα σε 30 ακόμα χώρους της πόλης, ενεργοποιώντας πυρήνες που ήταν ξεχασμένοι ή αφορούσαν κοινό που δεν είχε ιδέα για το τι γίνεται στην Αθήνα το καλοκαίρι, ιδιαίτερα με την προσθήκη των εικαστικών εκθέσεων.

 

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ

Εντύπωση προκάλεσε και η εταιρική ταυτότητα του Φεστιβάλ. Ιδιαίτερα μετά το 2009, που απευθύνθηκαν σε σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών για να φτιάξουν τις αφίσες. Η Κλημεντίνη Βουνελάκη, που πήρε μεταγραφή το 2006 από το Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, αναφέρει πως «η οπτική ταυτότητα του Φεστιβάλ (εικαστικό και εταιρική ταυτότητα) όφειλε ν’ απηχεί τη νέα του κατεύθυνση, να έχει αναγνωρισιμότητα και ιδιαίτερο χαρακτήρα. Πήρε χρόνο να συντελεστεί η στροφή και να γονιμοποιηθούν οι νέες ιδέες. Το 2009 αποφάσισα ν’ απευθυνθούμε στο Εργαστήρι Τυπογραφίας και Τέχνης του Βιβλίου της ΑΣΚΤ που είχε επικεφαλής την αναπληρώτρια καθηγήτρια Λεώνη Βιδάλη. Η συνεργασία αυτή πιστεύουμε ότι ανανέωσε ουσιαστικά την εικόνα του Φεστιβάλ, συνδέοντας γράμματα και εικόνα με έναν λειτουργικό τρόπο». Εκτός από το άνοιγμα στην «κοινωνία» με τη συμμετοχή της ΑΣΚΤ, το Φεστιβάλ πάντα πειραματιζόταν με το δημιουργικό του. Αφήνοντας πίσω την εποχή που τις αφίσες τις φιλοτεχνούσαν ονόματα στυλ Τσόκλη, περάσαμε σε αυτές που δημιουργικά γραφεία, όπως αυτά των Bend και των Τhis is Amateur, συνεργάστηκαν με το Φεστιβάλ, ανανεώνοντας την εικόνα των εντύπων και του site του. Μοντέρνος μπορεί να χαρακτηριστεί και ο τρόπος προώθησης, αφού το Φεστιβάλ από την αρχή έδειξε προτίμηση στον free press Τύπο, εκδίδοντας, μάλιστα, και το δικό του έντυπο, που μετρά ήδη 27 τεύχη υπό τη διεύθυνση του Ηλία Κανέλλη.

 

________

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Γιώργος Λούκος: Ο πολιτισμός του αντι-γκλάμουρ

Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου Γιώργος Λούκος μιλάει για τη λεπτή ισορροπία μεταξύ του χαμηλού φετινού budget και της ποιότητας του προγράμματος, για τις λάθος αποφάσεις της πολιτικής τάξης και για τα παιδιά με τις σαγιονάρες που γεμίζουν τις αίθουσες της Πειραιώς.

 

Magnify Image
Κάποια στιγμή πιστέψαμε πως το Φεστιβάλ φέτος δεν θα γίνει κι εσείς, επίσης, στη συνέντευξη Τύπου, αναφερόμενος σε πολλές παραστάσεις, είπατε ότι «ελπίζετε» πως θα γίνουν...

 

Όπως έχω ξαναπεί, τα μισά χρήματα της περσινής επιχορήγησης δεν μας τα έχουν δώσει. Αφού δεν έχουμε ξεπληρώσει τους περσινούς, γιατί να υπογράψω με φετινούς; Εγώ υπογράφω, άρα είμαι υπόλογος και υπόδικος. Θεωρώ πολύ σωστό να ξεκινήσουμε να κάνουμε κάτι, αφού έχουμε τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις μας. Όχι να πάμε φλου με το «κάτι θα γίνει, η Ελλάδα θα πάει μπροστά» και όλες αυτές τις σαχλαμάρες. Προσωπικά, δεν με πειράζει, αν δεν έχουμε λεφτά δεν θα το κάνουμε. Ας πούμε, τώρα έχω μπροστά μου χαρτιά που μου έχουν σταλεί από τη Γερμανία και με ρωτούν αν μπορούμε να στείλουμε έναν μήνα πριν από τις παραστάσεις το 80% του ποσού. Ποτέ δεν μου έχει συμβεί αυτό. Γιατί μου το λένε; Επειδή φοβούνται πως δεν θα έχουμε να τους πληρώσουμε.

 

Οι ξένοι δεν είναι, όμως, περισσότερο συγκαταβατικοί; Δεν θέλουν να βοηθήσουν;

Εξαρτάται για ποιους ξένους μιλάς. Οι ηθοποιοί είναι πολύ συγκαταβατικοί. Οι διευθυντές των θεάτρων σκέφτονται τι συμβόλαιο θα κάνουν. Είναι η δουλειά τους. Εκτός κι αν προκύψει μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πόλης που επιχορηγεί, του υπουργείου Πολιτισμού της άλφα χώρας που θα πει, «ξέρεις τις πέντε αυτές ημέρες τις χαρίζουμε στην Ελλάδα». Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, γιατί υπάρχουν πολλές άλλες χώρες στον κόσμο όπου η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη.

 

Είναι το πρώτο Φεστιβάλ που γίνεται υπό συνθήκες κρίσης;

Νομίζω πως ναι. Αυτό που λέω είναι πως δεν ευθύνεται μόνο η κρίση αλλά και η κακή διαχείρισή της. Μια κρίση, για να ξέρεις να τη διαχειριστείς, πρέπει να τη βιώσεις καιρό. Στη ζωή τα πάντα τα μαθαίνεις. Όταν για πρώτη φορά βρίσκεσαι αντιμέτωπος μ’ ένα πράγμα που σε χτυπάει στη μούρη ξαφνικά, ε, δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις. Όλοι κάνουμε λάθη. Κι εγώ παίρνω αποφάσεις που μπορεί να μην είναι σωστές. Ορισμένα πράγματα σιγά σιγά τα μαθαίνεις. Επί παραδείγματι, για τις περισσότερες παραστάσεις που θα γίνουν στην Επίδαυρο φέτος δεν πληρώνουμε εμείς. Φρόντισαν μόνοι τους οι εκάστοτε παραγωγοί να βρουν λεφτά. Η κρίση είναι πιο δύσκολη εδώ, γιατί έχουμε και την τάση να μην κάνουμε καλή διαχείριση εν γένει - έχουμε και μια δυσκολία στο να τη μάθουμε.

 

Το Φεστιβάλ πώς διαχειρίστηκε την κρίση;

Απ’ όταν ξεκίνησε η σεζόν, τον Σεπτέμβριο, είχα πει ότι αν δεν πάρω τα περσινά λεφτά, δεν επρόκειτο να οργανώσω το φετινό φεστιβάλ, διότι κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι θα πάρω τα χρήματα και γι’ αυτό. Αντί, δηλαδή, να βρίσκομαι χρεωμένος γι’ αυτά που έκανα το ’11, θα βρεθώ χρεωμένος γι’ αυτά που έκανα το ’11 και το ’12. Οι περισσότεροι μου είπαν «μη στενοχωριέσαι, το κανονίζουμε», και άλλα τέτοια. Μέχρι τώρα, δεν έχει κανονιστεί τίποτα. Ακούω όλο και πιο καλά λόγια, συμπαθητικά και πιο ζεστά, αλλά πάντα λόγια. Από τη στιγμή που θα γίνουν έργα, θ’ αρχίσω να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά, να πληρώνω κάποιους από τους περσινούς, ίσως να δώσω και κάποιες προκαταβολές σε αυτούς που είναι απαιτητικοί. Ορισμένες φορές, όταν παραείναι απαιτητικοί, λέω «άι στο διάολο» -γιατί σε πιάνει και το εθνικιστικό σου-, «να μην έρθετε ποτέ». 

 

Magnify Image
 

 

Σας πιάνει εσάς αυτό;

Πάρα πολλές φορές. Το αίμα νερό δεν γίνεται. Από την άλλη πλευρά, θα είδατε ότι υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις που γίνονται από νέα παιδιά, τα οποία δεν ζητούν πολλά λεφτά. Ας πούμε, τους μεγαλύτερους, όχι μόνο από άποψη ηλικίας αλλά και αυτούς που έχουν ένα θέατρο, επιχορήγηση, δεν θεώρησα πως πρέπει να τους βοηθήσω. Θέλησα να το κάνω για όσους δεν έχουν. Έτσι, λοιπόν, έδωσα σε νέα παιδιά τη δυνατότητα να κάνουν κάτι. Τα εκτίμησα πάρα πολύ και είναι όλα συμπαθέστατα. Και φυσικά, οι μεγαλύτεροι δεν το κατάλαβαν. Γιατί θέλουν πάντα να είναι μέσα. Δεν επιθυμούν ν’ αφήσουν χώρο και στους μικρούς.

 

Υπάρχουν και μεγάλα ονόματα που συμμετέχουν φέτος.

Σαφώς και υπάρχουν. Καταρχάς, η επιλογή του Λευτέρη Βογιατζή με τον Αμφιτρύωνα του Μολιέρου δεν είναι δική μου, είναι του Εθνικού, γιατί με αυτή την παράσταση έρχεται. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, πως δεν θα έκανα εγώ τέτοια επιλογή - τον αγαπώ πολύ το Λευτέρη. Και του Δημήτρη Παπαϊωάννου η επιλογή όμως δεν ήταν δική μου, μου το πρότεινε ο ίδιος πριν από λίγο καιρό, τελευταία στιγμή. Με παίρνει τηλέφωνο και μου προτείνει «θέλω να κάνω κάτι». Του απαντώ, «εμείς δεν έχουμε πολλά λεφτά» και μου λέει, «θα τα βρούμε». Οπότε, πολλοί είναι που θέλουν να κάνουν κάτι για το φεστιβάλ, επειδή το αγαπούν. Κι αυτό εμένα μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά.

 

Έτσι όμως επηρεάζεται η ποιότητα του Φεστιβάλ, αφού δεν είναι υπό τον έλεγχό σας αυτό που κάνουν όσοι αυτοπροτείνονται;

Καθόλου, γιατί ακόμη και γι’ αυτό που επιλέγεις δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Για παράδειγμα ο «Γιάννης», που κάνει πάντα καλή δουλειά, μετά από 4-5 χρόνια με αριστουργήματα, μπορεί να κάνει τώρα μία μπούρδα. Αυτό είναι το μυστήριο της creation artistique, που λέμε κι εμείς. Φυσικά, όμως, έχεις κατά νουένα σωρό πράγματα που έχεις δει, έχεις ακούσει, έχεις διαβάσει και ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που επιλέγεις, τι έχουν κάνει και πώς έχουν συμπεριφερθεί μέχρι τώρα. Ξέρεις ποιο είναι το ποσοστό σοβαρότητας στη δουλειά τους, οπότε κάνεις τις επιλογές σου σε σχέση με αυτό το σκεπτικό.

 

Magnify Image

 

Πόσες προτάσεις είχατε για φέτος;

Για το ελληνικό θέατρο 187. Πάρα πολλές, ίσως πιο πολλές απ’ όσες έχουν η Αβινιόν, το Σάλτσμπουργκ και το Εδιμβούργο μαζί. Όλοι θέλουν να κάνουν κάτι. Και, πολλές φορές, χωρίς να έχουν κάνει κάτι άλλο. Αυτό είναι τρομερό και ταυτόχρονα συμπαθητικό. Λες, κοίτα, ρε παιδί μου, μια ζούρλα που έχει ο κόσμος - θετική, βέβαια.

 

Τα κριτήριά σας ποια είναι;

Κοίταξε. Φέτος τα κριτήριά μου ήταν να μην ξοδέψω λεφτά.

 

Πάντοτε υπάρχει στην Ελλάδα η υπόνοια ότι είναι ένα σύστημα που ευνοεί τους κολλητούς.

Ναι, το ξέρω. Έχω ακούσει και χειρότερα, ότι ορισμένους τους φέρνω γιατί περνούν από το πρακτορείο μου στην Ελβετία. Oρισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν κάνει κάτι σημαντικό ή ελάχιστα ή τίποτα στη ζωή τους, επειδή υπάρχει αυτός ο τυπικός ελληνικός ιός που λέγεται «οξεία ψωνίτις», στα εβδομήντα συνεχίζουν να κάνουν προτάσεις. Επειδή θεωρούν ότι το θέατρο δεν υπάρχει χωρίς αυτούς. Και οι οποίοι, μετά την πέμπτη φορά που θα τους αρνηθείς, αφού βέβαια ρωτήσεις τι θέλουν να κάνουν, γίνονται και υβριστικοί, απειλητικοί. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ» κ.λπ. Υπάρχουν και τέτοια. Δεν γίνονται συχνά, αλλά υπάρχουν.

 

Σας έχει συμβεί ποτέ να σας πει κρατικός παράγοντας να βάλετε κάποιον στο πρόγραμμα;

Μου έχει συμβεί κάνα δυο φορές, αλλά, ομολογώ, λιγότερο απ’ ό,τι πίστευα. Αλλά επειδή είχα υποστήριξη και από τις δύο κυβερνήσεις, το ξέρανε και δεν πολυτολμούσαν.

 

Γιατί δεν εξάγουμε τόσο πολύ θέατρο έξω; Δεν είναι λίγο παράδοξο;

Είναι. To μόνο που πήγε έξω και είχε επιτυχία ήταν ο Μαρμαρινός, με το Πεθαίνω σαν χώρα. Και στο Βέλγιο και στη Γαλλία και στη Βιέννη και παντού. Επίσης, άλλο που δεν εξάγουμε καθόλου είναι η μουσική. Δηλαδή, έχουμε εδώ τρεις-τέσσερις που θα μπορούσαν να κάνουν στο εξωτερικό καριέρα ανάλογη με της Cesaria Evora.

 

Magnify Image
 

 

Έξι χρόνια τώρα που έχετε αυτήν τη θέση, σε τι πιστεύετε ότι έχετε γίνει σοφότερος;

Δεν ξέρω σε τι έχω γίνει σοφότερος. Αυτό που μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση είναι πως βλέπω στην καλλιτεχνική δημιουργία των νέων να υπάρχει ενθουσιασμός, ταλέντο, αισιοδοξία που δεν βλέπω τόσο εύκολα έξω. Ελπίζω να είμαι αντικειμενικός και να μην υπάρχει αυτή η υποκειμενική προσέγγιση που έχει να κάνει με το γεγονός πως είμαι ένας Έλληνας του εξωτερικού που γυρίζει στα πάτρια εδάφη. Αλλά μου το λένε και σκηνοθέτες απέξω, κυρίως για τους νέους. Το θεωρούν θετικό και σημαντικό.

 

Το κοινό εμπιστεύεται τους νέους ;

Νομίζω πως ναι. Μεταξύ τους αρχίζει πάντα και μετά έρχονται και οι άλλοι. Υπάρχει κι ένα κοινό που επιθυμεί κλασικά πράγματα κι αυτό είναι καλό, αφού υπάρχουν διαφορετικές ηλικίες, παιδείες, ενδιαφέροντα.

 

Λείπει ο κράχτης από το φετινό Φεστιβάλ;

Δεν ξέρω τι είδους κράχτη εννοείτε.

 

Πέρσι, ας πούμε, ήταν ο Κέβιν Σπέισι.

Α, ο Κέβιν. Φέτος είναι ο Μπομπ Γουίλσον, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κόσμου. Ναι, προσπάθησα να βρω έναν κράχτη και σχεδόν τα κατάφερα, αλλά δεν θα πω το όνομά του, γιατί μπορεί να τον καταφέρω του χρόνου. Φοβήθηκα κάποια στιγμή γιατί δεν ήθελα να μπω πάλι στην ίδια διαδικασία, που φέρνουμε, δηλαδή, κάθε χρόνο ένα γνωστό όνομα κι έτι κάθε φορά έχουμε το πρόβλημα «ποιον θα φέρουμε φέτος».

 

Είναι κακό, όμως, αυτό; Τα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού δεν το κάνουν;

Όχι απαραίτητα, αλλά νομίζω ότι είναι καλό. Γιατί θεωρώ πως ελκύει κόσμο που δεν πάει συχνά στο Φεστιβάλ. Φέρνεις ένα νέο κοινό που μετά από λίγο μπορεί να γίνει κοινό σου. Δεν θα γίνουν όλοι όσοι πηγαίνουν να δουν τον Κέβιν, για παράδειγμα, κάποιοι όμως θα ξανάρθουν. Επίσης, βγάζεις χρήματα. Προσελκύεις και πολύ νεαρό κοινό. Αυτό έγινε περισσότερο πρόπερσι με τον Ίθαν Χοκ και λιγότερο πέρσι με τον Κέβιν Σπέισι. Ερχόντουσαν παιδάκια στο Λυγουριό και ρωτούσαν πού βρίσκεται ένα παλιό θέατρο, κάπου εκεί κοντά. Ή έπαιρναν τηλέφωνο στα γραφεία του Φεστιβάλ για να μάθουν τις ημερομηνίες και όταν ρωτούσαν οι υπάλληλοι «για το Winter’s Τale ενδιαφέρεστε;» η απάντηση ήταν «Όχι. Για τον Ίθαν Χοκ». Γιατί αυτό ήθελαν. Πολλά από αυτά τα παιδιά μπορεί να ξανάρθουν.

 

Η αλήθεια είναι πως, παρά τις δύσπιστες φωνές που ακούστηκαν, πέτυχαν και τα δύο «πειράματά» σας: και η Πειραιώς και το ξένο ρεπερτόριο στην Επίδαυρο.

Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι δεχόμαστε καινούργια πράγματα πολύ εύκολα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: πέρσι ήταν εδώ ο Καστελούτσι, όπου είχε τρομερή επιτυχία, και μετά, που πήγε στο Παρίσι, βγήκαν όλοι οι φανατικοί καθολικοί για να χαλάσουν την παράσταση. Εδώ τον δεχτήκαμε. Σε πολλούς άρεσε πάρα πολύ και σε κάποιους άλλους όχι. Είναι επόμενο. Τώρα, όσον αφορά την Πειραιώς, εγώ την αγαπώ πάρα πολύ. Όταν ήρθα εδώ -γιατί δεν ζήτησα να έρθω, με έφεραν- ήταν για να κάνω κάτι στο Ηρώδειο, που επίσης το αγαπώ πάρα πολύ, αλλά γι’ αυτό που είναι όχι γι’ αυτό που δεν είναι. Ξέρω τι δεν μπορώ να κάνω εκεί. Και πάρα πολλά από αυτά που δεν μπορώ να κάνω εκεί μου αρέσουν. Δηλαδή, δεν μπορώ να παίξω σύγχρονο θέατρο στο Ηρώδειο. Και δεν θέλω να κάνω ένα φεστιβάλ που θα έχει μόνο Αΐντα, Λίμνη των Κύκνων και μια βραδιά-αφιέρωμα στον Τσιτσάνη, ας πούμε. Ήθελα έναν χώρο για να κάνω άλλα πράγματα και δεν ήξερα πού να πάω. Και ομολογώ ότι χάρηκα πάρα πολύ όταν πήγα εκεί με τον Λευτέρη Βογιατζή, που με πήρε με το μηχανάκι και γυρίσαμε όλα τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Κι έλεγα, «Παναγία μου, πού με πάει τώρα». Ώσπου πήγαμε σ’ εκείνο το κτίριο στην Πειραιώς, αλλά δεν μπορέσαμε να μπούμε γιατί οι πόρτες ήταν αλυσοδεμένες. Είδαμε λίγο από πάνω, από τη μάντρα, κι έπειτα ξαναπήγα και σκαρφάλωσα, μπήκα μέσα, υπήρχαν κάτι αδέσποτα σκυλιά που γάβγιζαν, φοβήθηκα κι έφυγα. Τελικά, κάποια στιγμή μπήκαμε, μετά από καιρό ξαναπήγα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου για να μου πει τη γνώμη του ως εικαστικός και τελικά, τρεις μήνες μετά, αρχίσαμε να κάνουμε παραστάσεις εκεί. Και το κοινό το αγκάλιασε με μια ταχύτητα απίστευτη. Τον πρώτο καιρό δεν ήξεραν καν που είναι κι έφταναν στον χώρο με χάρτη. Από τη δεύτερη εβδομάδα ήταν γεμάτο. Ε, αυτό είναι κάτι που σε γεμίζει μεγάλη χαρά. Το κακό και σε αυτή τη περίπτωση είναι αυτό που έλεγα πριν για την κακή διαχείριση της κρίσης. Αντί αυτό το κτίριο να κατοχυρωθεί αμέσως, γιατί από την εποχή που ήταν υπουργός Πολιτισμού ο Πάγκαλος έχει χαρακτηριστεί νεότερο μνημείο, επομένως δεν μπορεί να πουληθεί, παρά μόνο να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικούς σκοπούς, αντί να έρθει το κράτος και να βοηθήσει, να βάλει νέους ανθρώπους να το δουλέψουν, να το τρέξουν, δεν έγινε τίποτα.

 

Παράγει ή εκφράζει πολιτική κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση του Φεστιβάλ;

Nομίζω ναι, εν μέρει με τις επιλογές του. Αν υπήρχε ένας χαρακτηρισμός πιο σωστός, θα ήταν ότι αφήνει όλες τις πολιτικές να έχουν τη θέση τους. Δηλαδή, αν ο άλφα καλλιτέχνης κάνει κάτι γιατί πιστεύει πως πρέπει να υποστηρίξουμε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, δεν θα του πω «φύγε». Από την άποψη αυτή, ναι, εκφράζει μια πολιτική. Αλλά, από την άλλη, είναι ένα αντίδοτο σε μίας μορφής τέχνη που ήταν για καιρό στην Ελλάδα το νούμερο ένα, είναι μία αντιγκλαμουριά. Στην Πειραιώς έρχονται παιδάκια με τις σαγιονάρες μετά το φροντιστήριο και μετά το μπάνιο. Αυτό είναι πολιτική για μένα, διότι παλιά ήταν το «τι θα βάλω να κατέβω τα μαρμάρινα σκαλιά». 

 

Τους θέλετε, όμως, και τους γκλάμουρ;

Bεβαίως και τους θέλω. Ειδικά αν πληρώνουν κιόλας, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Δεν έχω πρόβλημα με καμία κατηγορία. Απλώς προτιμώ τα νέα παιδιά με τις σαγιονάρες, παρά τους γκλάμουρ.

 

Αν δούμε το ρεπερτόριο των παραστάσεων στην Αθήνα τον χειμώνα, βγάζουμε εύκολα το συμπέρασμα πως οι τρεις στις πέντε είχαν πολιτικό περιεχόμενο. Προσπαθούσαν όλοι να αποδείξουν πως ταιριάζει η παράστασή τους με την Ελλάδα της κρίσης. Προσπαθήσατε εσείς να το κάνετε αυτό; Γιατί ο κόσμος «ρουφάει» πολλή πολιτική αυτή την περίοδο στην Ελλάδα.

Πολλοί σκηνοθέτες που ανεβάζουν έργο για πρώτη φορά θα έχουν μια πολιτική χροιά στην παράστασή τους. Τώρα, αν οι λόγοι που θα το κάνουν θα είναι ειλικρινείς ή θα συνδέονται με αυτό που μόλις είπατε, ότι το θέλει ο κόσμοςΝομίζω ότι εάν υπάρχει πραγματικά ένα καλό κίνητρο, θέληση, πρόθεσηνα γίνει κάτι καλό, δεν έχει σημασία αν θα είναι περισσότερο ή λιγότερο ή καθόλου πολιτικό.

 

Eσείς αισθάνεστε αγανακτισμένος;

Εξαρτάται από το πού βρίσκομαι. Με ορισμένες αντιδράσεις κάποιων χωρών αισθάνομαι πιο Έλληνας απ’ ό,τι πίστευα ότι ήμουν. Κοίτα, λέω, το αίμα νερό δεν γίνεται, νευριάζω. Από την άλλη, όταν είμαι στην Ελλάδα και βλέπω όλους αυτούς τους αντι-Ευρωπαίους ή φανατικά αντι-μνημονιακούς, το θεωρώ κουτό. Δηλαδή, πολλές φορές λέω θα γράφω όλα αυτά που λένε οι ταξιτζήδες. Μου λέει ένας, «μας ζηλεύουν, κύριε». Ρωτάω «γιατί;». «Το Αιγαίο είναι γεμάτο πετρέλαιο». Λέω ωραίο σενάριο κι αυτό. Ακούω διάφορα κάθε μέρα. Ο ένας λέει ότι φταίει το Ισραήλ, ο άλλος λέει πως δεν υπάρχει κρίση. Είμαστε καταπληκτικοί σεναριογράφοι. Η Ελλάδα είναι στη χειρότερη κατάσταση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται σε κρίση. Αυτό είναι σίγουρο. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο κάπου μας συγχωρεί. Δεν τα έχουμε κάνει μόνο εμείς θάλασσα. Τα έχουν κάνει και άλλοι. Κολυμπάμε παρέα. Παρ’ όλα αυτά, είναι βέβαιο πως αυτοί που τα έκαναν θάλασσα δεν είναι ο κοσμάκης που δουλεύει και βγάζει 600 ευρώ τον μήνα. Είναι διάφορες λάθος αποφάσεις της πολιτικής τάξης. Και όταν λέω πολιτική τάξη, μιλώ ανεξαρτήτως κομμάτων. Η ασχετοσύνη και η διαφθορά είναι υπεράνω κομμάτων. Είναι οι μεγάλες κυρίες του πολιτισμού μας. Τα κόμματα μοιάζουν με μικρά παιδάκια που τρέχουν από πίσω, σαν αλητάκια.